Το προσωπείο τις Κυριακές

Όλοι στο χωριό θαύμαζαν τον Στάθη. Όλοι μιλούσαν με ζήλο για τη δουλειά του και την οικογένειά του.

3 παιδιά είχε ο Στάθης και μια πανέμορφη γυναίκα. “Φρειδερίκη” την αποκαλούσαν και “πριγκιπόπουλα” τα παιδιά τους, μιας και πάντα ήταν καλοντυμένα και πεντακάθαρα!

Όντας Αξιωματικός Στρατού Ξηράς, ο μισθός του έφτανε και με το παραπάνω για να ταϊστούν 5 στόματα και να ζήσουν με όλες τις ανέσεις. 700.000 δραχμές ήταν αυτές! Και τα χρήματα που του περίσσευαν, δεν τα αποταμίευε. Τα δώριζε στον καλύτερο του φίλο, τον δήμαρχο του χωριού, για να καλυφθούν οι ανάγκες του τόπου. Μεγάλος ευεργέτης και οικογενειάρχης ο Στάθης!

Για να μην μιλήσουμε για τις Κυριακές, που ήταν παρόν με την οικογένειά του και τους γονείς του στην εκκλησία από τις 7μιση το πρωί και έψελνε κιόλας. Πάντα αφιλοκερδώς!

Μετά τη λειτουργία πήγαιναν όλοι μαζί στο κεντρικό καφενείο.
Ο Στάθης καθόταν κορδωμένος και μιλούσε με περηφάνεια για τα Α των παιδιών του στο σχολείο, για τη μαγειρική της γυναίκας του και για τα επιτεύγματά του στον Στρατό που του χάρισαν τα παράσημα, ενώ κερνούσε ελληνικό και γλυκό του κουταλιού όλο το χωριό. Κάθε Κυριακή τα ιδία. Και κάθε Κυριακή οι θαμώνες τον άκουγαν με προσοχή, γιατί έτσι διασφάλιζαν τον τσάμπα καφέ, το τσάμπα γλυκάκι τους.

Η γυναίκα του, από την άλλη, ένιωθε αφόρητα άβολα με όλο αυτό! Ευτυχώς που τα παιδιά έπαιζαν στην κεντρική πλατεία, γιατί αλλιώς θα είχαν βαρεθεί τώρα. Και άμα ξεστόμιζαν καμία “χοντράδα”, από αυτές που λένε τα παιδιά και είναι μια βόμβα αλήθειας, με αποτέλεσμα να κάνουν ρεζίλι τον πατέρα τους…
Μια τέτοια αλήθεια ξεστόμισε πριν λίγο καιρό ο μικρότερος γιος του.

Λίγο πριν κάτσουν να φάνε βραδινό, η Λουκία σιδέρωνε τη στολή του άντρα της, ώστε το παντελόνι να έχει εμφανή τη τσάκιση, όπως την ήθελε ο Στάθης και το πουκάμισο να είναι κολλαριστό. Η κόρη, δίπλα της, έκανε κι εκείνη πως σιδέρωνε ενώ τα δύο αγόρια έπαιζαν έξω.

Μόλις τελείωσε με το σίδερο η Λουκία έστρωσε το τραπέζι και φώναξε τα παιδιά να μπουν μέσα, να πλύνουν τα χέρια τους και να κάτσουν όλοι μαζί να φάνε. Τα αγόρια μπήκαν μέσα κλωτσώντας ατσούμπαλα την μπάλα που κατέληξε πάνω στη φρεσκοσιδερωμένη στολή του Στάθη με αποτέλεσμα και να τη ρίξει κάτω και να γεμίσει το χακί με μαύρες πιτσιλιές από τα χώματα.

Ο Στάθης ήταν μπροστά και κοιτούσε έντρομος το όλο περιστατικό. Όταν η στολή κατέληξε στο πάτωμα, άρπαξε τον μεγάλο του γιο από το αυτί και άρχισε να του φωνάζει για το πόσο ανεύθυνος είναι και πόσο κακό παράδειγμα δίνει στον αδερφό του, ενώ μόλις σήκωσε το χέρι του για να τον χτυπήσει, η παλάμη του έπεσε με δύναμη πάνω στην πλάτη της Λουκίας.
Μπήκε μπροστά να σώσει το παιδί της από ένα ακόμη ατέλειωτο ξυλοφόρτωμα.
“Φύγε από τη μέση τώρα!”, την πρόσταξε ο Στάθης και τότε ο μικρός, με περίσσιο θάρρος, πήρε το λόγο “Εσύ δηλαδή τώρα μπαμπά δίνεις το καλό παράδειγμα; Που μας μιλάς σαν να είμαστε στρατιώτες σου και μας χτυπάς σαν να είμαστε γαϊδούρια;”. Ήταν, ίσως, η πιο ειλικρινής κουβέντα που είχε ακουστεί μέσα στο σπίτι τα τελευταία χρόνια…

Ο Στάθης έγινε κόκκινος σαν το παντζάρι! Έσπρωξε τη γυναίκα του κάτω, πέταξε τον μεγάλο του γιο με δύναμη στον καναπέ, με αποτέλεσμα να σπάσει ένα δόντι και να γεμίσει το στόμα του αίματα και έφτασε μαινόμενος σαν ταύρος μπροστά από τον μικρό του, που ήταν μόλις 10 χρόνων…
“Θα μου ζητήσεις αμέσως συγνώμη μικρέ, γιατί δεν ξέρω κι εγώ τι θα γίνει εδώ μέσα! Εγώ είμαι ο αρχηγός εδώ! Εγώ φέρνω τα χρήματα! Εγώ σας ζω! Εγώ φροντίζω για το καλό μας πρόσωπο στη κοινωνία και για να μην μας πιάνουν οι γειτόνοι στο στόμα τους! Εγώ!”, φώναζε δυνατά και σάλια έφευγαν ακανόνιστα από το στόμα του.

Ο μικρός δεν απάντησε τίποτα. Τον φοβόταν πολύ τον πατέρα του. Ούτε και ο ίδιος ήξερε τι τον έπιασε και ξεστόμισε τέτοια κουβέντα εναντίον του. Τώρα είχε ασπρίσει και δεν μπορούσε ούτε τα χέρια του να κουνήσει από το φόβο του.
“Μη, σε παρακαλώ Στάθη μου”, του είπε η Λουκία με δάκρυα στα μάτια “Είπε μια βλακεία, παιδί είναι” και συνέχισε λέγοντας του όσα ήθελε να ακούσει, για να πάρει την επιβεβαίωσή του και να ηρεμήσει.

Τίποτα από όσα του είπε περί προσφοράς και αγάπης από πλευράς του δεν τα πίστευε, αλλά κάπως έπρεπε να διασφαλίσει ότι δεν θα δείρει τον μικρό της.
Μα ο Στάθης ήταν ανένδοτος! Ο μικρός έπρεπε να πάρει ένα μάθημα. Να μην αμφισβητήσει ξανά ούτε το λόγο ούτε τις πράξεις του πατέρα του.
Έτσι, σήκωσε τη στολή από το πάτωμα και του είπε με πολύ αυστηρό βλέμμα “Πώς θα εμφανιστώ εγώ αύριο στη δουλειά; Γιατί χάρη σε αυτή τη στολή έχεις όλες τις ανέσεις και μπορείς να αντιμιλάς!” και αφού την ακούμπησε στην καρέκλα που ήταν δίπλα του, ξεπέρασε τη ζώνη από το χακί παντελόνι και άρχισε να χτυπάει με μανία τον μικρό σε όλο του το σώμα.
Ούτε όταν μπήκε μπροστά η Λουκία και η αδερφή του δεν σταμάτησε. Είχε θολώσει! Τις χτύπαγε κι αυτές με μανία, μέχρι που κουράστηκε και έκατσε εξαντλημένος στην καρέκλα.

Εκείνος ήταν ιδρωμένος, η Λουκία και τα δύο παιδιά της με αίματα και μώλωπες και ο μεγαλύτερος γιος με ένα δόντι μείον.

“Σήκω και πήγαινε να μου βρεις τη δεύτερη στολή μου! Να τη κάνεις να φαίνεται σαν καινούργια! Και αύριο θα πας τον μεγάλο στον οδοντίατρο. Θα πεις ότι έσπασε το δόντι στο παιχνίδι. Πλυθείτε και ελάτε να φάμε!”, πρόσταξε ο Στάθης, άφησε τη ζώνη στο πάτωμα και πήγε κι έκατσε στη θέση του στο τραπέζι.

Η μητέρα πήρε και τα τρία παιδιά και πήγαν στο μπάνιο.
“Λοιπόν, αγαπημένα μου πλάσματα, θα πλυθούμε τώρα, θα βάλουμε και λίγο πάγο στους μώλωπες και τις πληγές και θα πάμε να φάμε, εντάξει; Έχετε και σχολείο αύριο, θα κοιτάξουμε να βάλετε κάτι να μην φαίνονται τα σημάδια”, είπε η Λουκία, ενώ προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της και να φανεί ότι ήταν ήρεμη.

Τα παιδιά δεν ανταπάντησαν κάτι. Ήταν συνηθισμένα σε τέτοια περιστατικά και πιο πολύ λυπούνταν τη μητέρα τους παρά τους εαυτούς τους.

Τελικά έγιναν όλα όπως τα ήθελε ο Στάθης.
Για να ξημερώσει πάλι η Κυριακή και να πάει στην εκκλησία. Να παρουσιαστεί ως καλός χριστιανός και πατέρας στους ξένους… ενώ τίποτα από τα δύο δεν ενσάρκωνε…

Αγγελική Ανδριοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading