Το δάσος της κακιάς μάγισσας

Η νυχτερίδα βλέπει την πόρτα της αποθήκης να ανοίγει και να κλείνει αμέσως μετά. Ο άντρας μπαίνει, κρατώντας μια μπουκάλα με αίμα και μια καρέκλα. Φαίνεται εξαντλημένος. Έχει χτυπηθεί σε πολλά σημεία. Κινείται αργά. Αφήνει την καρέκλα στο κέντρο του χώρου. Πλησιάζει το κλουβί και η νυχτερίδα τινάζεται μανιασμένα, κουνώντας τα φτερά της και ραμφίζοντας τα σίδερα που την κρατούν αποκλεισμένη από τον έξω κόσμο. Πεινάει, διψάει. Είναι αποδυναμωμένη. Αυτός την άφησε και έφυγε για μέρες, κι αυτή ήπιε όσο αίμα της είχε δώσει. Κι αυτή είναι θυμωμένη μαζί του.
«Ναι, ναι, ξέρω» της λέει, αναστενάζοντας. «Ξέρω, εγώ φταίω. Αν δεν ηρεμήσεις, όμως, αν δεν κάτσεις φρόνιμη, δεν θα γεμίσω το μπολ σου». Πλησιάζει τη μπουκάλα κοντά στα κάγκελα. «Βλέπεις; Έχει πολύ αίμα εδώ μέσα. Το θες, έτσι δεν είναι;»

Η νυχτερίδα τον κοιτάζει με μίσος. Αλλά σταματάει τις επιθετικές κινήσεις της. Κάνει πίσω, κρατώντας κλειστά τα φτερά και το ράμφος της. Περιμένει.
Ο άντρας ανοίγει το πορτάκι και ξεκουμπώνει τη μπουκάλα. Βγάζει το μπολ, κλείνει το πορτάκι και το γεμίζει με αίμα. Ύστερα, ανοίγει, αφήνει μέσα το μπολ (χύνοντας λίγο από το πορφυρό υγρό), κλείνει και κουμπώνει τη μπουκάλα. Κάνει πίσω, προς το κέντρο της γεμάτης καταραμένα αντικείμενα αποθήκης. Στο κέντρο της πεντάλφας, αναπαύεται στην καρέκλα που έχει φέρει.
Η νυχτερίδα ορμάει και αρχίζει να πίνει το αίμα που της έχει φέρει.

Ο άντρας ρουφάει την γρατσουνισμένη μύτη του. Λέει «Θες να ακούσεις μια ιστορία; Ένα… ένα παραμύθι;»
Η νυχτερίδα δεν απαντάει. Δεν σηκώνει καν το κεφάλι της.
«Νομίζω πως θες. Ή μπορεί απλά να θέλω εγώ να σου πω αυτή την ιστορία. Όπως και να έχει, θα σου πω. Όχι, όμως, για την Αγγλία, για το Άξμπριτζ. Όχι, θα πάμε κατευθείαν στην Ανδαλουσία της Ισπανίας, στην Κόρδοβα και σε ένα δάσος που υπάρχει εκεί. Θα σου πω για τον Αμίρ και την μητέρα του και μια δαιμονισμένη κοπέλα. Και για έναν λύκο. Και για το τι έκανα εγώ. Αλλά θα εστιάσω στον Αμίρ, σε αυτό το βασανισμένο παιδί που έζησε έναν εφιάλτη. Για κάποια πράγματα ίσως απορήσεις, δηλαδή πού τα ξέρω αφού δεν ήμουν παρών; Θα έχεις δίκιο, υποθέτω, αλλά κάποια μού τα είπαν και κάποια άλλα… μπορείς να τα φανταστείς, πώς έγιναν, τι σκέψεις έκαναν τα εμπλεκόμενα άτομα κλπ. Αν θες, δηλαδή».
Η νυχτερίδα δεν απαντάει.
Κι ο άντρας αρχίζει να αφηγείται.

*****

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα δωδεκάχρονο αγόρι, ο Αμίρ, και αυτό το αγόρι έτρεχε μέσα στο σκοτεινό δάσος. Ήταν ένα αδύνατο αγόρι, με κοντά ξανθά μαλλιά κάτω από το καπέλο του και πρασινωπά μάτια, που στη μέση του είχε τυλίξει το φούτερ του με το λογότυπο της αγαπημένης του ομάδας. Τα αθλητικά του παπούτσια πατούσαν με ευκολία το αναπτυγμένο χορτάρι, αλλά δυσκολεύονταν στην ανάβαση των βράχων και στο πλατσούρισμα των ρυακιών που συναντούσε. Το αγόρι αγκομαχούσε και ίδρωνε, νιώθοντας την καρδιά του να σκιρτάει από τρόμο και αγωνία. Φώτιζε με το κινητό του (το μοναδικό ακριβό δώρο που του είχε αγοράσει η μητέρα του) το μονοπάτι που διέγραφε με τον αγώνα δρόμου του. Έβλεπε μικρά ζώα να κρύβονται στα λαγούμια τους και άκουγε κρωξίματα από πουλιά και τερετίσματα από έντομα που ζούσαν την νύχτα και αναπαύονταν την ημέρα. Τα χέρια και τα πόδια του, ακάλυπτα ως επί το πλείστον εξαιτίας των καλοκαιρινών του ρούχων, είχαν γδαρθεί και πληγιαστεί από αιχμηρές προεξοχές και φυτά που άλλο τρόπο άμυνας δεν είχαν, παρά μερικά αγκάθια σαν μικρά δόρατα. Το σακίδιο στην πλάτη του βάραινε τον Αμίρ, μα εκείνος δεν θα το αποχωριζόταν, γιατί μέσα σε αυτό είχε τα αγαπημένα του ρούχα και παιχνίδια, αλλά και λίγο φαγητό και νερό που είχε πάρει από το διαμέρισμα όπου έμενε με την μητέρα του.

Κάπου πίσω του ή δίπλα του ή ψηλά στον ουρανό ή κάτω από το χωμάτινο έδαφος ή πίσω από κάποιο δέντρο ή μέσα από το νερό του ποταμού ή ανάμεσα στα βράχια ή χρησιμοποιώντας τη φωνή κάποιου άλλου ζώου, από παντού και από πουθενά, το τέρας, η Μάγισσα, ψιθύρισε «Άτακτο αγόρι! Τρέχεις και τρέχεις και τρέχεις… Πού ελπίζεις ότι θα πας, πού νομίζεις ότι θα κρυφτείς; Αυτό είναι το δάσος μου κι εσύ είσαι ένα μικρό θήραμα. Που τρέχει και τρέχει και τρέχει… Ψάχνοντας τι; Μήπως κάποια ασφαλή φωλιά; Ε, άτακτο αγόρι;»
Ο Αμίρ κούνησε το κεφάλι του και σκούπισε όπως-όπως τα δάκρυά του και συνέχισε να τρέχει, ενώ σκεπτόταν μόνο μία φράση (Μαμά μου, φοβάμαι).

Το αγόρι έτρεχε, μα όχι για πρώτη φορά αυτή τη νύχτα. Η πορεία του από την ισπανική μεγαλούπολη, την Κόρδοβα, μέχρι το δάσος και αυτή τη στιγμή που αγωνιούσε, είχε ξεκινήσει νωρίτερα, όταν ο νέος σύντροφος της μητέρας του Αμίρ, όπως και κάποιοι από τους προηγούμενους, αποφάσισε ότι τα νεύρα που είχε θα τα φόρτωνε στο αγόρι, χτυπώντας το και φωνάζοντάς του προσβολές για την μητέρα του και τη δουλειά που εκείνη έκανε. Ο Αμίρ ήξερε μέχρι ενός σημείου για τους πελάτες της μητέρας του και τι αναγκαζόταν εκείνη να κάνει σε δωμάτια ξενοδοχείων, για να φέρει την επόμενη μέρα χρήματα και να έχουν ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι τους, μα το να ακούει όλους αυτούς τους άντρες που κουβαλούσε μαζί της κατά καιρούς, τον πλήγωνε πολύ. Τον έκαναν να κλαίει και να απομονώνεται και να πέφτουν οι βαθμοί του στο σχολείο ολοένα και πιο χαμηλά. Άλλα παιδιά, συμμαθητές και συμμαθήτριές του, αλλά και πιο μεγάλα σε ηλικία, εκμεταλλεύονταν την αδυναμία του και τον τραμπούκιζαν, χτυπώντας τον ή παίρνοντας κάτι δικό του στα διαλείμματα. Η διαδρομή από την πολυκατοικία που έμενε μέχρι το σχολείο, μια κατά βάση μοναχική διαδρομή, διαρκούσε όλο και περισσότερο, μιας και ήταν η μοναδική ώρα που κανείς δε φαινόταν να θέλει να βλάψει τον Αμίρ και που ο ίδιος μπορούσε να ηρεμεί και να φαντάζεται ότι γίνεται πλούσιος ήρωας και σώζει την μητέρα του από την παλιοδουλειά που έκανε και έφευγαν και ζούσαν κάπου ωραία, σε ένα μεγάλο καθαρό σπίτι, με κήπο και άνετα κρεβάτια, όπου θα είχαν και σκυλιά και γάτες, και που στο σχολείο όπου θα πήγαινε θα του συμπεριφέρονταν όλοι καλά, θα τον αγαπούσαν και τα παιδιά θα ήθελαν να παίζουν μαζί του και να έρχονται στο σπίτι και να παίζουν και εκεί. Μερικές φορές, είχε παρακαλέσει και τον Αρχάγγελο προστάτη της πόλης, αγάλματα του οποίου βρίσκονταν σε πολλά σημεία της Κόρδοβας, να παρέμβει και να τους σώσει.
Αλλά σταδιακά, ενώ περνούσαν οι ημέρες και οι εβδομάδες και οι μήνες και τα χρόνια, ο Αμίρ άρχισε να καταλαβαίνει ότι τίποτα τέτοιο δεν θα γινόταν. Δεν θα γινόταν ήρωας, ούτε πλούσιος. Δεν θα μετακόμιζαν σε κάποιο καλύτερο μέρος και κανείς δεν θα άλλαζε τη συμπεριφορά του απέναντι στον ίδιο και την μητέρα του. Ούτε εκείνη θα έβρισκε μια πιο καλή δουλειά. Ούτε θα μπορούσαν να τρώνε καλύτερα ή να κοιμούνται σε πιο καθαρά και άνετα κρεβάτια. Ούτε θα ησύχαζε ποτέ από τους άντρες που έφερνε στο σπίτι η μητέρα του. Τίποτα δεν θα γινόταν καλύτερο.

Εκτός αν έφευγε. Μακριά από όλους και όλα. Αυτή η ιδέα είχε εντυπωθεί στο μυαλό του Αμίρ μετά από τις πάμπολλες φορές που χρειάστηκε να τρέξει για να ξεφύγει από άτομα που ήθελαν να τον βλάψουν και κάποιες από αυτές τις φορές τα είχε καταφέρει. Και είχε χαρεί πολύ, σχεδόν τόσο όσο όταν κέρδιζε η αγαπημένη του ομάδα την αιώνια αντίπαλό της. Άρα, η φυγή του προσέφερε χαρά, ικανοποίηση. Το γεγονός πως ήξερε ότι δεν μπορούσαν να τον πιάσουν και να τον βασανίσουν, ενώ εκείνος περιφερόταν για λίγο στους δρόμους της πόλης σαν άλλος νικητής σημαντικού αθλητικού αγώνα.

Μόνο αν έφευγε θα ηρεμούσε. Κι αυτό θα έκανε. Κι αυτό έκανε. Έχοντας κατά νου πως κανείς δεν θα τον αναζητούσε, προτού να έχει φτάσει κάπου μακριά. Στο δάσος. Εκεί θα πήγαινε. Από το προάστιο όπου ζούσε θα δραπέτευε στο παρακείμενο δάσος, όπου πολλοί κατέφευγαν, ειδικά τα Σαββατοκύριακα. Αλλά τώρα, μες στο κατακαλόκαιρο, πολύς κόσμος είχε φύγει από την Κόρδοβα, οπότε ο Αμίρ θα μπορούσε να κρυφτεί για λίγο στο δάσος. Είχε ξαναπάει, άλλωστε, μαζί με την μητέρα του ή και μόνος του. Θεωρούσε ότι το ήξερε καλά, παρότι ποτέ του δεν το είχε διασχίσει όλο ή έστω ένα μεγάλο μέρος του. Εκεί θα πήγαινε, γιατί και το σχολείο τους είχε πάει εκδρομή σε αυτό το δάσος (μια από τις ελάχιστες φορές που απόλαυσε μια σχολική μέρα) και η δασκάλα τους τους είχε μιλήσει για την υποτιθέμενη κακιά μάγισσα, την Γκαχόνα, που, σύμφωνα με τον θρύλο, είχε καμπούρα, φορούσε μανδύα και κρατούσε μια μαγκούρα, ενώ ζούσε σε κάποια καλύβα ανάμεσα στα δέντρα και άρπαζε παιδιά που δεν ήταν φρόνιμα. Πολλά παιδιά είχαν γελάσει και πει διάφορα χαζά αστεία για το πώς θα ήταν αυτή η μάγισσα, πόσο άσχημη θα ήταν και για τη σκούπα της με την οποία πετούσαν και που χρειαζόταν σέρβις (λες και ήταν αμάξι). Ήταν μια πολύ ωραία μέρα εκείνη και ο Αμίρ είχε ενθουσιαστεί, καθώς για άλλη μια φορά είχε δημιουργήσει στο μυαλό του μια ιστορία: είχε φανταστεί πως ήταν ο ήρωας που θα έψαχνε και θα κυνηγούσε και θα έβρισκε και τελικά θα σκότωνε την κακιά Γκαχόνα. Είχε πιστέψει σε αυτό το σενάριο και ήταν αρκετό σαν ένα ακόμη κίνητρο για να φύγει.

Αυτό που δεν τους είχε πει η δασκάλα είναι πως πριν από δύο μήνες, πέντε άντρες είχαν βρεθεί βάναυσα νεκροί σε τούτο το δάσος.
Κι αυτό που δεν είχε φανταστεί ο ίδιος ο Αμίρ ήταν πως θα τον έβρισκε η κακιά μάγισσα πριν καν φύγει από την πόλη.

Στην αρχή, καθώς περπατούσε αυτό το ωραίο καλοκαιρινό απόγευμα (ξέροντας πως ο φίλος της μητέρας του κοιμόταν και δεν είχε καταλάβει τίποτα), ο Αμίρ δεν κατάλαβε αμέσως ότι κάποια γυναίκα τον ακολουθούσε. Εκείνος χαμογελούσε και περνούσε από πεζοδρόμιο σε πεζοδρόμιο και από το ένα γνώριμο μέρος στο άλλο, κατευθυνόμενος προς την έξοδο της Κόρδοβας. Ήταν αμέριμνος, με το σακίδιό του στην πλάτη και το καπέλο του να σκεπάζει τα ξανθά μαλλιά του. Κάποια στιγμή, ενώ περίμενε στη διάβαση να ανάψει το φανάρι πράσινο για τους πεζούς, είχε βγάλει μια μπάρα σοκολάτας που είχε φυλάξει από καιρό και άρχισε να τη μασουλάει. Και τότε, πρώτα άκουσε κόκαλα να τρίζουν, καθώς κάποιος έσκυβε, και έπειτα μια ψιθυριστή γυναικεία φωνή να του λέει «Άτακτο αγόρι! Φεύγεις από το σπίτι σου και έρχεσαι στο δικό μου. Αλλά δε χρειάζεται να κάνεις μόνος σου όλη τη διαδρομή. Θα σε συνοδέψω εγώ. Θα σε ακολουθώ. Άτακτο αγόρι!»
Πάγωσε. Ήταν σαν να άκουγε σε μία φωνή όλους όσοι τον είχαν βασανίσει.

Είχε σκεφτεί να γυρίσει και να δει ποια του είχε μιλήσει, αλλά φοβόταν πολύ και δεν το έκανε. Σκέφτηκε να μιλήσει, να φωνάξει δυνατά, μα ούτε αυτό έκανε. Σκέφτηκε να σπρώξει και να πάει πίσω, στο σπίτι του, στο διαμέρισμα από το οποίο το είχε σκάσει, όμως δεν το έπραξε. Το μόνο που έκανε ήταν να κοιτάει όσους περίμεναν στην απέναντι πλευρά του δρόμου και τα οχήματα που περνούσαν ανάμεσά τους.

Το φανάρι άναψε πράσινο.
Και η ψιθυριστή γυναικεία φωνή είπε «Άτακτο αγόρι! Είναι καιρός να τρέξεις. Τρέξε, τρέξε, τρέξε! Άτακτο αγόρι!»
Και ο Αμίρ το έβαλε στα πόδια, πετώντας όση σοκολάτα του είχε μείνει.

Είχε διασχίσει όλη την απόσταση μέχρι το δάσος, κοιτώντας σχεδόν αποκλειστικά μπροστά του.
Μόνο δύο φορές αποτόλμησε να κοιτάξει πίσω του. Την πρώτη φορά, όσο ακόμα (έτρεχε) πατούσε στο κράσπεδο της πόλης, είδε μια ψηλή, νέα, ωραία γυναίκα, ντυμένη με πουκάμισο, παντελόνι και μπότες, να τον ακολουθεί περπατώντας χαλαρά, σαν να μη βιαζόταν, κοιτώντας μόνο αυτόν, αδιαφορώντας για όλους τους άλλους γύρω της, με τα μακριά μαύρα μαλλιά της να ανεμίζουν. Όμως, το χαμόγελό της ήταν κακό. Ο Αμίρ δεν ήταν σίγουρος, μα του είχε φανεί πως ένα από τα δόντια της γυναίκας ήταν πιο μυτερό από τα άλλα. Τον έκανε να θέλει να βγάλει φτερά και να πετάξει μακριά της.

Τη δεύτερη φορά που τόλμησε να γυρίσει και να κοιτάξει, είχε ήδη περάσει στο χωμάτινο έδαφος του δάσους και πλέον δεν υπήρχαν φώτα γύρω του. Και δεν είδε καμία νέα και ψηλή και όμορφη γυναίκα. Αυτό που είδε, όσο μπορούσε, ήταν ένα καμπουριαστό σκιώδες ον, με μαγκούρα και ένα φαρδύ ρούχο, σαν μανδύα, να τον ακολουθεί με τον ίδιο ρυθμό όπως εκείνη η γυναίκα. Ο Αμίρ γούρλωσε τα μάτια, γύρισε ξανά μπροστά και έκτοτε δεν είχε στραφεί προς τα πίσω.

Μαμά μου, σκεφτόταν συνεχώς. Κρύωνε, αλλά δεν είχε χρόνο να σταματήσει, για να φορέσει το φούτερ του. Κρύωνε. Έτρεμε. Μαμά, φοβάμαι, έλεγε μέσα του, φέρνοντας στο νοητό οπτικό του πεδίο την μορφή της μητέρας του, με τα ξανθά μαλλιά της που τα έπιανε συνήθως σε κοτσίδα. Μαμά. Μαμά, πού είσαι; Μαμά, λυπάμαι που έφυγα. Συγνώμη, μαμά. Όσο κι αν τον στενοχωρούσε με τις επιλογές της, εκείνος την αγαπούσε και ήξερε (ΤΟ ΗΞΕΡΕ) ότι εκείνη πάντα θα τον αγκάλιαζε και θα προσπαθούσε να είναι χαρούμενοι μαζί. Όταν δεν έφερνε κάποιον κακό άντρα, πήγαιναν κάποιες βόλτες. Τον βοηθούσε όσο μπορούσε και στα μαθήματά του. Του έπαιρνε δώρα –με καλύτερο το κινητό του, που στο φόντο του είχε μια φωτογραφία του ιδίου και της μητέρας του να χαμογελούν. Έβλεπαν κάποια ταινία στην παλιά τηλεόραση που είχαν, τρώγοντας ποπ κορν που είχαν αγοράσει από το σούπερ μάρκετ. Και πριν καληνυχτιστούν, η μητέρα του τον φιλούσε στο μάγουλο και ακουμπούσε το μέτωπό της στο κεφάλι του, λέγοντάς του πόσο τον αγαπάει.
Και εκείνος… τώρα…
Πόσο λυπόταν που είχε φύγει μακριά της…
Και που δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της, μιας και το κινητό δεν είχε σήμα στο δάσος. Κι αυτό ήταν κάτι που του προκαλούσε ακόμα περισσότερη ανατριχίλα: το ότι δεν μπορούσε να καλέσει βοήθεια. Ήταν μόνος του. Εκείνος και η Γκαχόνα, η κακιά μάγισσα.

Ο Αμίρ ένιωσε την ανάσα του να κόβεται απότομα και αναγκάστηκε να σταματήσει. Στάθηκε πίσω από ένα δέντρο και ανάπνεε γρήγορα και βαθιά, με το αδύνατο κορμί του να τραντάζεται. Ο λαιμός του πονούσε από την έλλειψη νερού. Το σκληρό ξύλο του δέντρου παραλίγο να διαπεράσει τη μπλούζα του, αλλά ο Αμίρ δεν απομακρύνθηκε. Έγειρε το κεφάλι του και, όπως είδε μέσω του φλας του κινητού του, τα δάκρυά του, αναμεμειγμένα με τον ιδρώτα του, έπεσαν στα φυτά και στο έδαφος που πατούσε. Μια τρομερή σκέψη ήρθε και καρφώθηκε στο μυαλό του: Αν δεν ξαναδώ ποτέ την μαμά; Αν… αν πεθάνω εδώ; Αν με… αν με φάει η μάγισσα;

Έτριψε την αριστερή μεριά του στήθους του με το δεξί χέρι του. Η καρδιά του συνέχιζε το δικό της αγώνα, με αμείωτη ένταση. Εδώ και ώρα, ο Αμίρ δεν ένιωθε σαν να είναι ήρωας σε κάποια ωραία ιστορία. Έβλεπε τον εαυτό του σαν αυτό που του είχε πει ΕΚΕΙΝΗ, η Γκαχόνα, ότι είναι. Ένα θήραμα. Ένα μικρό θήραμα. Που τρέχει και τρέχει και τρέχει.
Αλλά που δεν μπορεί να ξεφύγει, παρά το γεγονός ότι οι συμμαθητές του είχαν κάνει λάθος: η Μάγισσα δεν είχε σκούπα για να πετάει. Γιατί, αν είχε, τώρα θα τον είχε πιάσει.
Γιατί είχε φύγει από το δικό του σπίτι και ερχόταν στο ΔΙΚΟ ΤΗΣ. Που είχε ΗΔΗ έρθει στο δικό της σπίτι. Στο δάσος της.
«Άτακτο αγόρι!» ακούστηκε η φωνή της, ξανά σαν να ήταν παντού γύρω του. «Τι έγινε, κουράστηκες; Δεν μπορείς να τρέξεις άλλο;». Όταν δεν πήρε απάντηση, συνέχισε «Τότε σταμάτα για λίγο. Θα έρθω κοντά σου και δεν θα είσαι μόνος σου πια. Άτακτο αγόρι!»

Ο Αμίρ ήθελε να ουρλιάξει. Η Μάγισσα ήταν κάπου κοντά, πολύ κοντά του. Σχεδόν ένιωθε την ανάσα της Γκαχόνα στο σβέρκο του, στο πρόσωπό του. Στην καρδιά του. Έβλεπε με την ψυχή του την σκιώδη καμπουριαστή μορφή της, σκεπασμένη με έναν σάπιο μανδύα, να στέκεται με την μαγκούρα της έτοιμη να τον ραπίσει ή και να τον μαχαιρώσει, ενώ θα σκεφτόταν πώς θα έτρωγε το κουφάρι του μετέπειτα.
Μαμά μου!
Έπρεπε να συνεχίσει, αν ήθελε να γλιτώσει. Αν ήθελε να έχει ελπίδες να δει ξανά την μητέρα του.
Κι αυτό έκανε.
Πήρε μια δυο ανάσες και κινήθηκε ακόμα πιο βαθιά στο δάσος.

Η Γκαχόνα μίλησε και πάλι. «Άτακτο αγόρι! Μάταια τρέχεις. Δεν μπορείς να κρυφτείς, δεν μπορείς να διαφύγεις. Εγώ είμαι η κυρά του δάσους. Η ψυχή του, η ουσία που το κρατάει ζωντανό. Εγώ διαφεντεύω το δάσος και ξέρω ό,τι υπάρχει εντός του. Το άκουσες αυτό; Ξέρω ό,τι υπάρχει, όπου υπάρχει, όποτε υπάρχει. Ξέρω πού είσαι. Και θα σε πιάσω. Και θα σε τιμωρήσω όπως σου πρέπει. Άτακτο αγόρι!»
Ο Αμίρ δεν απάντησε με άλλον τρόπο, πέραν από το να συνεχίσει να τρέχει.

Δεν ήξερε προς τα πού έπρεπε να πάει. Πού μπορεί να έβρισκε μια έξοδο από το δάσος. Δεν είχε απομακρυνθεί ποτέ τόσο πολύ, ούτε από το διαμέρισμα, ούτε μέσα σε τούτο το αχανές τοπίο, όπου δεν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι, παρά μόνο άγρια ζώα και ένα τέρας που τον ακολουθούσε κατά πόδας. Το σκοτάδι, δε, έκανε ακόμα χειρότερη την κατάσταση, γιατί δεν ήταν δυνατό να βλέπει τα πάντα γύρω του, παρά μόνο όσα του αποκάλυπτε η μικρής έκτασης λάμψη από το κινητό του. Θα μπορούσε να πέσει σε κάποιο γκρεμό, πριν καν καταλάβει ότι πλησίαζε εκεί.
Το κινητό του… Σαν να ήθελε να του κάνει την ζωή ακόμα πιο δύσκολη, η μικρή συσκευή έβγαλε ένα χαρακτηριστικό κουδούνισμα, που σήμαινε μόνο ένα πράγμα: η μπαταρία σωνόταν. Είχε πέσει πολύ και σύντομα θα εξαντλούνταν. Ο Αμίρ είχε στο σακίδιό του το φορτιστή του, αλλά δεν είχε πού να το συνδέσει. Δεν υπήρχε σπίτι με ρεύμα σε τούτο το δάσος. Αν υπάρχει σπίτι, σκέφτηκε, αυτό θα είναι η καλύβα της μάγισσας. Εκεί όπου θα τον πήγαινε, για να κορέσει την άθλια πείνα της με το αδύνατο κορμί του.
Μαμά μου!

Ο Αμίρ σκέφτηκε ότι αν ήταν εδώ η μητέρα του, θα τον προστάτευε. Θα τον έσωζε από την Γκαχόνα. Η μητέρα του, παρά τις φορές που ένιωθε πολύ κουρασμένη, ήταν δυνατή γυναίκα. Θα μπορούσε να διώξει μακριά την Μάγισσα και να πάρει ξανά στο σπίτι τον γιο της.

Μια άλλη σκέψη ήρθε να προστεθεί στο μυαλό του αγοριού. Η μητέρα του σίγουρα θα τον αναζητούσε πλέον. Ίσως είχε πάει στην αστυνομία. Είχαν περάσει πολλές ώρες που έλειπε. Δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την απουσία του, ένεκα και που ο Αμίρ δεν είχε φίλους για να πάει στο σπίτι κάποιου ή για να είναι έξω και να παίζουν. Αποκλείεται να μην τον έψαχνε. Θα γυρνούσε όλη τη χώρα για να τον βρει. Τον αγαπούσε τον Αμίρ, όπως την αγαπούσε και εκείνος.
Αυτή η σκέψη αναπτέρωσε τις ελπίδες του. Τον έψαχναν. Και θα τον έβρισκαν. Το δάσος αυτό δεν ήταν άγνωστο. Ερχόταν πολύς κόσμος εδώ. Η αστυνομία σίγουρα θα σκεφτόταν να έρθει εδώ, να τον ψάξει. Και τον είχαν δει τόσοι άνθρωποι, όσο διέσχιζε (και έτρεχε) νωρίτερα στην Κόρδοβα. Κάποιος θα τον είχε δει που βγήκε προς το δάσος. Και θα το έλεγε στην αστυνομία. Και…
«Άτακτο αγόρι!» ψιθύρισε η Γκαχόνα και η φωνή της, μέσω του αέρα, διαπέρασε τις άμυνες του Αμίρ. «Τι να σκέφτεσαι, άραγε; Την μαμά σου, μήπως; Θες να την ξαναδείς, έτσι δεν είναι; Θες να σε νανουρίσει ξανά. Να σου δώσει ένα φιλάκι στο μαγουλάκι σου κι εσύ να της ζητήσεις να σου πάρει ένα δωράκι, για να είσαι καλό παιδί. Αν όντως θες ένα φιλάκι και ένα δωράκι, θα σου δώσω εγώ. Θα σου δώσω ένα μεγάαααλο φιλί και ένα δώρο που σαν αυτό δεν σου έχει προσφέρει κανένας και καμία. Θα το λατρέψεις. Για αυτό σου λέω, έλα κοντά μου. Σταμάτα να τρέχεις, είναι ανώφελο. Ειδικά από τη στιγμή που εγώ σου προσφέρω ό,τι θες, ό,τι ποθείς. Έλα κοντά μου. Έλα… Άτακτο αγόρι!»
«ΟΧΙ!» ούρλιαξε ο Αμίρ και ήταν σαν να έφευγε από μέσα του η ζωή του. Η φωνή του, βραχνιασμένη, ξερή. «ΟΧΙ! ΠΟΤΕ! ΠΟΤΕ-ΠΟΤΕ-ΠΟΤΕ!»

Η Μάγισσα γέλασε, κι αυτός ήταν ο μόνος ήχος που άκουσε ο Αμίρ σε τούτο το κομμάτι του δάσους.
«ΑΣΕ ΜΕ… ΑΣΕ ΜΕ ΗΣΥΧΟ!» φώναξε όσο μπορούσε. «ΑΣΕ ΜΕ! ΔΕΝ ΣΟΥ ΕΚΑΝΑ ΤΙΠΟΤΑ!»
Η φωνή της Γκαχόνα ακούστηκε ακριβώς πίσω του. «Είσαι ένα άτακτο αγόρι. Έφυγες από το σπίτι, κρυφά. Έτσι δεν είναι; Έτσι είναι. Το ξέρεις πολύ καλά αυτό. Οπότε πρέπει να τιμωρηθείς. Όπως πρέπει να τιμωρούνται όλα τα άτακτα παιδιά».
«ΟΧΙ!»

Ο Αμίρ σκόνταψε πάνω σε ένα κούτσουρο και έπεσε. Το κινητό του έφυγε από τα χέρια του. Χτύπησε το κεφάλι και τα πόδια και τα χέρια του πάνω σε κλαδιά και πετραδάκια, ενώ το σακίδιο πίεσε την πλάτη του. Το καπέλο του έφυγε από το κεφάλι του και το αδύνατο κορμί του ήταν σαν να έχασε όση δύναμη του απέμενε.
Μόρφασε.
Φώναξε.
Παρακάλεσε την μητέρα του να έρθει κοντά του.

Άκουσε τον ήχο από κάποιο ποτάμι που έρεε εκεί κοντά. Το γάργαρο νερό είχε σταθερή ροή και ο ήχος ήταν τόσο… τόσο μαγευτικός μέσα στην σιγαλιά που επικρατούσε σε εκείνο το σημείο του δάσους… Αν και είχε νερό στο σακίδιό του, ο Αμίρ φαντάστηκε τον εαυτό του να σκύβει και να βρέχει το πρόσωπό του και να πίνει λίγο από αυτό το νερό του ποταμού. Πονούσε όλο του το σώμα. Πεινούσε (δεν είχε φάει τίποτα εδώ και ώρα) και ένιωθε το κρύο έδαφος να περονιάζει το δέρμα του. Εισέπνευσε το χώμα και αναγκάστηκε να βήξει.

Ο Αμίρ προσπάθησε να μπουσουλήσει, όπως όταν ήταν μωρό ή όπως είχε αναγκαστεί να κάνει για να ξεφύγει από παιδιά που ήθελαν να τον βλάψουν στο σχολείο. Χρησιμοποίησε τους αγκώνες και τα γόνατά του, όλα με πληγές που τον έτσουζαν. Έσφιξε τα χείλη του, που είχαν ξεφλουδίσει. Ο λαιμός του τον έκαιγε. Λίγο νερό ήθελε. Μόνο μια δυο γουλιές. Από το ποτάμι. Που δεν απείχε παρά λίγα μέτρα. Το άκουγε. Τον περίμενε.
Έκανε ένα βήμα. Δύο. Τρία. Έκανε και ένα τέταρτο.
Ο ήχος του τρεχούμενου νερού τον καλούσε.
Μα τότε άκουσε φύλλα και πετραδάκια να θροΐζουν κάτω από βήματα που τον είχαν πλησιάσει. Και η Μάγισσα, η Γκαχόνα, μίλησε. «Άτακτο αγόρι! Διψασμένο για περιπέτεια, μα και για κάτι τόσο απλό, όσο λίγο νεράκι… Έλα να σε απαλλάξω από τις κακουχίες και τις έγνοιες και την ανούσια ζωούλα που κάνεις. Έλα να σου προσφέρω το φιλί που σου έταξα. Έλα… Άτακτο αγόρι!»

Το αγόρι δεν το ήθελε, αλλά για πρώτη φορά μετά από ώρες τρεξίματος, γύρισε προς την μορφή που στεκόταν πίσω του. Η καμπουριαστή γυναίκα τον κοιτούσε με τα σκοτεινά μάτια της. Δεν μπορούσε να τη δει καλά, μα η όψη της είχε εντυπωθεί στο μυαλό του και, ακόμα και αν δεν του είχε μιλήσει, ήξερε ότι είναι εκείνη. Και ήξερε πως είναι χαρούμενη που θα τον έβλαπτε.
«Ό-όχι» ψιθύρισε ο Αμίρ και στράφηκε ξανά προς το ποτάμι. Δεν έβλεπε πού πήγαινε, αλλά ένιωθε κάτω από τα χέρια του το χώμα να γίνεται ολοένα και πιο υγρό. Λίγο ακόμα ήθελε. Λίγο… νερό… Κι ίσως έπαιρνε λίγη δύναμη και ξέφευγε…
Έκανε άλλο ένα βήμα.
Και ένα ακόμη.

Μα τότε, ενώ άπλωνε το αριστερό χέρι του για να φτάσει στο ποτάμι, δεν άγγιξε το χωμάτινο έδαφος ή κάποιο φυτό ή κάποια πέτρα. Αυτό που ακούμπησε ήταν μια μπότα. Και δίπλα από αυτήν υπήρχε άλλη μία. Ο Αμίρ εξερεύνησε με τα χέρια του και εστίασε με το βλέμμα του. Όντως, το σχήμα, η υφή, τα κορδόνια…
Δύο ψηλές μπότες.

Στη συνέχεια, έγιναν δύο πράγματα. Πρώτα, η μάγισσα είπε «Ποιος είσαι εσύ;» Και μετά, αυτός που φορούσε τις μπότες έσκυψε και μίλησε στον Αμίρ «Πώς σε λένε, αγόρι μου;» Είχε ξενική προφορά, αλλά όσα είπε ήταν κατανοητά.
«Με λένε Αμίρ».
«Χαίρομαι για την γνωριμία μας, Αμίρ. Εμένα με λένε Ραφαήλ. Είμαι εδώ για να σε βοηθήσω».
«Ραφαήλ; Όπως ο Αρχάγγελος Ραφαήλ; Ο προστάτης της πόλης;»
«Εγώ είμαι ο δικός σου προστάτης αυτή τη στιγμή, Αμίρ. Δικός σου και της κοπέλας που έχει μπει μέσα της ένα τέρας. Το τέρας που σε κυνηγάει».
«Δεν είναι κοπέλα. Είναι η κακιά μάγισσα. Η Γκαχόνα, έτσι μας την είπε η δασκάλα. Έχει μεγάλη καμπούρα και μαγκούρα και φοράει μανδύα και ζει σε μια καλύβα στο δάσος και αρπάζει παιδιά. Θέλει να με αρπάξει και να με φάει».
«Μείνε εδώ, Αμίρ». Ο Ραφαήλ σηκώθηκε με κόπο και περπάτησε προς την γυναίκα που στεκόταν λίγο πιο πέρα. Έβλεπε μια νέα κοπέλα που είχε καμπουριάσει την μέση της, την είχε παραμορφώσει σχεδόν. Τα μαλλιά της τα είχε ξέπλεκα και τα ρούχα της είχαν φθαρεί, σε σημείο που να έχουν γίνει πιο αποκαλυπτικά απ’ όσο θα ήθελε. Ο Ραφαήλ καταλάβαινε πώς την έβλεπε ο Αμίρ με την παιδική του φαντασία και τις φιγούρες που θα είχε δει σε ταινίες και βιβλία. Αλλά ο Ραφαήλ έβλεπε απλώς μια διεφθαρμένη ψυχή, που χρειαζόταν λύτρωση.

«Όποιος κι αν είσαι» του είπε η Γκαχόνα «θα πεθάνεις τελευταίος. Πρώτα θα δεις τι θα κάνω σε τούτο το άτακτο αγόρι και μετά θα αναλάβω εσένα. Θέλω να δεις και να βιώσεις τη φρίκη του άτακτου αγοριού, όσο παίρνω την ζωή από μέσα του».
Ο Ραφαήλ είπε «Δεν πρόκειται να πειράξεις τον Αμίρ. Αρκετούς ανθρώπους διέφθειρες, Γκαχόνα. Καιρός να σε σταματήσει κάποιος».
Η Γκαχόνα γέλασε και όρμησε προς το πεσμένο αγόρι.

Ο Ραφαήλ άπλωσε το χέρι του και άδραξε την καμπουριαστή κοπέλα από τον λαιμό. Οι δαίμονες μέσα του πήραν τον έλεγχο και μπόρεσαν να σηκώσουν το σώμα της κοπέλας και να φέρουν το πρόσωπό της κοντά στο δικό του, για να δει η Γκαχόνα ποιος είναι ο ισχυρότερος εδώ. «Πριν, όταν κυνηγούσες το αγόρι, έλεγες πως ξέρεις ό,τι υπάρχει στο δάσος, όποτε και όπου υπάρχει. Αλλά δεν ήξερες ότι ΣΗΜΕΡΑ υπάρχουμε ΕΜΕΙΣ σε τούτο το δάσος, έτσι δεν είναι; Άτακτη μάγισσα!»
Η Γκαχόνα ούρλιαξε.
Οι δαίμονες ετοιμάστηκαν να «φιλήσουν» την κοπέλα, για να απορροφήσουν το δαίμονα που κατοικούσε στην ψυχή της.
Όμως, αυτό που δεν περίμεναν είναι ότι η Γκαχόνα θα άρπαζε το χέρι του Ραφαήλ και θα το δάγκωνε, μπήγοντάς του το πιο τροχισμένο δόντι της.

Οι δαίμονες χτύπησαν με το άλλο χέρι την Γκαχόνα, στέλνοντάς τη να πέσει στο έδαφος. Έπειτα, έπεσε πάνω της, καθηλώνοντας όπως-όπως το σώμα της, και προσπάθησε να αρπάξει τα χέρια της, για να μπορέσει να ρουφήξει από μέσα της τον δαίμονα. Αλλά δυσκολευόταν, γιατί το τραυματισμένο του χέρι έμοιαζε να χάνει τη δύναμή του από το δηλητήριο της Γκαχόνα.

Ο Αμίρ έβλεπε τις δυο μορφές να παλεύουν. Ένιωθε μπερδεμένος, γιατί ο άντρας που του είχε πει ότι τον λένε Ραφαήλ και πως ήταν ο προστάτης του, είχε μιλήσει και μετά είχε βγάλει μια κραυγή που θύμιζε κάπως αυτή της Μάγισσας. Το αγόρι δεν ήξερε πλέον αν μπορούσε να τον εμπιστευτεί. Δεν ήταν ο Αρχάγγελος, ήταν… κάτι άλλο. Κάτι σχεδόν τόσο διαβολικό όσο η Μάγισσα.

Για αυτό και ο Αμίρ δεν περίμενε να δει την έκβαση της μάχης: είχε δει από νωρίτερα πού βρισκόταν το κινητό του, οπότε σηκώθηκε, το πήρε και άρχισε να τρέχει. Πέρασε τσαλαβουτώντας το ποτάμι και συνέχισε στην αντίπερα όχθη. Προσπαθούσε να σκεφτεί, ενθυμούμενος και όσα τους είχε πει η δασκάλα για τούτο το δάσος. Τους είχε πει για μία κακιά μάγισσα. Για ένα τέρας, όχι για ΔΥΟ. Γιατί κι αυτός ο υποτιθέμενος Ραφαήλ τέρας πρέπει να ήταν, όσο γλυκά κι αν είχε μιλήσει στον Αμίρ.
Κι αυτός είπε ότι ένα τέρας έχει μπει μέσα στην κοπέλα; Τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό; Μήπως ήθελε να τον παραπλανήσει; Μήπως… μήπως αυτός ο άντρας ήθελε να βγάλει από την μέση την Γκαχόνα, για να… για να έχει δικό του τον Αμίρ;
Όχι! Μαμά μου, όχι!

Ο Αμίρ άκουσε μια κραυγή πίσω του, αλλά δεν σταμάτησε.
Έτρεξε.
Έτρεξε ακόμη κι όταν η μπαταρία του ταλαιπωρημένου κινητού σώθηκε και η οθόνη και το φλας έσβησαν. Έπεσε πάνω σε δέντρα, αλλά δεν σταμάτησε. Έγδαρε το σώμα του και χτύπησε, αλλά δεν σταμάτησε. Ο λαιμός του τον έκανε να νιώθει άρρωστος.

Σταδιακά, μείωσε ταχύτητα. Κατ’ ανάγκη, καθότι ήταν ήδη πολύ κουρασμένος.
Αλλά συνέχισε το τρέξιμο. Ήλπιζε ότι πλησίαζε στην έξοδο, προς τον αυτοκινητόδρομο. Εκεί όπου μπορεί να βρισκόταν κάποιος να τον βοηθήσει, να τον πάει πίσω στην μητέρα του. Ίσως έβρισκε και την ίδια την μητέρα του, μαζί με αστυνομικούς που θα τον γύρευαν.
Ίσως χρειάζονταν μερικά βήματα ακόμα. Αν και δεν άκουγε τροχούς να διασχίζουν την άσφαλτο ούτε κορναρίσματα, ούτε έβλεπε φώτα οχημάτων, ούτε άκουγε ανθρώπινες φωνές…
Ο Αμίρ ήλπιζε.
Και έτρεχε.

Ώσπου κάποιος τον σταμάτησε και τότε άκουσε τον συριγμό ενός φιδιού και το γρύλισμα ενός λύκου. Δεν ήταν πολύ μακριά, κι αυτό τρόμαξε τον Αμίρ. «ΑΦΗΣΕ ΜΕ!» φώναξε σε αυτόν που τον είχε σταματήσει.
«Ησύχασε, Αμίρ. Ησύχασε» είπε ο Ραφαήλ. «Δεν θα σε βλάψω. Να, δες με». Άναψε ένα φακό. «Δες, εγώ είμαι. Ο Ραφαήλ, που θέλω να σε προστατέψω».
«Όχι, είσαι κακός! Είσαι σαν εκείνη, σαν την Γκαχόνα. Φύγε, άσε με!» Ο Αμίρ τον χτυπούσε, αν και ήξερε ότι δεν τον έβλαπτε. Δεν είχε αρκετή δύναμη για να κάνει κακό σε έναν μεγάλο, ακόμα και σε κάποιον που δεν ήταν πολύ πιο μεγαλόσωμος από τον ίδιο. «Άσε με… σε παρακαλώ…» έλεγε κλαίγοντας.
«Αμίρ, νομίζω ότι αυτό είναι δικό σου». Ο Ραφαήλ έδωσε στο αγόρι το καπέλο του. «Εδώ, κράτησέ το. Φόρεσέ το».

Ο Αμίρ έπιασε το καπέλο. Το είδε που είχε φθαρεί και λερωθεί. Το τίναξε και το φόρεσε. Και κοίταξε τον άντρα. Δε φαινόταν να έχει κακία μέσα του. Ήταν ένας κοντός ενήλικας, πιο μεγάλος από την μητέρα του Αμίρ. Είχε καφετιά μάτια, στο χρώμα του αμύγδαλου. Φορούσε παντελόνι τζιν, καφέ καρό πουκάμισο και γιλέκο. Το γιλέκο, το παντελόνι και το πουκάμισο ήταν σκισμένα σε μερικά σημεία. Το πρόσωπό του, πληγιασμένο μεν, έδειχνε όντως καλοκάγαθο.
Αλλά η φωνή του… νωρίτερα…

Ο συριγμός και το γρύλισμα ακούστηκαν ξανά.

Ο Ραφαήλ κοίταξε γύρω του. Εντόπισε τον λύκο, που στεκόταν ανάμεσα σε δύο δέντρα και τους κοιτούσε δείχνοντας τα δόντια του. Το φίδι δεν μπορούσε να το δει, αλλά ήξερε πως είναι κάπου εκεί κοντά. Μετά στράφηκε πάλι προς το αγόρι. «Αμίρ» είπε «θέλω να με ακολουθήσεις. Μην κάνεις φασαρία. Θα βγούμε από αυτό το δάσος, στο υπόσχομαι. Αλλά θα χρειαστεί να είμαστε όσο πιο ήσυχοι μπορούμε, εντάξει;»
«Ναι, εντάξει».
«Ωραία. Ωραία. Μπορείς να περπατήσεις;»
«Ναι, απλά… διψάω πολύ. Και πεινάω».
«Έχεις νερό και φαγητό στο σακίδιό σου;»
«Ναι, ναι, έχω» απάντησε ο Αμίρ και άνοιξε το σακίδιο.
«Ωραία». Όσο έτρωγε το αγόρι, ο Ραφαήλ έριξε άλλη μια ματιά στα δύο άγρια ζώα. Ο λύκος είχε πλησιάσει, με σκυμμένο το κεφάλι, αλλά πάντα με το βλέμμα του καρφωμένο πάνω τους. Το φίδι σύριζε, αλλά δεν είχε μετακινηθεί από την θέση του. Ουσιαστικά, τον λύκο έπρεπε να προσέχουν. Ένα ζώο που το βρίσκεις μόνο του, ενώ συνήθως κυκλοφορεί σε αγέλη, μπορεί να σημαίνει διάφορα πράγματα. Όπως ότι είναι άρρωστο ή ετοιμοθάνατο. Ή ότι είναι ανιχνευτής και, με το που εντοπίσει υποψήφια θηράματα, θα ειδοποιήσει τα άλλα μέλη της ομάδας του. Ο Ραφαήλ έκρινε πως το συγκεκριμένο ζώο μάλλον ήταν εξόριστο από την αγέλη του. Γιατί το γρύλισμά του δεν ήταν τόσο δυνατό, για να το ακούσουν άλλοι λύκοι, και επιπλέον δεν έτρεχε μακριά τους, για να βρει άλλους λύκους. Ήταν ένας μοναχικός λύκος, που όμως φαινόταν πεινασμένος. Και τους παρατηρούσε, πλησιάζοντάς τους σιγά-σιγά.

Κι εμείς είμαστε μόνο δύο, σκέφτηκε ο Ραφαήλ. Μετά, μια ιδέα πέρασε από το μυαλό του. Ή όχι; Αν επέλεγε να αναλάβουν ξανά Εκείνοι, οι δαίμονές του, τον έλεγχο, μπορεί να τρόμαζε πάλι τον Αμίρ, όπως συνέβη νωρίτερα. Αλλά δεν έβλεπε άλλη λύση, από την στιγμή που δεν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι τριγύρω ή που ο ίδιος δεν είχε κάποιο πυροβόλο όπλο, για να αμυνθούν. Ήταν αναγκαίο κακό, όπως είχε παραδεχτεί μέσα του εδώ και χρόνια, από τότε που κατέλαβαν το μυαλό και το σώμα του και αποφάσισε πως είτε θα τους πολεμούσε (σκοτώνοντας πιθανότατα τον ίδιο του τον εαυτό), είτε θα έκανε κάποιου είδους ειρήνη με τον εαυτό του και μαζί τους. Είχε επιλέξει το δεύτερο και μέχρι τώρα τα πήγαιναν πολύ καλά. Αλλά δεν περίμενε ότι ένα μικρό παιδί, το οποίο μάλιστα είχε αντιμετωπίσει ένα δαίμονα, θα έδειχνε την ίδια κατανόηση.
Αλλά κάτι έπρεπε να γίνει. Γιατί ο λύκος έκανε λίγα ακόμη βήματα προς το μέρος τους –πλέον, μόνο ένα ρυάκι τους χώριζε.

«Κ-κύριε; Έρχεται κοντά μας» είπε ο Αμίρ.
«Ναι, το ξέρω». Ο Ραφαήλ πήρε μια βαθιά ανάσα. Έσκυψε προς το μέρος του αγοριού. «Πώς είναι το φαγητό και το νερό σου;»
«Τέλεια!» είπε το αγόρι. «Αλλά ο λύκος…»
«Το ξέρω, το ξέρω. Αμίρ, πριν προχωρήσουμε, πρέπει να σε ρωτήσω κάτι».
«Ναι, ναι, ό,τι θες» απάντησε το αγόρι, κοιτώντας έντρομο τον λύκο.
Ο Ραφαήλ τον κοίταξε κατάματα. «Με εμπιστεύεσαι;»
Ο Αμίρ δεν απάντησε. Έτρεμε.
Ο Ραφαήλ αποτόλμησε να σκουντήξει το αγόρι. «Αμίρ; Κοίταξέ με».
Ο Αμίρ τον κοίταξε, με το φόβο να έχει παραλύσει το αδύνατο κορμί του.
«Με εμπιστεύεσαι, Αμίρ; Απάντησέ μου, σε παρακαλώ. Με εμπιστεύεσαι;»
Το αγόρι χρειάστηκε μια δυο στιγμές, αλλά τελικά κατένευσε.
«Ωραία. Ωραία. Αυτό είναι σημαντικό». Ο Ραφαήλ άκουσε το γρύλισμα που πλησίασε κι άλλο. Ρώτησε το αγόρι «Ζουν οι γονείς σου, Αμίρ;»
Το αγόρι σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε πάλι τον λύκο. «Η… η… η μαμά μου… ζει».
«Θα πάμε στην μαμά σου, Αμίρ. Θα ξεκινήσουμε τώρα. Θα βγούμε από αυτό το δάσος και θα πάμε στην μαμά σου. Εντάξει;»
«Ν-ναι… ναι… Μα ο λύκος…»
«Αμίρ!»
Το αγόρι στράφηκε πάλι προς τον Ραφαήλ.
«Ό,τι κι αν γίνει από δω και πέρα, εσύ θα είσαι πίσω από εμένα, θα κρατάς το γιλέκο μου και δεν θα κοιτάς τίποτα άλλο, παρά εμένα, την πλάτη μου, και το έδαφος που πατάμε. Εντάξει; Εντάξει, Αμίρ;»

Ο λύκος άνοιξε τα σαγόνια του. Τώρα ήταν σε απόσταση μικρότερη των δεκαπέντε μέτρων. Σάλια έπεφταν στο χωμάτινο έδαφος.
«Εντάξει, Αμίρ;»
«Ναι, ναι, ναι, εντάξει!» φώναξε το αγόρι.
«Τέλεια. Βάλε το μπουκάλι και ό,τι έμεινε από το φαγητό σου στο σακίδιο. Να, πάρε και το φακό, θα τον έχεις στραμμένο μπροστά, πέρα από εμένα. Και… Πάμε, λοιπόν». Την επόμενη στιγμή, οι δαίμονες σήκωσαν το σώμα του Ραφαήλ και στράφηκαν προς τον λύκο.
Ο Αμίρ κρατούσε το γιλέκο του άντρα.

Αλλά ο λύκος δεν έβλεπε κανέναν άντρα. Έβλεπε έναν όμοιό του που κάποτε πρέπει να ζευγάρωσε με άνθρωπο. Γιατί τώρα απέναντί του είχε έναν λύκο που είχε κορμοστασιά ανθρώπου. Έβλεπε έναν λυκάνθρωπο, ένα ον πιο άγριο και από τον ίδιο. Ένιωθε την απειλή, τον κίνδυνο που ελλόχευε πίσω από τα πορφυρά μάτια του τέρατος που στεκόταν στα δύο πόδια.

Ο λύκος έβλεπε και ένιωθε ό,τι ήθελαν οι δαίμονες να δει και να νιώσει. Χρησιμοποιούσαν ουσιαστικά την πονηρή μέθοδο που είχε χρησιμοποιήσει η Γκαχόνα πρωτύτερα, όταν κυνηγούσε τον Αμίρ: είχε επιβάλει στο αγόρι τι να δει. Έτσι και οι δαίμονες επέβαλλαν στον λύκο τη δική τους παγίδα.
Αλλά ο λύκος, πεινασμένος και ξεχασμένος από την ίδια του τη φαμίλια, δεν αντέδρασε ακριβώς όπως το αγόρι. Φοβήθηκε, μα αποφάσισε να επιτεθεί. Ρίχτηκε στο πανύψηλο τέρας, με ορμή και προτάσσοντας τα αιχμηρά του δόντια.

Ο Αμίρ είχε το κεφάλι σκυμμένο. Άκουσε πολλά, ουρλιαχτά ζώου, σκίσιμο υφάσματος και ήχους σαν να σπας κλαδί. Ένιωσε το σώμα του Ραφαήλ να τραντάζεται. Πάλεψε να μην κοιτάξει τι συνέβαινε λίγα μόλις εκατοστά μπροστά του.
Κάποια στιγμή, κάτι έπεσε στα παπούτσια του. Ο Αμίρ κατέβασε το φακό και είδε πορφυρές κηλίδες να έχουν μουσκέψει τα αθλητικά του. Ξεροκατάπιε και γούρλωσε τα μάτια. Είχε ξαναδεί αίμα, αλλά ποτέ τόσο πολύ.
Κι άλλες σταγόνες έπεσαν προς το μέρος του.

Ο Αμίρ έκλεισε τα μάτια και τα αυτιά του, γονάτισε και περίμενε, σκεπτόμενος μόνο την μητέρα του. Παρακαλούσε τον Αρχάγγελο να βοηθήσει ώστε να την ξαναδεί.
Και τότε, ένιωσε ένα χέρι να ακουμπάει την πλάτη του και άκουσε την κουρασμένη φωνή του Ραφαήλ να του λέει «Έλα, αγόρι μου. Έλα, Αμίρ. Πάμε. Είμαστε ασφαλείς τώρα. Έλα, σήκω».
Ο Αμίρ το έκανε. Σηκώθηκε και κοίταξε τον Ραφαήλ.
Αλλά πριν δει περισσότερα, ο Ραφαήλ έκλεισε τα μάτια του μικρού. Είπε σε αυστηρό τόνο «Όπως είπαμε πριν, εγώ προχωράω μπροστά κι εσύ με ακολουθείς. Δεν κοιτάς τίποτα άλλο, εκτός από την πλάτη μου και το έδαφος που πατάμε. Τίποτα άλλο, πουθενά αλλού. Εντάξει, Αμίρ;»
Ο Αμίρ απλά ένευσε. Άλλωστε, είχε προλάβει να δει ως ένα βαθμό σε τι κακά χάλια ήταν η όψη του Ραφαήλ. Τα ξεσκισμένα ρούχα του, το γδαρμένο δέρμα από κάτω… Είχε χτυπηθεί άσχημα. Ο Αμίρ αναρωτήθηκε πώς θα ήταν ο λύκος. Ήξερε ότι δεν είχε φύγει. Ήξερε ότι ήταν πεσμένο λίγο παραδίπλα. Με την περιφερειακή του όραση, έβλεπε το κουφάρι του. Αλλά όχι με λεπτομέρειες. Δεν μπορούσε να δει τι ακριβώς του είχε κάνει ο Ραφαήλ. Και ήταν καλύτερα έτσι, αποφάσισε. Δεν θα ήθελε να βλέπει άλλους εφιάλτες, εκτός από αυτούς που του είχε δημιουργήσει η Μάγισσα.
Προχώρησαν, λοιπόν, όπως συμφώνησαν.

Χρειάστηκε να κάνουν πολλές στάσεις, γιατί και οι δύο είχαν ανάγκη από ξεκούραση, για να φάει και να πιει κι άλλο νερό ο Αμίρ και για να περιποιηθεί λίγο ο Ραφαήλ τα τραύματά του. Σε μία από αυτές τις φορές, ο Αμίρ ρώτησε τον Ραφαήλ τι είχε γίνει με την Γκαχόνα. Ο Ραφαήλ έκλεισε τα μάτια, έσκυψε το κεφάλι και το μόνο που είπε ήταν ότι το πρόβλημα είχε λυθεί. Ακούστηκε απογοητευμένος, λυπημένος, κι έτσι ο Αμίρ δεν τον ρώτησε παραπέρα.

Όμως, ο Ραφαήλ τού είπε κάποια πράγματα. Κυρίως, για το τι θα πει όταν τον ρωτούσαν τι του είχε συμβεί. Φρόντισε ώστε το αγόρι να μην αποκαλύψει κάτι για την Γκαχόνα ή για τον ίδιο τον Ραφαήλ. Ο Αμίρ υποσχέθηκε να πει όσα συμφώνησαν. Και η συζήτηση στράφηκε προς την ζωή του αγοριού και της μητέρας του, με τον Ραφαήλ να τον συμβουλεύει καταλλήλως.

Βγήκαν από το δάσος τις πρώτες πρωινές ώρες, πριν τις δύο τα ξημερώματα. Με το που πάτησαν ξανά στην άσφαλτο και κίνησαν προς την πόλη της Κόρδοβας, ο Αμίρ ένιωσε μεγάλη αγαλλίαση, σαν να του είχε φύγει ένα μεγάλο βάρος.

Οι δρόμοι τους χώρισαν όταν ένα περιπολικό με αναμμένο φάρο έστριψε προς το μέρος τους και εκείνοι κρύφτηκαν σε έναν παράδρομο. Ο Ραφαήλ άφησε τον Αμίρ υπενθυμίζοντάς του όσα είχαν πει προ ολίγου. Ο Αμίρ αγκάλιασε τον τραυματισμένο άντρα και τον ευχαρίστησε και του είπε ότι δεν θα τον ξεχάσει ποτέ.
Ύστερα, βγήκε στην λεωφόρο και έκανε σήμα στο περιπολικό, το οποίο σταμάτησε δίπλα του. Ο Ραφαήλ περίμενε μέχρι οι αστυνομικοί να βάλουν τον Αμίρ στο αυτοκίνητο και τότε κάθισε λίγο στο πεζοδρόμιο. Έβγαλε ξανά τα φάρμακα που είχε πάνω του και φρόντισε ξανά τις πληγές του.
Έπειτα, σηκώθηκε με κόπο και κίνησε για το μικρό ξενοδοχείο όπου είχε αφήσει τα πράγματά του.

Η μητέρα του Αμίρ, που είχε διώξει από ώρα τον άντρα που βασάνιζε τον γιο της, έκλαψε και φώναξε από χαρά όταν είδε το αγόρι. Αγκάλιασε τον Αμίρ, τον ρώτησε αμέτρητες φορές αν ήταν καλά και γιατί είχε φύγει. Άκουσε όσα είχε να της πει και του υποσχέθηκε ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε για να φτιάξουν την ζωή τους. Θα μετακόμιζαν κι εκείνη θα έψαχνε μια καλύτερη δουλειά. Ο Αμίρ της είπε πόσο πολύ την αγαπάει και η μητέρα του είπε πόσο εκείνη τον αγαπάει. Πριν καληνυχτιστούν, ενώ ο Αμίρ είχε ξαπλώσει, η μητέρα του έσκυψε και του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και τον αγκάλιασε ξανά.
Οι αστυνομικοί έφυγαν όταν βεβαιώθηκαν ότι η οικογένεια ήταν ξανά ενωμένη.

Ο Ραφαήλ επέστρεψε την επόμενη ημέρα στο δάσος. Επέστρεψε για την κοπέλα που λεγόταν Νουρ και η οποία είχε παραδώσει την ψυχή της στην Γκαχόνα, ένα θηλυκό βρικόλακα-δαίμονα που στις διάφορες απεικονίσεις έμοιαζε με μάγισσα από παραμύθι. Δεν ήταν απλά μια διεφθαρμένη ψυχή που χρειαζόταν λύτρωση, όπως είχε πιστέψει στην αρχή. Όχι. Όταν απορρόφησε από την κοπέλα τον δαίμονα, έμαθε ότι η Νουρ είχε επικαλεστεί την Γκαχόνα μετά που βιάστηκε από συναδέλφους της στο γραφείο όπου δούλευε. Την είχαν βρει στο διαμέρισμά της, μόνη ως συνήθως (η Νουρ δεν είχε συγγενείς, ούτε κάποιον φίλο ή φίλη), και, ούσα η μοναδική γυναίκα από τις πέντε που δεν ήθελε να έχει περαιτέρω επαφές με τους άντρες συναδέλφους της, εκείνοι αποφάσισαν να την «τιμωρήσουν». Τους τιμώρησε και η ίδια αργότερα, αλλά ως Γκαχόνα πια.

*****

«Όχι» λέει ο Ραφαήλ στην Αζεμάν, που πλέον, χορτασμένη και κρεμασμένη ανάποδα μέσα στο κλουβί της, τον κοιτάζει. «Η απάντηση στην ερώτηση που θα μου έκανες αν είχες ανθρώπινη λαλιά είναι όχι. Δεν νιώθω καλά για ό,τι έγινε στο δάσος, μεταξύ εμού και της κοπέλας. Και μετά ό,τι έγινε με τον λύκο. Ναι, είχαν Εκείνοι, οι δαίμονες, τον έλεγχο, αναγκαστικά. Αλλά… είναι η πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια που κάνω κάτι… κάτι τέτοιο. Κάτι φριχτό. Και μάλιστα, δύο φορές μέσα στο ίδιο βράδυ». Κουνάει το κεφάλι του, που κάπως έχει ηρεμήσει από τα παυσίπονα που έχει πάρει. «Πήγα εκεί για να βοηθήσω αυτή την κοπέλα, την Νουρ. Μετά από έρευνα που έκανα, αναζητώντας τα ίχνη της, βρέθηκα στην εξωτική Κόρδοβα, μια πολύ ωραία πόλη. Βρέθηκα να κοιτάζω αγάλματα του Αρχάγγελου Ραφαήλ και να μαθαίνω κουτσομπολιά για το δάσος έξω από την πόλη, στο οποίο είχαν πεθάνει άνθρωποι και που φημολογούνταν από παλιά ότι ήταν στοιχειωμένο από μια κακιά μάγισσα. Έψαχνα για ώρες, μέχρι που είδα την κοπέλα, η οποία περιφερόταν και μιλούσε με χαιρεκακία σε κάποιον, σε κάποιον που δεν έβλεπα. Τον αποκαλούσε “άτακτο αγόρι”». Αναστενάζει. «Κατάλαβα ως ένα βαθμό τι συνέβαινε και βεβαιώθηκα ότι όντως υπήρχε ένα υποψήφιο θύμα, ένα αγόρι, που έτρεχε να ξεφύγει». Σταματάει πάλι. Δεν ξέρει αν περιμένει κάποια απάντηση από την Αζεμάν, αλλά δεν ξέρει και πώς να συνεχίσει, τι άλλο να πει.
«Απλά… πήγα εκεί, για να κάνω κάτι καλό» λέει μετά από ένα λεπτό. Κοιτάζει τα χέρια του, ενθυμούμενος τι είχε κάνει σε εκείνο το δάσος. Νιώθει τα χτυπήματα που είχε δώσει, τη σάρκα και το τρίχωμα που είχε ρημάξει. Που Εκείνοι είχαν ρημάξει, μέσω του ιδίου. «Να κάνω κάτι καλό. Είπα ότι είμαι προστάτης του Αμίρ και της κοπέλας. Ήθελα να τους σώσω, και τους δύο. Όχι να… να…»

Τότε η Αζεμάν αντιδράει: βγάζει έναν ήχο που στο μυαλό του Ραφαήλ μοιάζει με γέλιο. Τον περιγελάει, χαίρεται που αυτός έχει κάνει κάτι κακό. Γιατί ξέρει πως ο άντρας δεν θέλει να βλάπτει άλλους ανθρώπους.
«Τελικά, ίσως ο Αμίρ να είχε δίκιο, όταν είπε ότι είμαι σαν την Γκαχόνα». Ο Ραφαήλ κατεβάζει το κεφάλι. Τρίβει το σβέρκο του. Τα μάτια του κλείνουν. Είναι πολύ κουρασμένος, για να συνεχίσει. «Λοιπόν» λέει «τα υπόλοιπα δε χρειάζεται να τα ξέρεις, δεν θα σου προσφέρουν κάτι. Αυτό που ήθελες να ακούσεις το άκουσες».
Σηκώνεται, παίρνει την καρέκλα και πηγαίνει ως την πόρτα.

Η Αζεμάν βγάζει ξανά τον ίδιο ήχο, πιο δυνατά, με περισσότερη κακία.
Ο Ραφαήλ ανοίγει την πόρτα. Αλλά δε βγαίνει αμέσως. Αντίθετα, λέει «Σε ένα παραμύθι, όταν το ολοκληρώσεις, λες “Τέλος καλό, όλα καλά”. Ή “Ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα”. Αλλά ξέρουμε και οι δύο ότι καμιά από τις δύο φράσεις δεν ταιριάζει σε αυτό το παραμύθι, έτσι δεν είναι;».
Ή μπορεί να ισχύει. Για τον Αμίρ. Έστω για αυτόν και την μητέρα του, σκέφτεται.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Αποτελεί απευθείας συνέχεια του «Το κυνήγι του Αμντούσιας» (https://thebluez.gr/2024/06/10/—/).
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr.
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/anastkom/.
Και στον ακόλουθο σύνδεσμο όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading