Γελλώ

Τριγυρνώ ανάμεσά τους… Τριγυρνώ ανάμεσά τους, μα κανείς δε μου δίνει σημασία και βαριεστημένη εξετάζω τα πρόσωπά τους. Τα ίδια και τα ίδια στους αιώνες των αιώνων. Οι άνθρωποι είναι τόσο βαρετά πλάσματα, δε δείχνουν καμία πρωτοτυπία. Προσμονή, αγωνία, φόβο, βαριεστημάρα, αισιοδοξία, απαισιοδοξία… Πάντα τα ίδια…. Μια ηλικιωμένη γυναίκα με τραβηγμένα από την αγωνία χαρακτηριστικά, στριφογυρίζει νευρικά ένα χρυσό σταυρό που είναι κρεμασμένος στον λαιμό της, σίγουρα είναι μητέρα επίτοκου. Τόσα χρόνια έχω μάθει να τις ξεχωρίζω. Να κι ένας μελλοντικός πατέρας, γέρνω μπρος το πρόσωπό του και βυθίζω το βλέμμα μου στο βλέμμα του καθώς η ανάσα του βγαίνει παγωμένη. Λοιπόν; τον ρωτώ άηχα. Εσύ τι νιώθεις; Τα μάτια του πεταρίζουν ανήσυχα κι όλο κοιτάνε κατά την πόρτα. Λάθος πόρτα κοιτάς, του ψιθυρίζω στο αυτί χαιρέκακα. Αυτή είναι η πόρτα εξόδου, από την άλλη θα βγει το μωρό! Το μωρό που θα σε κάνει δέσμιο των φόβων, για πάντα… Ή μήπως δε το θες το μωρό; τον ρωτώ γλυκά κι εκείνος ο ανόητος τινάζεται τρομοκρατημένος. Απομακρύνομαι απογοητευμένη. Απάνω στην ώρα η μεγάλη πόρτα ανοίγει και βγαίνει μια νοσοκόμα που κρατά στα χέρια της μία νιόβγαλτη ψυχή. Τρέχουν όλοι κατά εκεί, την κυκλώνουν προστατευτικά, τη σταυρώνουν, τη φτύνουν κι εμένα δε με αφήνουν να πλησιάσω. Τότε τη βλέπω, πλησιάζει αργά τους υπόλοιπους με μαγκωμένα βήματα και σκληρό πρόσωπο προσπαθώντας να κρύψει τη ζήλια της, μα εγώ τη νιώθω να με πλημμυρίζει καθώς γίνομαι ένα μαζί της. Γεια σου αδερφή ψυχή. Αφέσου σε ‘μένα να σε παρηγορήσω. Σε νιώθω, σε αισθάνομαι, σε καταλαβαίνω… της γλυκοψιθυρίζω. Πρέπει να θρέψω τη ζήλια της ώσπου να γίνει φθόνος, μου δίνει δύναμη ο φθόνος και πριν το καταλάβουν το μωρό θα γίνει δικό μου!

Ο φθόνος με μετέτρεψε σε αυτό που είμαι… Είμαι η Γελλώ, το τρομερό και φοβερό πνεύμα, όπως μου αρέσει να με αποκαλούν, δαιμόνιο θανάτου που προσπαθούν να ξορκίσουν. Τώρα το ξέρω, ο φθόνος με κρατά ζωντανή στους αιώνες των αιώνων! Εμένα και τις αδελφές μου που στο άκουσμα των ονομάτων μας όλοι ριγούν Λίλιθ, Λάμια, Έμπουσα, Τζιάνγκσι, Βερζέλια… Η σκέψη με κάνει να δαγκώσω τα ζουμερά πια χείλη μου με ευδαιμονία! Τόσες χιλιάδες χρόνια και ακόμη διατηρώ κάποιες, ας πούμε ανθρώπινες αντιδράσεις.

«Τι σκέφτεσαι Κική;» ρωτά μια γυναίκα με έντονο βάψιμο κοιτώντας με εξεταστικά. Κουλουριάζομαι ώστε να αφήσω χώρο στην ανόητη ψυχή με την οποία μοιράζομαι το σώμα ν’ απαντήσει. Δεν είναι ακόμη η ώρα να εμφανιστώ. Το παιχνίδι με τους θνητούς είναι πολύπλοκο. Προσπαθούν με κάθε τρόπο να μας εμποδίσουν από το να τραφούμε και πρέπει να παραδεχτώ ότι είναι πολύ εφευρετικοί σ’ αυτό. Χρησιμοποιούν προσευχές, σύμβολα, γηθειές, δεσίματα και καρφώματα, σταυρούς και φυλαχτά με κάθε είδους περίεργα υλικά, όπως τα γένια ενός δεσπότη ή σκελετούς γαϊδουριών, αστείες τελετές… Ακόμη κι ένα παλάτι χρυσό έχτισαν μια φορά προσπαθώντας να με κρατήσουν μακριά από το μωρό… Και όμως το μόνο που θα μπορούσε να τους σώσει για πάντα από εμάς είναι οι αγνές ψυχές, οι αμόλευτες από τη ζήλια και την οργή…

Η σκέψη μου τρέχει στα χρόνια που ήμουν κι εγώ ένα ανθρώπινο πλάσμα, μια όμορφη και χρυσοχέρα, όπως έλεγαν όλοι, κοπέλα. Το μόνο μου ελάττωμα ήταν που γεννήθηκα δεύτερη. Τόσες χιλιάδες χρόνια μετά κι ακόμη δεν έχω βγάλει άκρη, γιατί κάτι που δεν είναι στο χέρι μας τελικά καθορίζει τη ζωή μας; Γιατί η σειρά με την οποία γεννιέσαι, η οικογένειά σου, η χώρα, το χρώμα σου, μία ασθένεια… ορίζουν το ποιος γίνεσαι και τι επιλογές έχεις; Ποιος επιλέγει τελικά για μας; Το ότι η οικογένεια μου ήταν φτωχή και το ότι η μάνα μου είχε γεννήσει άλλο ένα θηλυκό παιδί πριν από εμένα σφράγισε τη δική μου μοίρα. Μόνο η μεγάλη μου αδερφή μπορούσε να γευτεί τη χαρά ενός γάμου, ενός συντρόφου, παιδιών… Τα χρήματα μας έφταναν με το ζόρι για μία προίκα. Εγώ έπρεπε να υπηρετώ και να σαπίζω πνίγοντας τις επιθυμίες μου και τα θέλω μου. Μόνο που προσπαθώντας να πνίξω εμένα, τελικά κατέληξα να πνίγω ό,τι ήθελα να αποκτήσω περισσότερο, τα άμοιρα μωρά, στην αρχή της αδερφής μου, της γειτόνισσας και σύντομα του χωριού ολόκληρου καθώς και τις μανάδες τους… Δεν πέρασε πολύ καιρός ώσπου να με καταλάβουν, να με σκοτώσουν και να με παραχώσουν στη μαύρη γη άψαλτη! Πού να ήξεραν ότι έτσι με βοηθούσαν αντί να με τιμωρήσουν. Ήταν τόση η οργή μου και ο πόθος να εκδικηθώ, που πριν το καταλάβω βρέθηκα εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο κόσμους! Η οργή ακόμη ξεσκίζει και κατασπαράζει το ψοφίμι της ψυχής μου σαν ένα κοπάδι ύαινες που είναι αδύνατον πια να συγκρατηθούν μακριά από τη σαπίλα.

Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί γίνεται τόσος ντόρος για τα μωρά, αναρωτήθηκε η Κική. Σαν σίχαμα ήταν το μωρό, μη σου πω σαν τον ΕΤ τον εξωγήινο, πέρασε η σκέψη από το μυαλό της κι ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της. Γλιτσιασμένο, κατακόκκινο, ζαρωμένο, καραφλό, χάλι, ίδιο η αδερφή μου. Τι της βρήκε ο Γιάννης αυτηνής; Τι έχει αυτή περισσότερο από ‘μένα; Ένα μωρό, πέρασε φευγαλέα η σκέψη κάνοντας το θυμό της να φουντώσει. Αν νομίζει η ηλίθια ότι θα καταφέρει να τον κρατήσει επειδή έκανε ένα μωρό μαζί του, είναι πολύ γελασμένη. Η Γελλώ χαμογέλασε, έτσι είναι, έχεις δίκιο, εσύ είσαι καλύτερη σε όλα και δεν είπες ακόμη τη τελευταία σου λέξη. Θα τον κάνεις να σέρνεται στα φουστάνια σου σύντομα… Παράχωσε τις σκέψεις στο μυαλό της Κικής και την άφησε. Η ώρα του φαγητού την καλεί.

Κάπου στα βόρεια προάστια, η Άνκα ταχταρίζει ένα παχουλό μωρό με τα γέρικα δουλεμένα χέρια της. Το κανακεύει προσπαθώντας ν’ ακούγεται χαρωπή, μέσα της όμως βράζει ο φθόνος και ο θυμός. Αντί να μπορεί να απολαύσει μία σύνταξη και να ταχταρίζει τα φτωχά εγγόνια της, αυτή πρέπει να είναι εκεί, σε άλλη χώρα, να δουλεύει νυχθημερόν και σαν να μην της έφταναν οι ατελείωτες δουλειές που είχε, τώρα επιφορτίστηκε και με το μεγάλωμα του μωρού, καθώς η κυρία της έχει να τρέχει σε γκαλά και γυμναστήρια. Τα δικά της τα κορίτσια παρόλο που ήταν πανέμορφες και θα μπορούσαν να έχουν μία καλύτερη τύχη, ήταν άτυχες, γεννήθηκαν σε μία φτωχή χώρα από μεροκαματιάρηδες, εύκολος στόχος σε κάθε είδους εκμετάλλευση. Αχ η κακομοίρα η Πετράνα της, να ζει; Να πέθανε; Έφυγε ένα πρωί ακολουθώντας ένα παλιογύναικο, που κακό ψόφο να ‘χει, που της έλεγε ότι της βρήκε δουλειά ως υπηρέτρια στην Ιταλία και από τότε χάθηκαν τα ίχνη της. Δεν άργησε να μαθευτεί ότι η γυναίκα μάζευε κορίτσια για τη μαφία η οποία τις εξέδιδε. Δεν ξέρει γιατί έκλαιγε περισσότερο τα βράδια σαν ξάπλωνε η Άνκα, για τα χαμένα όνειρα της κόρης της για μία καλύτερη ζωή ή για τα βασανιστήρια που θα περνά η κόρη της στα χέρια αυτών των τεράτων που ρουφάνε άπληστα τη ζωή της προτού σκοτώσουν και το σώμα της πέρα από την ψυχή της…

Το μωρό μοιάζει να κουράστηκε κι έγειρε αποκαμωμένο πάνω στον ώμο της. Η Άνκα του χάιδεψε την πλατούλα απορροφημένη από τις σκέψεις της. Την αγκύλωνε το φορμάκι του μωρού κι ας ήταν φτιαγμένο από μαλακό Αιγυπτιακό βαμβάκι. Η σκέψη της πέταξε στην Αντοάν της, με τα μαύρα από την αϋπνία μάτια της και τα κομματιασμένα της χέρια. Ώρες ατελείωτες δουλεύει το κορίτσι της στη φάμπρικα κι όταν γυρνά κατάκοπη με το κορμί της μουδιασμένο από την σκληρή δουλειά, πρέπει να φροντίσει τα παιδιά της και το σπίτι της, μιας κι εκείνο το ρεμάλι που πήγε και παντρεύτηκε κάθεται ολημερίς στο δρόμο μπροστά στο σπίτι πίνοντας μπύρες με τους άλλους ανεπρόκοπους κι έχει να δουλέψει χρόνια. Πάλι χθες την πήρε τηλέφωνο η Αντοάν κλαίγοντας γιατί τη σακάτεψε στο ξύλο ο αχρείος και της πήρε όλο το βδομαδιάτικο και το έπαιξε στα χαρτιά κι εκείνη δεν είχε να ταΐσει τα παιδιά. Τα άκουγε η Άνκα να κλαίνε από μέσα και σφιγγόταν η ψυχή της κι έσφιγγε ασυναίσθητα το μικρό κορμάκι πάνω της σα να προσπαθούσε να παρηγορήσει τα εγγονάκια της, μα το μαλακό φορμάκι έκαιγε το χέρι της. Αυτό το μωρό δε θα μάθαινε ποτέ τι σημαίνει να πεινάς, να υποφέρεις, να κομματιάζουν και να εκμεταλλεύονται τη ψυχή και το σώμα σου, να δουλεύεις για ψίχουλα και να μην έχεις όχι την επιλογή, ούτε καν το δικαίωμα της επιλογής. Το μισούσε αυτό το μωρό, το μισούσε για όλα όσα αντιπροσώπευε, για όλα όσα δεν μπορούσε να έχει…

«Κοιμήθηκε Άνκα;» μια εκνευριστική φωνή την έβγαλε από τις σκέψεις της.
«Ναι, κυρία» απάντησε με σπασμένα ελληνικά σφίγγοντας τα δόντια της και προσπαθώντας να κρύψει τις σκέψεις της.
«Ωραία, δώσ’ τον μου να τον βάλω στην κούνια του…» είπε ευχαριστημένη η μητέρα κι έπιασε μαλακά το ροδαλό μωρό στα χέρια της, το απέθεσε στην κούνια και το σκέπασε τρυφερά προτού το φιλήσει στο μέτωπο. Έκανε να το σταυρώσει όπως της είχε δείξει η μάνα της, μα της φάνηκε τόσο γελοίο αναχρονιστικό που το μάζεψε το χέρι της σα να κάηκε.
«Πάμε τώρα!» είπε με μια σκληράδα στη φωνή στην Άνκα και την τράβηξε έξω για να της δώσει τις τελευταίες οδηγίες για το πάρτι που ετοίμαζε. Η Ανκα και η μητέρα έφυγαν, μα πίσω έμεινε η Γελλώ…

Πλησίασε η Γελλώ την αφύλακτη κούνια με το μωρό και το χάιδεψε με το βλέμμα της. «Ήρθα», του ψιθύρισε μαλακά και το απαλό χνούδι στο στρογγυλό προσωπάκι του μωρού ορθώθηκε. Ένιωσε την έξαψη να την πλημμυρίζει όπως κάθε φορά που έγερνε πάνω από το στόμα ενός μωρού κι ακουμπούσε τα σκουληκιασμένα της χείλη στο μικροσκοπικό στοματάκι και τη μικρή τρυφερή μυτούλα. Η Γελλώ πήρε να ρουφά άπληστα τη ζωή μέσα από το μωρό, όπως ρουφά η μέλισσα το νέκταρ των τρυφερών λουλουδιών κι εκείνο σπαρτάρησε, τα αθώα μεγάλα μάτια άνοιξαν και το σκοτάδι καθρεπτίστηκε μέσα τους κι ήταν τόσο φρικτό αυτό το σκοτάδι, που τη γράπωσε προσπαθώντας να την τραβήξει μέσα του, που η Γελλώ με δυσκολία απομακρύνθηκε τρομοκρατημένη κι εξαφανίστηκε… Στα γυάλινα πια μάτια καθρεπτίστηκε το φως. Απέτυχε, ούτε και σήμερα κατάφερε να ελευθερωθεί από την αιώνια καταδίκη της ως δαιμόνιο θανάτου, ούτε και σήμερα κατάφερε να ολοκληρώσει την αποστολή της και να σύρει μια ψυχή, μαζί της, στην άβυσσο…

Αναστασία Χ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading