Την πραγματικότητα με το όνειρο, τα χωρίζει ένα τζάμι, τόσο συμπαγές που δεν μπορείς να σπάσεις. Αυτό πίστευα πάντα σαν γνωστή απαισιόδοξη, νιώθοντας πως πάντοτε θα κοιτάζω τα όνειρά μου από μακριά, δίχως να καταφέρνω να τα αγγίξω.
Έβρεχε εκείνη τη μέρα κι εγώ ζωγράφιζα στο αχνισμένο τζάμι καρδιές και αστέρια, γράφοντας ανάμεσά τους στιχάκια και ποιήματα. Πάσχιζα να δώσω υπόσταση στο όνειρό μου. Άλλωστε, αυτό είναι ένα από τα προνόμια του συγγραφέα, να κατορθώνει να ζει νοητά σε κόσμους που δε θα αγγίξει ποτέ. Ένα προνόμιο που πολλές φορές σε πνίγει με παράπονο, όταν απότομα συνειδητοποιείς την πραγματικότητά σου.
Εκείνη τη μέρα, αντίκρισα εσένα για πρώτη φορά. Ακούμπησες το πρόσωπό σου στο αχνισμένο συμπαγές μου τζάμι και με κοίταξες στα μάτια. Οι στίχοι που έγραφα σβήστηκαν καθώς τους ακούμπησες, μα αισθάνθηκα πως είχα μπροστά μου το πιο όμορφο ποίημα. Δύο μάτια καστανά, μελαγχολικά, γεμάτα μυστήριο που θα ήθελα όσο τίποτα να γνωρίσω τον κόσμο τους, όλα εκείνα που τους δημιούργησαν το σκοτάδι στο βλέμμα. Μου χαμογέλασες και ακούμπησες με τα χέρια σου το τζάμι. Χέρια φθαρμένα, ξηρά, ταλαιπωρημένα, που μου γεννούσαν την επιθυμία να μάθω όλα εκείνα τα βιώματα που τα οδήγησαν σε αυτή τη μορφή. Ποθούσα τόσο πολύ να σπάσω το τζάμι και να σε αγγίξω… Να με πιάσεις από το χέρι και να με ξεναγήσεις σε μέρη που δε φανταζόμουν ποτέ, πως υπήρχαν. Σε κοίταζα δειλά, ενώ εσύ με δύο μάτια γεμάτα υποσχέσεις μου έγνεφες να κάνω προσπάθεια να διαλύσω αυτό το εμπόδιο που μας χωρίζει.
Ξέρεις, οι δειλοί πολλές φορές κρύβουν μέσα τους πυγμή τόση, που δεν τη φαντάζονταν ποτέ. Μια δύναμη που ενεργοποιείται από τη βαθιά πεθυμιά και από την πιστή κάποιου σε αυτούς κι εσύ… πίστεψες σε μένα. Πίστεψες πως έχω τη δύναμη να συνθλίψω το τζάμι και ας μην μπορούσα να ακούσω τι έλεγες, διάβαζα τις κινήσεις των χειλιών σου, που ψέλλιζαν «Μπορείς!»…
Άρχισα να πέφτω πάνω στο τζάμι με μανία. Έκανα πολλές προσπάθειες. Το χτύπησα με τη γροθιά μου, με τους αγκώνες μου, με όλο μου το σώμα, ώσπου άρχισε να ραγίζει. Συνέχισα τον αγώνα, κόπηκα λίγο… μα ποτέ δεν κατακτάς τα όνειρά σου χωρίς λίγο πόνο. Κυλούσε το αίμα, αλλά συνέχιζα. Με κοιτούσες περήφανα… Το τζάμι ράγιζε όλο και περισσότερο, ώσπου έγινε κομμάτια και κατάφερα να σε αγγίξω. Με αγκάλιασες σφιχτά κι έπειτα μου άπλωσες το χέρι σου, ζητώντας μου να σε ακολουθήσω.
Περάσαμε πολλά από τότε. Μου έμαθες διαδρομές, προορισμούς, χρώματα, γεύσεις και αρώματα που δεν ήξερα πως υπήρχαν. Γνώρισα μαζί σου τη ζωή, την οποία μέχρι τότε είχα περιορίσει μέσα στο μικρόκοσμό μου. Μα, πάνω απ’ όλα με δίδαξες πως αν κυνηγώ τα όνειρά μου, δε θα βγω ποτέ χαμένη και πως… αξίζει να φθαρείς, να τσαλακωθείς, να πονέσεις για να αποκτήσεις αυτό που επιθυμείς. Κατάλαβα πως είμαι πιο δυνατή από αυτό που πίστευα και πως πολλές φορές ο άνθρωπος δημιουργεί νοητές φυλακές από φόβο να ζήσει.
Έμαθα τόσα από σένα, μα πια είσαι ανάμνηση. Ξέρεις, κάτι άλλο που μου έμαθες είναι πως οι άνθρωποι που αγαπήθηκαν πολύ, δεν είναι πάντοτε πλασμένοι να ζήσουν μαζί, αλλά αξίζει να συναντηθούν για να δημιουργήσουν στιγμές που θα κρατάν όλη τους τη ζωή σαν φυλαχτό, το οποίο θα τους ζεσταίνει την ψυχή όταν χάνουν το νόημα.
Ιωάννα Χαντζαρά
