Φαγητό στα τραπέζια, κρασί και δροσερό αεράκι, να φυσάει στο γλέντι του γάμου. Όλοι γνωστοί ή γνωστοί γνωστών, χόρευαν περνούσαν καλά, αγκαλιάζονταν και τραγουδούσαν. Το γλέντι κράτησε μέχρι το πρωί και αποκαμωμένοι, όσοι δεν πρόλαβαν να πάνε σπίτια τους, κοιμήθηκαν στις καρέκλες, καταγής ή στα γειτονικά σπίτια. Ήταν ένα επιτυχημένο γλέντι!
Το πρωί η κυρά Μαριώ, ξενυχτισμένη, έψαξε τα παιδιά να φάνε λίγο ψωμοτύρι.
«Μα πού πήγαν τα διαβολεμένα και δεν μπορώ να τα βρω;» μονολόγησε εκνευρισμένη και σήκωσε τα φουστάνια της να κατέβει τα σκαλιά μήπως τα είχε πάρει ο ύπνος στην αυλή. Είδε τον ξάδελφό της να κοιμάται κάτω από τον πλάτανο σε ένα πετρόκτιστο κρεβάτι που περισσότερο χρησίμευε για κάθισμα, μα πουθενά τα παιδιά!
«Δεν μπορεί, κάπου εδώ γύρω θα είναι. Αν τα βρω αλίμονό τους!» και βάλθηκε να ψάχνει παντού, μέχρι που μπροστά της εμφανίστηκε ο Γιαννής.
«Πού είστε πανάθεμά σας και έχω φάει τον κόσμο να σας βρω; Πού είναι τα αδέλφια σου;» τον ρώτησε επίμονα, μα ο Γιαννής έμοιαζε να μην είχε επαφή με την πραγματικότητα. Πλησίασε η κυρά Μαριώ και τον μύρισε. Κρασί! Μύριζε κρασί ο μικρός.
«Τι κάνατε μωρέ;»
«Μην θυμώσεις μαμά, πήγαμε στο κελάρι και ανοίξαμε την κάνουλα από το βαρέλι. Εκεί είναι τα αδέλφια μου, κοιμούνται ζαλισμένα!»
Έτρεξε η κυρά Μαριώ στο κελάρι, είδε τάβλα τα τρία μικράκια, τα σκούντησε, τα τράνταξε, τίποτα εκείνα, ροχάλιζαν!
«Γιαννή πήγαινε φώναξε τον πατέρα σου, τώρααααα!»
Την γλίτωσαν με πλύση στομάχου, μα την επόμενη ημέρα, «έφαγαν» ξύλο από την κυρά Μαριώ για την λαχτάρα που πήρε μαζί τους. Από τότε τους έμεινε στο χωριό το παρατσούκλι «τα κρασάκια» και από όπου και αν πέρναγαν τα αδέλφια, όλοι αναφωνούσαν «Να και τα κρασάκια!» και γέλαγαν με την σκανδαλιά τους που ευτυχώς δεν έγινε τραγωδία!
Τα τέσσερα «κρασάκια», τα διαολάκια του χωριού, δεν άφηναν ήσυχο κανέναν, ακόμα και τον πάτερ έβαλαν να τρέχει από το ένα χωριό στο άλλο, δήθεν πως τους έστελνε η γυναίκα του τάδε, ότι πεθαίνει ο άνδρας της, να του μηνύσουν να πάρει ευχή, μα όταν έφτανε ο πάτερ στο γειτονικό χωριό, ο άνθρωπος ήταν γερός και ολοζώντανος! Έξαλλος ο πάτερ τους έβαζε να κάνουν θελήματα, να είναι απασχολημένα, μακριά από σκανδαλιές, μα εκείνα μυαλό δεν έβαζαν! Έβρισκαν πάντα τρόπο να τον ξεγελάσουν και να τρέξουν για παιχνίδι.
Όπως τότε, που τους έστειλε να βοηθήσουν τον κυρ Γιώργη στο μάζεμα των σύκων και εκείνα του είπαν πως «ο πάτερ είπε είναι αμαρτία να δουλεύουν τα παιδιά, θα πρέπει να παίζουν και να τρώνε σύκα και αμύγδαλα, έτσι ώστε να είναι ευλογημένο το μάζεμα», τον έπεισαν πως όσο περισσότερο θα έτρωγαν, τόση μικρότερη φύρα θα υπήρχε. Αγαθός άνθρωπος ο κυρ- Γιώργης τα πίστεψε και τους πήγαινε συνεχώς σύκα και αμύγδαλα, μέχρι που πόνεσαν οι κοιλιές τους. Πέρασε ο πάτερ να δει το μάζεμα, τα είδε και τα τέσσερα, τον Γιαννή και τα μικρά, ξάπλα κάτω από τα δέντρα με τις κοιλιές πρησμένες και όταν του εξήγησε ο κυρ Γιώργης τι του είπαν, κούνησε το κεφάλι απελπισμένος, μην ξέροντας τι να κάνει με αυτά τα παιδιά!
Προσπαθούσε ο πάτερ, μιλώντας στον μεγαλύτερο, τον Γιαννή, να καταλάβουν ότι ενοχλούν τους χωριανούς και ντροπιάζουν τους γονείς τους με τα προβλήματα που δημιουργούν συνεχώς, πως δεν είναι σωστό να φέρονται απερίσκεπτα, πως θα πρέπει να βρουν τρόπο να είναι χρήσιμοι και τότε ο κόσμος θα λέει «Με βοήθησαν τα κρασάκια, ζωή να έχουν και χίλια καλά να βρουν στον δρόμο τους!».
Τα σκεφτόταν ο Γιαννής όλα αυτά, τα ίδια άλλωστε του έλεγαν και οι γονείς τους και νιώθοντας ντροπή κάποιες φορές, απέτρεπε τα μικρότερα να κάνουν σκανδαλιές. Και η αλήθεια είναι πως προσπάθησε να βοηθήσει, όπως τότε με τον κυρ Πέτρο τον ψαρά, που είχε φορτώσει τα ψάρια στα καλάθια να πάει στην πάνω χώρα να τα πουλήσει και του έφυγε ο γάιδαρος, σκόρπισαν τα ψάρια στον δρόμο, με αποτέλεσμα να τον διώξει ο κυρ-Πέτρος. Στεναχωρημένος όπως ήταν, παρακάτω συνάντησε τα αδέλφια του, γελούσαν με τον γάιδαρο που του έμπηξαν ένα καρφί στα πόδια χωρίς να τα δουν και τρόμαξε το ζωντανό, ξεκινώντας τον τρελό χορό του! Τους έπιασε τα αυτιά ο Γιαννής εξαγριωμένος «Είστε ανόητα παιδιά. Στο χωριό κανείς δεν θέλει να δουλέψουμε γι’ αυτόν, εξαιτίας σας. Τι θα κάνουμε, συνεχώς θα γελάμε και θα κάνουμε χοντράδες;» και κατάλαβε πως μάταιος ήταν ο κόπος να συνετίσει τα αδέλφια του.
Θέλοντας να ξεφύγει από όλα αυτό το κλίμα, την επόμενη χρονιά που έκλεισε τα δεκαοχτώ, είπε στους γονείς του πως θέλει να μπαρκάρει. Μάταια ο πατέρας του, προσπάθησε να του αλλάξει γνώμη να μείνει στα χωράφια μαζί του. Εκείνος ήθελε να κάνει το όνομά του να δοξαστεί, κανείς να μην τον συνδέει με άσχημες καταστάσεις και κυρίως με τα αδέλφια του!
Γυρνώντας στον τόπο του μετά από ενάμιση χρόνο μπάρκο, έμαθε δυσάρεστα, ο πατέρας του είχε πεθάνει, η κυρά Μαριώ πλέον πήγαινε στα χωράφια με τα τρία μικρότερα. Σαν έφτασε στο σπίτι, την είδε κατάκοπη, γερασμένη πριν την ώρα της και τα τρία αδέλφια του, κοιμόντουσαν, του έκανε νόημα η μάνα, να μην τα ξυπνήσει, τραβώντας τον παράταιρα.
«Δεν βγαίνει Γιαννή…» του εξομολογήθηκε. «Ό,τι κερδίζουμε από τα χωράφια, τα αδέλφια σου τα σπαταλούν σε διασκεδάσεις και ποτό. Δεν τους θέλει κανείς στην δούλεψή του, γιατί μεθούν και δημιουργούν φασαρίες. Όσο ζούσε ο πατέρας σου κάπως τους συγκρατούσε. Να φύγεις Γιαννή, να φύγεις και οτιδήποτε και αν ακούσεις να μην γυρίσεις ποτέ ξανά. Εσύ είσαι άξιος αγόρι μου, δεν έχεις θέση εδώ». Και έτσι ο Γιαννής ξαναμπάρκαρε χωρίς να χαιρετήσει κανένα πλην της μητέρας του.
Πιάνοντας λιμάνι στο δεύτερο ταξίδι του, έλαβε ένα τηλεγράφημα που τον πληροφορούσε πως πέθανε η μανά του, η κυρά Μαριώ. Θλίψη πλημμύρησε τον Γιαννή και σκέψεις τι θα απογίνουν τα αδέλφια του. Μα στα αυτιά του αντηχούσαν τα τελευταία λόγια της μητέρας του. «…μην γυρίσεις ποτέ ξανά». Καρδιά όμως δεν του πήγαινε και σαν μεγαλύτερος αδελφός, αφού το σκέφτηκε αρκετά, επέστρεψε στον τόπο του, με την πρώτη ευκαιρία.
Τα αδέλφια του αναθάρρεψαν όταν τον είδαν και αρχικά φάνηκαν πρόθυμα να τον ακούσουν στις ιδέες που είχε για το βιός τους, πώς δηλαδή θα καλλιεργούν τα χωράφια, τι πρέπει να κάνουν έτσι ώστε να αυγατίσει η περιουσία τους. Μόνο ο μικρότερος τον αμφισβήτησε ανοιχτά, λέγοντάς του πως δεν τον εμπιστευόταν στα κτήματα, τι δουλειά είχε ένας ναυτικός, να τους υποδεικνύει τον τρόπο να καλλιεργήσουν στην στεριά;
Ο Γιαννής, πρόθυμος να ενώσει και όχι να χωρίσει τα αδέλφια του, πρότεινε να εφαρμόσουν τις συμβουλές του μικρότερου και αν δεν είχαν το επιθυμητό αποτέλεσμα να προχωρήσουν με δικές του προτάσεις. Ο μικρός όρθωσε το ανάστημά του και σε λίγα λεπτά, τα τέσσερα αδέλφια είχαν πιαστεί στα χέρια, μην μπορώντας να συμφωνήσουν ή να υποχωρήσουν από τον εγωισμό και το πείσμα που βγήκε στην επιφάνεια. Χωρίς να έχει άλλη επιλογή, ο Γιαννής έφυγε πλέον οριστικά από τον τόπο του και μετά το τρίτο μπάρκο εγκαταστάθηκε στην Αυστραλία, όπου σύντομα απόκτησε οικογένεια και εγκατέλειψε τα ταξίδια. Με τα χρήματα που είχε κερδίσει και με την κτήματα της γυναίκας του, καλλιέργησαν αμπέλια και μετά από προσπάθεια χρόνων και πολλές αποτυχίες, κατάφεραν να δημιουργήσουν μια ξεχωριστή ποικιλία κρασιού, που έγινε περιζήτητη στα τραπέζια των πλουσίων. Με την γυναίκα του σκέφτηκαν να εμφιαλώσουν και μια παρόμοια ποικιλία πιο οικονομική, έτσι ώστε να μπορούν να την αγοράσουν όλοι. Ο Γιαννής συμφώνησε, με τον όρο, να μπει ετικέτα ονόματος «Τα κρασάκια» αναπολώντας εκείνη την ημέρα του γάμου, που είχαν ανοίξει την κάνουλα από το βαρέλι στο κελάρι, ελπίζοντας πως θα φτάσει κάποιο μπουκάλι στο χωριό του και κάποιος από τους συγχωριανούς θα καταλάβει την ονομασία και θα τον αναζητήσει να μάθει νέα από τα αδέλφια του, που χρόνια τα έψαχνε, μα δεν μπορούσε να τα βρει πουθενά.
«Τα κρασάκια» εκτός από υπέροχο κρασί, εκπλήρωσαν και τον σκοπό τους. Ένα μπουκάλι έφτασε στα χέρια ενός από τα αδέλφια του σε ένα καταγώγιο της συμφοράς, στον Πειραιά και ο αδελφός ο μεσαίος κατάλαβε κατευθείαν το νόημα του ονόματος. Επικοινώνησε με τον Γιαννή, ο οποίος τον δέχτηκε με ανοιχτή την αγκαλιά του, να δουλέψει μαζί του. Τα άλλα δυο αδέλφια μετά την κατάσχεση της περιουσίας τους είχαν μπαρκάρει και τα ίχνη τους είχαν χαθεί.
Περάσαν αρκετά χρόνια και «Τα κράσακια» γέμισαν σπίτια, ταβέρνες, pub ακόμα και διαφήμιση στην τηλεόραση υπήρξε γι’ αυτά. Και όσοι συγχωριανοί θυμόντουσαν τις σκανδαλιές από τα αδέλφια, έλεγαν «Αυτά είναι τα κρασάκια, τα διαόλια του χωριού που πρόκοψαν και έφτιαξαν δικό τους κρασί» αποκαθιστώντας την φήμη και το όνομα της οικογενείας χάρη στο όραμα και τα όνειρα του Γιαννή.
Σε μια άκρη της φυλακής και τα άλλα δυο αδέλφια έβλεπαν την διαφήμιση και λογάριαζαν πως όλα θα γίνονταν διαφορετικά αν έβαζαν στην άκρη τον εγωισμό, εκείνη την ημέρα στο πατρικό τους.
«Στην υγειά μας» είπε ο μικρότερος στον αδελφό που αποφυλακίστηκαν μαζί και του έδειξε τα εισιτήρια για την Αυστραλία
«Πάμε να βρούμε τον μεγαλύτερο, εκείνος ξέρει» είπε με μια σοφία και σύνεση που θα ευχόταν να είχε νωρίτερα.
Λίγες ημέρες αργότερα «τα κρασάκια» μαζεμένα όλα μαζί, σαν να μην χωρίσαν ποτέ, έπιναν ένα μπουκάλι με το παρατσούκλι τους, ευχόμενοι υγεία και μόνιασμα.
Ελένη Ρέγγα
