Δυο σελίδες

Όπως είπε ένας αξιομνημόνευτος παπαγάλος σε ένα βιβλίο «Άνθρωποι του κόθμου, χαλαρώθτε»!
Αυτές είναι οι σκέψεις μου, στη μία τα χαράματα, όπου μετά από μια κουραστική μέρα, αφού είχα επιτέλους τελειώσει όλη την απέραντη λίστα με υποχρεώσεις, είχα κάνει το ντουζάκι μου, είχα ανάψει το πορτατίφ πάνω από το κρεβάτι μου και είχα διαβάσει τρεις αράδες σκάρτες από το βιβλίο μου, άρχισαν οι φωνές και τα «γαλλικά» από τους από πάνω.

Δεν είναι η πρώτη φορά. Σίγουρα, αν δεν γίνει κάτι, δεν θα είναι και η τελευταία. Φωνές, γδούποι και οι φωνές, όχι απλά συνεχίζονται, αλλά κλιμακώνονται! Σηκώνομαι και χτυπάω τα κουδούνια. Βλέπω το ζευγάρι που είναι δίπλα. Με πλησιάζει η Γιάννα, που είναι φίλη μου και μου λέει «Πού πας; Θα τα κάνεις χειρότερα!». Καγχάζω και της λέω «Πίστεψέ με, μπορώ και πολύ χειρότερα!». Οι φωνές ωστόσο, συνεχίζονται με αμείωτη ένταση. Οπότε, φοβερά τσατισμένη πλέον, αρχίζω να χτυπάω με δύναμη την πόρτα.

Αντί γι’ απάντηση, ακούω τον Στέλιο από μέσα, να φωνάζει στη Νίκη «Κοίτα τι έκανες!». Χτυπάω πιο δυνατά και αρχίζω να φωνάζω κι εγώ «Ανοίχτε μου, τώρα!». Πλέον είμαι φοβερά θυμωμένη, νιώθω το αίμα μου να κυλάει γρήγορα και μια φοβερή δόση αδρεναλίνης να κυλάει στις φλέβες μου! Ο Στέλιος τώρα, μια φωνάζει σε μένα να φύγω, μια στην Νίκη, κατηγορώντας τη. Τώρα είμαι έξαλλη! Τα ρουθούνια μου έχουν διασταλεί και ξεφυσάω σαν ταύρος, έτοιμη να ορμήσω και να ρίξω την πόρτα κάτω!

Ευτυχώς, αναρωτιέμαι «Τι κάνω;». Παίρνω μερικές ανάσες με κλειστά τα μάτια για να ηρεμήσω. Φεύγω φωνάζοντας «Λήξτε το απόψε κι αύριο σας περιμένω για καφέ να το λύσουμε. Τελείωσε, δεν θα ξαναγίνει το αποψινό!». Γυρνάω σπίτι μου, ξαπλώνω, αλλά μου παίρνει αρκετή ώρα για να ηρεμήσω και να κοιμηθώ.

Σχολάω μετά από μια δύσκολη μέρα, με το νου μου στη συνάντηση με τον Στέλιο και τη Ζωή. Την ώρα που βάζω το κλειδί στην πόρτα μου, με πλησιάζει η Γιάννα. Την καλώ μέσα και κάνω καφέ. Η Γιάννα μου λέει ότι με τα χθεσινά, έμεινε όλο το βράδυ ξάγρυπνη, Τι ρωτάω γιατί. Μου εξομολογείται ότι οι γονείς της μάλωναν πολύ και μου δίνει να διαβάσω κάτι που έγραψε σήμερα, για να βγάλει όλες αυτές τις σκέψεις από μέσα της.

Κάθομαι με τον καφέ στο τραπέζι και παίρνω στα χέρια μου τις δύο σελίδες από ένα διαφημιστικό σημειωματάριο, πυκνογραμμένες, βιαστικά γραμμένες. Αρχίζω το διάβασμα κι έχω μείνει έκπληκτη από το πόσο δυνατά και ξεκάθαρα ηχεί μέσα από τις αράδες κάθε συναίσθημα ενός φοβισμένου παιδιού! Ζητάω την άδειά της να το δείξω στο Στέλιο και μου απαντάει καταφατικά.

Πάνω στη ώρα, ακούω και τον Στέλιο με τη Νίκη στις σκάλες. Βγαίνω στην πόρτα και τους καλώ μέσα. Όσο να φτιάξω καφέ, τους δίνω να διαβάσουν αυτές τις δυο σελίδες. Με τους καφέδες τους σερβιρισμένους, κάθομαι απέναντί τους. Κι αρχίζω. Κοφτά. Απόλυτα.
«Το τι συμβαίνει ανάμεσά σας, δεν είναι δουλειά μου, αλλά να ξεκαθαρίσουμε κάτι βασικό: Η ελευθερία σας, σεβαστοί μου γείτονες, τελειώνει εκεί που αρχίζει η δικιά μου! Δεν επιτρέπω φωνές και τέτοιες λέξεις! Δεν έχετε κανένα δικαίωμα να υποβάλλετε εμάς και τα παιδιά μας σε όλο αυτό! Το τι σκατά κουβαλάει ο καθένας στο κεφάλι του, είναι δικιά του δουλειά να τα τακτοποιήσει. Αυτή τη κουβέντα, την έχουμε ξανακάνει, πιο ευγενικά. Λύστε το, ζητήστε βοήθεια αν δεν μπορείτε μόνοι σας. Δίπλα σας είμαστε. Αλλά για να είμαι ξεκάθαρη, την επόμενη φορά, θα καλέσω την αστυνομία. Όσο κι αν σας αγαπάω, αγαπάω κι εμένα!».

Ο Στέλιος έχει το κεφάλι σκυμμένο, κοιτάει ακόμα τις δυο σελίδες. Γυρνάει και αφήνει ένα μεγάλο αναστεναγμό. Κοιτάει και τη Νίκη μέσα στα μάτια. «Λυπάμαι. Έχετε δίκιο. Έτρεχα τόσο, προσπαθώντας να φύγω από αυτό» και κουνάει τα χαρτιά «που δεν κατάλαβα ότι πλέον το κάνω κι εγώ!»

Τι ερωτευόμαστε σήμερα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading