Η Γ(γ)αρυφαλλιά

Δύο ήταν οι αδυναμίες της κυρίας Λίτσας (εκ του Γαρυφαλλιά). Η εγγονή της η Φάλια (εκ του Γαρυφαλλιά) και η κόκκινη γαρυφαλλιά της, δώρο της μακαρίτισσας της κόρης της, της μητέρας της Φάλιας. Η κυρία Λίτσα ήταν μοδίστρα. Είχε αφήσει τη βελόνα τα τελευταία χρόνια καθώς η υγεία της είχε πάρει την κάτω βόλτα, μετά το θάνατο της μοναχοκόρης της. Μόνη της παρηγοριά η εγγονή της και τα λουλούδια της. Είχε κι ένα γιο, ο οποίος ήταν καπετάνιος και ταξίδευε συνέχεια. Με τη νύφη της τη Σούζι (εκ του ‘Περιστέρα’) και την άλλη της εγγονή, τη Μυρτώ, η κυρία Λίτσα είχε τυπικές σχέσεις.
«Σιγά μη δώσω στο παιδί μου το όνομα ενός φυτού! Το όνομα θα το διαλέξω εγώ! Θα πω την κόρη μου ‘Μυρτώ’», αναφώνησε η νύφη της όταν έμαθε ότι περίμενε κορίτσι. Η κυρία Λίτσα στεναχωρήθηκε αλλά δεν παραπονέθηκε. Αυτό θα ήταν το πρώτο της εγγόνι και λαχταρούσε να ακούσει το όνομά της, αλλά δεν ήθελε να δημιουργήσει προβλήματα στην οικογένεια του γιου της. Κι αυτό το όνομα που διάλεξε η νύφη της, ‘Μυρτώ’ ,της θύμιζε τη μυρτιά που ήταν επίσης φυτό, αλλά δεν το σχολίασε δυνατά.

Λίγα χρόνια αργότερα την τίμησε η κόρη της βαφτίζοντας ‘Γαρυφαλλιά’ τη μικρή της. Τα χρόνια κυλούσαν όμορφα για την κυρία Λίτσα, καθώς ζούσαν στο ίδιο οικοδόμημα με την κόρη της και έτσι έβλεπε κάθε μέρα τη μικρή της Φάλια. Όμορφα… μέχρι που χτύπησε το σπιτικό τους η ‘παλιαρρώστια’. Παντού την έτρεξε την κόρη της η κυρία Λίτσα, αλλά δεν ήταν το γραφτό της να ζήσει. Πριν ‘φύγει’ είχε χαρίσει στη μητέρα της μια κατακόκκινη γαρυφαλλιά. Σαν τα μάτια της την πρόσεχε η κυρία Λίτσα… μην της πεθάνει κι αυτή.

«Φάλια μου, πρέπει να κατέβεις στην Αθήνα. Η γιαγιά είχε ένα καρδιακό επεισόδιο και σε ζητάει επίμονα», της είπε ο πατέρας της στο τηλέφωνο. Και να ’ταν μόνο η καρδιά… Ένα κάρο προβλήματα υγείας είχε η κυρία Λίτσα. Ο θάνατος της κόρης της, η μοναξιά της, τα γεράματα που έκαναν πρόωρα την εμφάνισή τους, επιδείνωναν μέρα με τη μέρα την υγεία της καλοσυνάτης αυτής μοδίστρας που είχε μπει στα καλύτερα σπίτια τα χρόνια της ακμής της.

Ο γιος της όργωνε τους ωκεανούς. Δεν μπορούσε να της συμπαρασταθεί. Η νύφη της και η εγγονή της έρχονταν επισκέπτριες στη χάση και στη φέξη. Κάθε φορά όλο και ψαχούλευαν κρυφά το σπίτι. Της είχε γίνει εμμονή της νύφης ότι η ‘γριά’ είχε καταχωνιασμένο κάπου ένα γερό κομπόδεμα, είτε στο σπίτι κρυμμένο είτε σε κάποιο κρυφό λογαριασμό.
«Μα δε γίνεται να χαλάει τόσα λεφτά! Παίρνει τη σύνταξη του μακαρίτη του πεθερού μου, της στέλνει το χαϊβάνι ο γιος της, τόσες ευκατάστατες πελάτισσες είχε και έραβε, τι διάολο τα κάνει;», αναρωτιόταν φουρκισμένη η ‘αχόρταγη’ η νύφη της. Την είχε πιάσει η κυρία Λίτσα να τα λέει αυτά με την εγγονή της, τη Μυρτώ, που ακολουθούσε τα χνάρια της μάνας της στον χαρακτήρα.
«Να μου το θυμηθείς ότι της τα τρώει η αχώνευτη η πορτοκαλιά», έλεγε υποτιμητικά και όλο κακία για την ξαδέλφη της τη Γαρυφαλλιά.

Η Φάλια βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με τη Μυρτώ και τη μάνα της που ήταν πολυέξοδες, όλο λούσο και ξεπορτίσματα. Η δε Σούζι ήταν και γερό χαρτόμουτρο. Είχε ξεκινήσει με κάτι μπιρίμπες με τις κολλητές για να ‘παλεύει’ και καλά τη μοναξιά της όσο ο άντρας της θαλασσοπνιγόταν, αλλά στην πορεία άρχιζε να εθίζεται. Γι αυτό ‘καιγόταν’ να βρει μετρητά.

Η κυρία Λίτσα που ζούσε μέσα στην κοινωνία μάθαινε για τα διάφορα καμώματα νύφης και εγγονής κι ας ζούσαν μακριά.

Τι να πει για τη Γαρυφαλλίτσα της, όμως… Αυτό ήταν ένα πλάσμα του Θεού. Σοβαρή και μετρημένη. Κοίταζε τα διαβάσματά της και ήταν ένα κορίτσι απλό και καλοσυνάτο. Πόσο της στοίχισε η αρρώστια και ο πρόωρος θάνατος της μανούλας της…

Η κυρία Λίτσα έπρεπε να σταθεί βράχος για την εγγονή της. Ο γαμπρός της κι αυτός λιπόψυχος. Έπαθε μελαγχολία μετά το ‘φευγιό’ της γυναίκας του. Δεν μπορούσε λοιπόν η Φάλια να στηριχτεί στον πατέρα της.

Η μικρή Γαρυφαλλιά με τη στήριξη της γιαγιάς έδωσε εξετάσεις, πέρασε στο πανεπιστήμιο και άρχιζε να κάνει όνειρα και να προχωράει στη ζωή της. Η ίδια της η γιαγιά την παρότρυνε να σπουδάσει κάπου μακριά και να αλλάξει παραστάσεις. Θα βοηθούσε κι αυτή με τα έξοδα.

Αφού έφυγε το παιδί για σπουδές και ο γαμπρός της μετακόμισε στο χωριό του για να συνέλθει κι αυτός, η κυρία Λίτσα αφέθηκε στο πένθος της για την κόρη της. Τώρα που δεν την έβλεπε κανείς, μπορούσε να κλάψει γοερά το κορίτσι της. Το τίμημα ήταν να χαλάσει φυσικά η υγεία της.
Η καρδιά της άρχισε να της κάνει κόλπα, μέχρι που μια Κυριακή πρωί στην εκκλησία την ‘πρόδωσε’. Από μία κλωστή κρεμόταν η ζωή της. Ευτυχώς που έγινε μέσα στον κόσμο και δεν ήταν ολομόναχη στο σπίτι της.

Στο νοσοκομείο ζητούσε επίμονα τη Γαρυφαλλιά της. Η Σούζι και η Μυρτώ εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση να κάνουν επιδρομή στο σπίτι της και να ψάξουν με την ησυχία τους για κάποιο ‘παραδάκι’.

Η Φάλια έφτασε στο νοσοκομείο όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
«Να πας τώρα ΑΜΕΣΩΣ και να μεταφυτεύσεις τη γαρυφαλλιά που μου χάρισε η μαμά σου. Να τη βάλεις στην καινούργια γλάστρα που έχω αγοράσει, τη ροζ, κάτω από το τραπέζι στο μπαλκόνι. Ήταν να το κάνω αυτές τις μέρες αλλά δεν πρόκαμα. Μετά, αφού ΠΡΩΤΑ τη μεταφυτεύσεις, να μου κόψεις και να μου φέρεις δύο γαρύφαλλα της κόρης μου. Εντάξει κοκόνα μου; Κάμε όπως σε ορμηνεύω. Την ευκή μου να χεις.»
«Μα γιαγιά…», πήγε να διαμαρτυρηθεί η Φάλια που της φαινόταν αδιανόητο να αφήσει την ετοιμοθάνατη γιαγιά της για να μεταφυτεύει γαρυφαλλιές!
«Τράβα και μη με στεναχωράς. Θέλω η γαρυφαλλιά του παιδιού μου να κρατηθεί ζωντανή και περιποιημένη…», είπε με αχνή και ξεψυχισμένη σχεδόν φωνή.

Μάνα και κόρη παραφύλαγαν. Περίμεναν μήπως η βαριά άρρωστη γυναίκα αποκάλυπτε κάποιο μυστικό για χρήματα τώρα που ήταν στα τελευταία της.
«Τζίφος! Για κάτι βρωμολούλουδα παρλάρει. Πάει το ’χει χάσει τελείως!», είπε με απογοήτευση η Σούζι στην κόρη της.

Φτάνοντας στο σπίτι της γιαγιάς, η Φάλια άρχισε γρήγορα να εκτελεί αυτό που φαινόταν η τελευταία επιθυμία της γιαγιάς της. Βιαζόταν να γυρίσει στο νοσοκομείο.
«Πόσο βαριά είναι η γλάστρα! Πέτρες θα έχει βάλει από κάτω!», παρατήρησε η Φάλια που μοιραζόταν την αγάπη της γιαγιάς για τα λουλούδια.
«Μοσχομυρίζουν τα γαρύφαλλα! Αχ μανούλα μου, πόσο μου λείπεις! Και τώρα θα έρθει κοντά σου η γιαγιά…», μονολόγησε με δάκρυα στα μάτια το κορίτσι.

Με δέος έβγαλε το φυτό για να το μεταφέρει στην καινούργια γλάστρα κατ’ εντολή της γιαγιάς της. Με τεράστια έκπληξη παρατήρησε ότι στον πάτο της παλιάς γλάστρας δεν βρίσκονταν πέτρες αλλά ένα κουτί μεσαίου μεγέθους. Σάστισε μόλις το άνοιξε. Μέσα είχε χρυσές λίρες!
«Ο χρυσός δεν χάνει ποτέ την αξία του!», συνήθιζε να λέει σε ανύποπτο χρόνο η γιαγιά. Τώρα κατάλαβε η Φάλια το νόημα αυτής της κουβέντας.

Τα άνθη από την αγαπημένη της γαρυφαλλιά, φερμένα από την αγαπημένη της Γαρυφαλλιά, συνόδευσαν την κυρία Λίτσα στο ταξίδι της συνάντησης της λατρεμένης της κόρης…

Αναστασία Λαζαράκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading