Το κούρεμα

Ξύπνησε με απόλυτη διαύγεια και ήδη ένιωθε μια άλλη εκείνο το πρωί. Το μπλοκάκι της ήταν όπως πάντα, στο εδώ και μέρες, σκονισμένο κομοδίνο. Την περίμενε, σχεδόν με παράπονο να το ανοίξει και να της θυμίσει πως η σημερινή μέρα δεν ήταν σαν τις άλλες. «Πόσο ανόητη σκέψη!» μονολόγησε «όλες οι μέρες ίδιες είναι, εμείς είμαστε που ξυπνάμε διαφορετικοί».

Πάντως όσο και αν η Θεοφανώ προσπαθούσε να διατηρήσει την ψυχραιμία της, το μέσα της φτερούγιζε, οι παλμοί της ανέβαιναν επικίνδυνα κάνοντάς την να βγάζει ανά διαστήματα έναν βαθύ αναστεναγμό σαν κραυγή που έχει πνιγεί από καιρό μέσα σε ψεύτικα χαμόγελα. «Γιατί όλα αυτά;», όλη αυτή η πνευματική και σωματική ανακατωσούρα για ένα μάτσο… τρίχες! Μάλιστα! Τρίχες! Έτσι της είπαν όλοι, φίλοι και γνωστοί, ακόμα και εκείνος, που ήταν ο «εκείνος» της επικείμενης βδομάδας. Βλέπετε, όταν είσαι δεκαεφτά και κορίτσι, σε πολλά μπορείς να είσαι σταθερή, αλλά όχι στην περίοδό σου και σε ένα γοητευτικό χαμόγελο συνοδευόμενο από δυο μαύρα μάτια όμοια με εκατομμύρια άλλα. Όχι πως την ενδιέφερε και πολύ.

Τέλος πάντων, είχε πάρει τις αποφάσεις της. Στην πραγματικότητα το είχε αποφασίσει εδώ και καιρό, πάντα όμως την πιο σημαντική στιγμή, λίγο πριν το τέλος, δείλιαζε, έκανε πίσω και επαναπαυόταν στην ζώνη άνεσής της. Σήμερα όμως όχι! Είτε ένιωθε έτοιμη, είτε όχι, θα πήγαινε το κορμί της μέχρι το πιο κοντινό κομμωτήριο ακόμα και αν χρειαζόταν να το σύρει και θα αποχαιρετούσε τα μακριά, μέχρι τη μέση, μαλλιά της.

Δεν είχε σκοπό να τα χαρίσει, ούτε να τα κρατήσει σαν ενθύμιο. Δεν πίστευε σε ενθύμια, εξάλλου μια τέτοια ανάμνηση δεν την χρειαζόταν. Ήθελε να τα εξαφανίσει. Τίποτα άλλο. Ό,τι ήταν γίνει θα έπρεπε να συμβεί γρήγορα, απότομα και δυναμικά πριν προλάβει να λιποψυχήσει και αλλάξει γνώμη ακόμα μία φορά.
Άλλωστε, αν δεν μπορούσε να αλλάξει κάτι τόσο απλό, όσο τα μαλλιά της, δεν θα τολμούσε ποτέ να προχωρήσει σε μεγάλες αλλαγές. Πόσο τις ήθελε όμως! Ήθελε τα πάντα! Δεν αρκούνταν σε ό,τι απλά της δινόταν απλόχερα. Είχε μέσα της της τη στόφα του ανθρώπου που θέλουν να ορίσουν οι ίδιοι την μοίρα τους.

Έτσι, εκείνο το πρωινό, άνοιξε το σημειωματάριό της και αφού έλεγξε την ώρα ενώ παράλληλα ζωγράφιζε αφηρημένη, ακαταλαβίστικα σχέδια, συνειδητοποίησε πως πρέπει να βιαστεί.

Ντύθηκε στα γρήγορα, φορώντας το πρώτο φουστάνι που της φάνηκε κάπως πιο σιδερωμένο σε σχέση με τα υπόλοιπα. Δεν είχε τον χρόνο να μακιγιαριστεί αλλά τουλάχιστον διατήρησε των νόμο των τριών που της έμαθαν γιαγιά και μαμά «Ρουζ, κραγιόν και μάσκαρα!». Κοιτάχτηκε για μια στιγμή στον καθρέφτη, χαμογέλασε και έφυγε με το πάντα γρήγορο και ελαφρώς νευρικό βήμα της που ήταν σαν να φώναζε σε όλο τον κόσμο «Ξυπνήστε! Έρχομαι!».

Το κομμωτήριο ήταν μικρό αλλά ζεστό και όμορφο. Στον αέρα απλώνονταν σε πληθώρα ποσότητας η μυρωδιά της ρευστής λακ σε συνδυασμό με σαμπουάν σε άρωμα μπανάνας και ένα ατελείωτο ήχο σεσουάρ, που κυβερνούσε τον χώρο σαν σοπράνο σε χορωδία.

Ο κομμωτής την πρόσεξε αμέσως, μόλις μπήκε με την άκρη του ματιού του ήδη προσπαθούσε να την «ζυγίσει». Παρόλα αυτά, γύρισε προς το μέρος της με την στοιχειώδη προσποιητή ευγένεια που έχουν οι επαγγελματίες σε αυτές τις περιπτώσεις «Είσαι το ραντεβού των 11, Θεοφανώ Αττάλου, έτσι;».
Κούνησε το κεφάλι της κάνοντας ένα απαλό γνέψιμο, «μπορώ να καθίσω;» ρώτησε με σταθερή φωνή και πόδια που έτρεμαν. «Πέρνα από εδώ στον λουτήρα και έρχομαι» της είπε. Η Θεοφανώ ένιωσε το νερό να βρέχει τα μαλλιά της και φανταζόταν πως κάθε σταγόνα ιδανικής θερμοκρασίας παίρνει μαζί της και κάτι από την περασμένη της ζωή. Σε εκείνον τον λουτήρα ήδη ένιωθε το εσωτερικό της βάπτισμα, αν μπορούσε να το πει έτσι δίχως να γίνει ιερόσυλη. «Λοιπόν; Είσαι έτοιμη; Δεν θέλω κλάματα μετά!» την ρώτησε σχεδόν αυστηρά ο κομμωτής. «Μπορείτε να αρχίσετε!» του είπε «Λίγο πάνω από τους ώμους, ως εκεί» αν και στο μυαλό της σκεφτόταν να απαντήσει με το σήμα της Nike, «just do it». Μέσα σε λίγα λεπτά και πολλές ψαλιδιές, τα μαλλιά της είχαν γίνει ένας σωρός από απομεινάρια στο πάτωμα ενός κομμωτηρίου.

«Όμορφα είναι, σου πηγαίνουν τελικά, εσύ πώς αισθάνεσαι;» της είπε. Εκείνη σηκώθηκε όρθια για να κοιταχτεί καλύτερα «Όπως ακριβώς ήθελα, διαφορετική και με λιγότερα βάρη στο κεφάλι μου» απάντησε κι αφού ευχαρίστησε, έφυγε προς την έξοδό της.

Ο κομμωτής έμεινε σκεπτικός για λίγα λεπτά και αμέσως σκούπισε το σωρό από κουρεμένα μαλλιά που κείτονταν στο πάτωμα, χωρίς ποτέ να καταλάβει το μικρό θαύμα που μόλις είχε συμβεί. Μονάχα ψιθύρισε επαναλαμβάνοντας «Διαφορετική και με λιγότερα βάρη στο κεφάλι μου»…

Ελένη Εμινίδου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading