Το ροχαλητό

Ο γνωστός θόρυβος. Ανοίγει τα μάτια. Γκριμάτσα απελπισίας και αγανάκτησης. Βλέπει την ώρα στο κινητό. 03:23. Ουυυυυυ και πολύ κοιμήθηκε σήμερα. Γυρίζει το βλέμμα της προς το μέρος του.
Αμέριμνος, ανέμελος, ήρεμος, κοιμάται. ΚΑΙ ΡΟΧΑΛΙΖΕΙ! Θεέ, πόση αναισθησία χαρίζεις στους άντρες; Αδικία. Γιατί καλέ μου Θεούλη, εμείς τι σου κάναμε;

Ανάσκελα, με σταυρωμένα τα χέρια της στο στήθος, τον κοιτάζει. Πόση αυπνία μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος; Να θυμηθεί να το γκουγκλάρει αύριο. Μπορεί να κερδίσει μια θέση στο βιβλίο με τα ρεκόρ Γκίνες. Βρε λες; Να γίνει διάσημη; Εκείνος συνεχίζει την ανηφόρα, ατάραχος. Το τρακτέρ δίνει πόνο. Πάλι καλά που δε μάζεψαν ακόμα υπογραφές στην πολυκατοικία, να τους διώξουν, για διατάραξη της ώρας κοινής ησυχίας. Δε μπορεί! Σίγουρα ακούγεται το ροχαλητό του μέχρι το ρετιρέ.

Τον σκουντάει. Τίποτα. Ούτε κουνήθηκε. Καμία διαφορά. Του ρίχνει μια κλωτσιά στο καλάμι. Σα να σάλεψε λίγο. Το ροχαλητό όμως, ασταμάτητο. Του ρίχνει άλλη μία, πιο δυνατή, στο ίδιο καλάμι. Κάτι μούγκρισε στα σουαχίλι αυτός, άλλαξε πλευρό και συνεχίζει να ροχαλίζει. Καμία ελπίδα. Χίλιες σκέψεις στο μυαλό της.

Πάνω από το κεφάλι της, τα πνεύματα του καλού και του κακού, στήσανε διάλογο. Το καθένα δίνει τον αγώνα του, για να την πείσει να κάνει ό,τι θέλει το καθένα ξεχωριστά.
Το αγγελάκι με τα ολόλευκα φτερά και το αστραφτερό του ραβδάκι:
– Τι όμορφος που είναι όταν κοιμάται! Και το ροχαλητό του, μελωδία στα αυτιά!

Το διαβολάκι κατακκόκινο, με την μαύρη τρίαινά του:
– Α! Ντιπ χαζό είσαι παιδάκι μου; Ποιός όμορφος; Σα να τράκαρε με νταλίκα είναι ο άνθρωπος! Πατημένο το μάγουλο, σαλάκι τρέχει, το μαλλί άνω κάτω. Και ποια μελωδία; Ακούς τι λες; Που ανασταίνει και νεκρό με τόσο θόρυβο!
– Έφευγες; Άντε, κάνε μας την χάρη. Ο άνθρωπος είναι κουρασμένος. Όλη μέρα δουλεύει. Του βγαίνει η κούραση και ροχαλίζει ελαφρώς.
– Ελαφρώς λέει, θα τρελαθώ! Και αυτή η κούραση; Μάζεψε 20 ατόμων και τη βγάζει για όλους; Και δε φεύγω. Δε πάω πουθενά. Να μας αδειάσεις εσύ την γωνιά.
– Σιγά μη σε αφήσω μόνο σου εδώ, να τα κάνεις θάλασσα. Την αναστατώνεις την γυναίκα, δε το βλέπεις;
– Ναι, εμένα περίμενε. Τον Μίστερ κομπρεσέρ εδώ, τι τον έχει; Δε βλέπεις τα μάτια της; Οι μαύροι κύκλοι είναι μεγαλύτεροι και από την άβυσσο. Έχει κάνει σακούλες. Α πα πα πα. Χάλια, χάλια η γυναίκα.
– Σουτ βρε. Σουτ. Τι είναι αυτά που της λες; Μη τον ακούς, τον κακό χρόνο να ‘χει. Μια κούκλα είσαι. Μια κούκλα. Ούτε μαύροι κύκλοι, ούτε σακούλες.
– Μμμμμμμ κατά τα άλλα, εγώ λέω τα ψέματα. Αιντεεεεε, την φλόμωσε στις χαζομάρες. Αγαθή κι αυτή. Θα τα πιστέψει κιόλας.
– Να σου δώσω μια με το ραβδί, να σου πω εγώ!

Το διαβολάκι, κοίταξε απαξιωτικά το αγγελάκι, κούνησε με ένα μορφασμό το κεφάλι του δεξιά αριστερά και συνέχισε.
– Κοπελιά, άκου, δε θα φάμε όλη τη νύχτα. Νύσταξα. Τι φταίω το δόλιο να ξενυχτάω; Άντε, δωσ’ του ένα γερό χαστούκι, να το ευχαριστηθεί η ψυχούλα σου, να ξυπνήσει, να ησυχάσουμε.
– Ιιιιιιιιιιιιι όχι, όχι, όχι κούκλα μου! Τι χαστούκι; Χαστούκι να δώσεις σε αυτό το κοντό κερατούκλικο με την κόκκινη μούρη, που σε πρήζει, να πάει από κει πού ‘ρθε. Χάιδεψε τον άντρα σου, δωσ’ του ένα φιλί και κλείσε τα μάτια, να κοιμηθείς δίπλα του.
– Κοντό; Είμαι εγώ κοντό; Μίλησε και το δίμετρο! Τι να χαϊδέψει μωρέ; Να τον φιλήσουμε κιόλας που δε μας αφήνει να κλείσουμε μάτι και κάνει κρόσια τα νεύρα μας! Σήκωσε το μαξιλάρι κοριτσάρα μου και πάτα το στη μούρη του με δύναμη! Να του κοπεί το ροχαλητό μαχαίρι!
– Δεν τρώγεσαι! Ξουτ, ξουτ, χάσου από ‘δω! Κακιασμένο! Μη δεις αγαπημένο ζευγάρι, να βάλεις φιτιλιές!
– Αλλού ξημερωμένο εσύ, όπως πάντα. Αγαπη…τι;;; Αγαπημένο; Αυτός δεν αγαπιέται μάνα μου, ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ! Άκου, άκου! Απτόητος! Σα να προσπαθεί με χαλασμένη μίζα να βάλει μπρος το αμάξι. Εεεεε, φτάνει χρυσέ μου! Φτάνει! Σταμάτα πια! Τί μου ‘μελλε βραδιάτικα! Τα αυτάκια μου!
– Άντε, κοκκινομούρη, δε πάμε σιγά σιγά; Να την αφήσουμε την γυναίκα να κοιμηθεί. Πάνω από το κεφάλι της, μπούρου μπούρου.
– Μη το συζητάς! Εμείς την ενοχλούμε! Με το που θα φύγουμε, αμέσως θα κοιμηθεί! Είναι και οι τριγύρω συνθήκες, τόσο ευνοϊκές, άλλωστε!

Έκανε το αγγελάκι ένα νεύμα στο διαβολάκι και εξαφανίστηκαν.
Έμεινε μόνη της. Εδιωξε τις σκέψεις της. Πήρε το μαξιλάρι της.
Καναπέ αγάπη μου, σου ‘ρχομαι. Τέλος. Αύριο να θυμηθεί, να ζητήσει διαζύγιο. Άντε καληνύχτα. Λεεεεεέμε τωωωωώρα…

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading