Και το τζουκ μποξ παίζει ακόμα…

«Σταμάτησε του ρολογιού τους δείκτες, τώρα που είμαστε αγκαλιά. Πάρε τις πίκρες, τις πίκρες μου και ρίχ’ τες στο βράχο του κάβο Μαλιά, καλέ μου..»

Η δωρική, βραχνή φωνή της Κουμιώτη, εκείνα τα «μελωμένα» βράδια του καλοκαιριού, «μοίραζε» μεράκια και «ξύπναγε» καημούς. Δεν το ήξερε τότε, αλλά εκείνο το παλιό τζούκ μποξ, στριμωγμένο μέσα στη ξύλινη ταβέρνα, ανάμεσα σε ένα ογκώδες βίντεο παιχνίδι «Pac-man» κι ένα θορυβώδες ψυγείο που βούιζε φορτωμένο με τα αναψυκτικά και τις μπύρες, εκείνο το τζούκ μποξ το βγαλμένο από άλλες δεκαετίες, γεμάτο με τα τραγούδια του «νέου κύματος»- που τελικά δεν «πάλιωσε» ποτέ – θα «έντυνε» μουσικά όλη την παιδική αγνότητα, τα πρώτα ερωτικά καρδιοχτύπια και τελικά θα «έπαιζε» για πάντα σαν λούπα μέσα στο μυαλό της, σαν το soundtrack της νιότης της.

«Μέθυσε απόψε το κορίτσι μου, και γλυκογέρνει μου, στον ώμο..».

Τι συνδυασμός ήταν άραγε αυτό το τραγούδι; Δέλτα – Δύο; Λάμδα – έξι; Ποια χιλιοπατημένα κουμπιά, στο «μουσικό» μηχάνημα οδηγούσαν στο δισκάκι αυτό με την φωνή του Πουλόπουλου;

Δεν θυμάται, ήταν κοριτσάκι… Θυμάται, όμως πως θα ήταν από τα πρώτα που θα ακουγόταν και θα το αφιέρωναν ξανά και ξανά… Θυμάται ντροπαλά αισθήματα που δεν είχαν ακόμα εκδηλωθεί… Θυμάται βλέμματα γεμάτα λαγνεία που ανταλλασσόταν διακριτικά, θυμάται λόγια που δεν τολμούσαν να ειπωθούν, να εκφράζονται μέσα από τους στίχους του τραγουδιού, θυμάται χέρια να αγγίζονται δειλά, δάχτυλα να πλέκονται, φλόγες να σπιθίζουν και να ανάβουν φωτιές. Τέλος δεκαετίας του ’80, σιγά σιγά η εφηβεία πλησίαζε και σηματοδοτούσε, για κάποιους τολμηρούς πιο γρήγορα, για άλλους πιο δειλούς πιο αργά, το τέλος της αθωότητας.

«Τόσα καλοκαίρια μου είχαν φύγει από τα χέρια, τόσα καλοκαίρια που δεν σ’ αγαπούσα, ρώταγα τι φταίει για το στόμα μου που καίει, τώρα ξέρω πως τα χείλη σου ζητούσα…».

Στην άκρη της προκυμαίας, στο τέλος της «περαντζάδας», εκεί που έσκαγε το κύμα κι ακουγόταν το τραγούδι της θάλασσας, πότε γλυκό και πότε άγριο, χάζευε τις γλιστερές πέτρες που είχαν μικρές πράσινες φουντίτσες επάνω και τους αχινούς που γραπωνόταν ή στριμώχνονταν ανάμεσά τους. Μικρά κοπάδια από ψαράκια λικνιζόταν χαλαρά, κέφαλοι περιπολούσαν για τις μικρές μπάλες ψωμάκι που θα έριχναν οι πελάτες της μοναδικής ταβέρνας και καβουράκια πηγαινοερχόταν αγουροξυπνημένα, φλερτάροντας κάτι ακατάδεκτες πεταλίδες. Το κίτρινο φως της λάμπας του δήμου φώτιζε όλον αυτόν τον θαλάσσιο, υπέροχο κόσμο αλλά εκείνη κοιτούσε βαριεστημένα, σαν να μην την κέρδιζε όλη εκείνη η ομορφιά. Και δεν θα την κέρδιζε ούτε ο κόσμος της στεριάς, ούτε της θάλασσας, γιατί τον κόσμο της γέμιζε ένα μόνο πρόσωπο… ένα αγόρι που δεν ήξερε καν αν της είχε ρίξει ποτέ μια ματιά…

«Απόψε για σένα θα ανάψω τα αστέρια, να πέσουν βροχή μες τα δυο σου τα χέρια…»

Η νύχτα γλυκιά – μέλι, το καινούργιο φεγγάρι μόλις είχε ξεπροβάλει, σαν λεπτό φρύδι, πάνω από τα πολύχρωμα σπιτάκια του νησιού και το αεράκι της θάλασσας δρόσιζε την βραδιά του Ιουλίου και σκόρπιζε παντού αρώματα από τα γιασεμιά και τα νυχτολούλουδα. Όταν άρχιζε το σεργιάνι, παρέες από κορίτσια κι αγόρια κατέβαιναν στο γιαλό και τα γέλια, το κέφι, η ενέργειά τους, που ξεχείλιζε, όλα ανέδιδαν ερωτισμό, διάθεση για διασκέδαση και για φλερτ.

Υφάσματα πολύχρωμα, αέρινα, κοκάλινα σκουλαρίκια και γλίτερ σκιές, φράντζες φουσκωτές και λακ με το κιλό – χαρακτηριστικά της γυναικείας μόδας του ’80 – λινά, ανοιχτόχρωμα ρούχα για τα αγόρια – που γλίτωναν συνήθως από τις κακογουστιές της εποχής με κάπως παραπάνω τζελ στα μαλλιά -. Όμως, αυτό που λίγωνε κι αιχμαλώτιζε τις αισθήσεις, ήταν αυτές οι αξέχαστες μυρωδιές, τα αρώματα, άλλα ανάλαφρα, άλλα βαριά και μεθυστικά, μπερδεμένα με τα αντηλιακά λάδια και τις λοσιόν στις διπλανές ξαπλώστρες της παραλίας, χάραζαν στην μνήμη το άρωμα από τα υπέροχα πρώτα καλοκαίρια. Και ανάμεσα σε όλο αυτό το πλήθος από νεανικές παρέες, εκείνη θα αναζητούσε και θα αναγνώριζε, ακόμα και μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, την φιγούρα του, το περπάτημά του, το πανέμορφό του πρόσωπο. Κι ας μην είχε τολμήσει να του μιλήσει ποτέ…

«Μια αγάπη για το καλοκαίρι θα είμαι κι εγώ, να σου κρατώ δροσιά στο χέρι, να σε φιλώ…»

Η μαγεία της καλοκαιρινής νύχτας δεν άγγιζε μόνο τους νεαρούς και τις κοπελιές. Θορυβώδη μπουλούκια από πιτσιρίκια χαλούσαν τον κόσμο είτε με τις κόντρες τους με τα ποδήλατα, είτε με τις παθιασμένες φωνές τους για «πέναλτι» και «επαναλαβή» της φάσης – είχε ακούσει τόσες φορές λάθος την λέξη, που κόντευε να πιστέψει ότι εκείνη το πρόφερε λάθος – μετατρέποντας την μικρή πλατεία με τα χαλίκια στο δικό τους προσωπικό «Μαρακανά»! Τα επικά παιχνίδια ποδοσφαίρου τελείωναν, όχι με τις ιαχές των φιλάθλων, αλλά με τις κραυγές των μανάδων για να μαζευτούν «σιά πάνω», αλλά όχι πριν ορμήσουν όλα μαζί στην υπέρτατη απόλαυση, στον επίγειο παράδεισο, το ψυγείο με τα παγωτά, έξω από την ταβέρνα.

«Άσπρα καράβια τα όνειρά μας για κάποιο ρόδινο γιαλό, άσπρα καράβια τα όνειρά μας…»

Στο πολυκαιρισμένο χτίσμα, που ισορροπούσε ακριβώς στα σύνορα της στεριάς με τη θάλασσα, το κιτρινιάρικο φως οδηγούσε δύο βιαστικούς σερβιτόρους, να αποφεύγουν με εξαιρετικούς ελιγμούς τα ξαναμμένα πιτσιρίκια που απολάμβαναν τα παγωτά τους λαίμαργα, πριν λιώσουν. Έμπαιναν κι έβγαιναν, κουβαλώντας μικρά άσπρα πιατάκια γεμάτα ψαροκεφτέδες, καλαμαράκια, μπουρεκάκια, χταποδάκι ξιδάτο μαζί με μπουκαλάκια ούζο και γυάλινα μπολ με παγάκια. Πίσω από τον πάγκο ψήνονταν σουβλάκια, τηγανίζονταν φρέσκια αθερίνα, κοβόταν ντομάτες και πιπεριές για την χωριάτικη.

«Λίγο χνουδάκι στο απανόχειλο κι ένα τσιγάρο από κάτω, μεθυσμενάκι στο κατώφλι μου, αργά μεσάνυχτα Σαββάτο…»

Από την άλλη άκρη της προκυμαίας, τα “μπουζούκια” κούρδιζαν τις πρώτες νότες γιατί σε λίγο το πανηγύρι θα άρχιζε. Γιατί σε ποιο νησί, όσο μικρό κι αν είναι, δεν στήνονται γλέντια να χαρεί ο κόσμος μπάλο και συρτό, να καμαρώσει λεβέντες να χορεύουν «απτάλικο», αυτό τον μερακλίδικο, αντικριστό χορό που ενώνει γη με ουρανό, ακόμα και να δακρύσει με το κλάμα του βολιού ή να ταξιδέψει σε χαμένες πατρίδες με το ούτι…

Δεν θα τον έβλεπε… Δεν πειράζει, είχε συνηθίσει να μην είναι τυχερή, να περνά απαρατήρητη. Λαχτάρησε όμως να διαλέξει ένα τραγούδι, ένα τραγούδι για εκείνον κι ας μην το άκουγε ποτέ, έτσι να του το στείλει μέσα στην νύχτα, να το ντύσει με τα πιο βαθιά της αισθήματα, τα ανομολόγητα, να χτίσει επάνω του το όνειρο το δικό της πως θα μπορούσε κάποτε να αγαπηθεί. Μπήκε στο μικρό χώρο της ταβέρνας, δειλά, δεν έβλεπε καλά, κάπνα, ίσως και κάπως βουρκωμένα μάτια και στάθηκε μπροστά στο τζουντ μποξ.
Ένιωσε μια παρουσία να στέκεται πίσω της, ήταν μια αίσθηση που δεν τολμούσε να πιστέψει, η καρδιά της έχασε τους χτύπους της, αυτό το άρωμα, αυτό… δεν μπορεί, δεν μπορεί… Δεν είναι αλήθεια! Γύρισε και τον είδε να την κοιτά με το υπέροχο πλατύ του χαμόγελο και τα βαθιά, σκούρα του μάτια, χωρίς επίγνωση της ομορφιάς του, πράγμα που τον έκανε ακόμα πιο γοητευτικό.

– Θέλεις να διαλέξεις τραγούδι; της είπε και την κοίταξε γλυκά.

Δεν έμαθε ποτέ το κοριτσάκι, αν εκείνος βρέθηκε τυχαία εκεί, να διαλέξει τραγούδι στο τζουκ μποξ ή είχε πάει να την συναντήσει επίτηδες. Συνήθως ήταν εκείνη που εμφανιζόταν, διακριτικά – έτσι νόμιζε τουλάχιστον – μπροστά του. Δεν θα τολμούσε, να ρωτήσει κι ας της έκαιγε η ερώτηση τα χείλια. Έμαθε όμως, εκείνο το βράδυ, πώς είναι να περπατάς για πρώτη φορά δίπλα στο αγόρι που ερωτεύτηκες, να νιώθεις για πρώτη φορά το βλέμμα του πάνω σου, να σε χαϊδεύει απαλά κι ας μην σ’ έχει πλησιάσει καν. Έμαθε πώς είναι να χαμογελά μόνο για σένα και να φωτίζονται τα μάτια του, να φωτίζεται όλη η νύχτα από βεγγαλικά, να φωτίζεται όλος ο κόσμος σου, όλη η πλάση! Και το παλιό τζουκ μποξ εκεί, να παίζει πεισματάρικα, τραγούδια για τον έρωτα, για να μας θυμίζει πως είναι αυτός που από το τίποτα γεννά μαγεία ξανά και ξανά και ξανά..

“Η ζωή μου άρχισε μες τα δυο του χέρια, το κερί μου έλιωσε, μα ανάψανε τα αστέρια…”.

Ασπασία Κουρέπη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading