“Αγάπη μου, μήπως απόψε να πηγαίναμε σπίτι σου;”, ρώτησε η Μαριέττα τον Αντώνη με μια λαχτάρα στο βλέμμα.
*****
Οι δύο τους γνωρίστηκαν πριν 5 χρόνια σε ένα πάρτυ κοινού φίλου και από τις πρώτες κουβέντες που αντάλλαξαν, κατάλαβαν ότι ήταν αυτό που λέμε “πλασμένοι ο ένας για τον άλλον”. 5 χρόνια και δεν είχαν τσακωθεί ποτέ! Τα έλυναν όλα με διάλογο και με γνώμονα την αγάπη και την αλληλοκατανόηση.
Μέχρι και οι οικογένειες τους είχαν ταιριάξει! ‘Συμπέθερε’ και ‘Συμπεθέρα’ αποκαλούσαν ο ένας τον άλλον και κάθε τόσο έκαναν το τραπέζι οι μεν στους δε.
Το μόνο ‘μελανό’ σημείο στη σχέση τους, ήταν οι συνεχείς δικαιολογίες που εφεύρισκε ο Αντώνης για να μην καταλήξουν σπίτι του. Μα απόψε είχε φτάσει πια το πλήρωμα του χρόνου. Δεν μπορούσε να της αρνείται πια το αυτονόητο…
*****
“Εντάξει”, της απάντησε και η Μαριέττα χάρηκε τόσο πολύ που άρχισε να τον φιλάει σε όλο του το πρόσωπο και να γελά σαν μικρό παιδί! Κάτι τέτοιες στιγμές την ερωτευόταν ακόμα περισσότερο και ήξερε πως αν ήθελε να κρατήσει αυτή τη γυναίκα κοντά του, θα έπρεπε να κάνει κάθε υποχώρηση και να είναι απόλυτα ειλικρινής απέναντί της…
Βάζοντας το κλειδί στην εξώπορτα, η καρδιά της Μαριέττας χτυπούσε δυνατά. Με αυτό το βήμα ένιωσε πως πια η σχέση τους ολοκληρώθηκε.
Μπαίνοντας μέσα, κοίταξε το σπίτι με το στόμα ανοιχτό! Τεράστιο, με υπέροχα φωτιστικά (ακριβώς στο γούστο της) και πεντακάθαρο! “Νόμιζα ότι τα ήξερα όλα για σένα Αντώνη μου, αλλά πραγματικά με εξέπληξες ευχάριστα! Από τα ταξίδια μας και τα βράδια που έχουμε περάσει σπίτι μου το είχα καταλάβει ότι είσαι τακτικός, αλλά τόσο νοικοκύρης δεν το περίμενα”, του είπε και έσκασε στα γέλια. Ο Αντώνης δεν μπόρεσε να κρατηθεί και γέλασε κι αυτός δυνατά. Τα γέλια έγιναν αγκαλιά, η αγκαλιά φιλί, το φιλί χάδια και τα χάδια έρωτας με πάθος…
Το επόμενο πρωί η Μαριέττα ξύπνησε πιο νωρίς από τον Αντώνη. Είχε διάθεση για πρωινό και εξερεύνηση. Αφού έψαξε όλα τα ντουλάπια στην κουζίνα προκειμένου να βρει όσα χρειαζόταν για να φτιάξει γλυκά pancakes, που τόσο άρεσαν στον αγαπημένο της, πορτοκαλάδα και καφέ, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι ο Αντώνης κοιμόταν ακόμα, ξεκίνησε την εξερεύνηση.
Έμεινε άφωνη με το πόσα έπιπλα και διακοσμητικά της άρεσαν, για να μην μιλήσουμε για τα μπάνια! Λες και τα είχε φτιάξει και διακοσμήσει η ίδια! Μέχρι που έφτασε σε ένα δωμάτιο στο τέλος του σπιτιού, που έμοιαζε με αποθήκη και η γραμμή από τη σκόνη κάτω από την πόρτα ήταν πάνω από εμφανής. Της έκανε τρομερή εντύπωση και προφανώς και άνοιξε όλο περιέργεια την πόρτα. Μέσα αντίκρισε σκόνη, αράχνες και ένα υπέροχο, ζαχαρί φόρεμα, που θύμιζε πριγκίπισσα! Μπήκε μέσα, τράβηξε το μικρό σκοινάκι στα δεξιά που άναβε τον διακόπτη και μόλις το έλουσε και φως, άρχισε να λαμπυρίζει ολόκληρο!
Τα μάτια της Μαριέττας είχαν ανοίξει διάπλατα και δεν είχε πάρει είδηση ότι το κοίταζε με το στόμα ανοιχτό.
Μόλις άπλωσε το χέρι της να το ξεκρεμάσει, άκουσε μια φωνή πίσω της.
“Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να ψάξεις τα πράγματά μου;”, της είπε με δυνατή φωνή ο Αντώνης, σε σημείο που η Μαριέττα τρόμαξε τόσο πολύ που βούρκωσε. Προσπάθησε τραυλίζοντας να του απαντήσει κάτι, μα δεν τον είχε ξαναδεί έτσι. Το βλέμμα του ήταν τόσο αυστηρό, που τα δάκρυά της δεν κρατήθηκαν άλλο και κύλησαν στα μάγουλά της.
Ο Αντώνης δεν έκανε καμία κίνηση να την αγκαλιάσει ή να ζητήσει συγνώμη…
Έμειναν έτσι για λίγα λεπτά και μετά η Μαριέττα μάζεψε τα πράγματά της κι έφυγε. Ο Αντώνης δεν την εμπόδισε.
Βγήκε στο δρόμο βλέποντας τα πάντα θολά και κατάφερε μετά από κόπο να καλέσει ένα ταξί και να πάει σπίτι της.
Μετά από 2 μέρες ασταμάτητου κλάματος, με τους γονείς της να μην ξέρουν τι να κάνουν για να την ηρεμήσουν, ο Αντώνης εμφανίστηκε στην πόρτα της. Χτύπησε το κουδούνι και όταν άνοιξε ο πατέρας της ήταν έτοιμος να του τα πει ένα χεράκι που είχε φτάσει το κορίτσι του σε αυτή την κατάσταση. Μα όταν η Μαριέττα άκουσε τη φωνή του, ήρθε στο κατώφλι και ζήτησε από τον μπαμπά της να τους αφήσει μόνους. Εκείνος αν και δίσταζε, σεβάστηκε την επιθυμία της.
-Τι θες εδώ; Μετά από τη συμπεριφορά σου τις προάλλες, που ούτε ένα τηλέφωνο δεν πήρες να δεις πώς είμαι, που με άφησες να φύγω μόνη μου, που μου φώναξες έτσι για ένα φόρεμα, που ποιος ξέρει ποιας είναι και το έπαιζες διπλό ταμπλό τόσο καιρό, έρχεσαι να μου πεις τι;
-Ήρθα να σου ζητήσω συγγνώμη. Και για να σου διώξω κάθε αμφιβολία, θέλω επίσημα να έρθεις να μείνεις μαζί μου. Θες να συγκατοικήσουμε;
Η Μαριέττα ξέχασε μεμιάς το φόρεμα και έπεσε στην αγκαλιά του Αντώνη χωρίς δεύτερη σκέψη. Αυτό κι αν ήταν βήμα στη σχέση τους! Με αυτό έδιωχνε κάθε σύννεφο αμφιβολίας!
Σε λίγες ώρες είχε μαζέψει τα πράγματά της και με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπο χαιρέτησε τους γονείς της, οι οποίοι είχαν ενστάσεις μετά τα τελευταία γεγονότα, αλλά δεν εισακούστηκαν κι έφυγε με τον Αντώνη.
Οι μέρες πέρασαν με τους δύο τους να είναι ακόμα πιο δεμένοι, όταν μια μέρα η Μαριέττα, μαζεύοντας ρούχα, βρήκε μέσα σε ένα συρτάρι του Αντώνη ένα μονόπετρο. “Αχ Αντώνη μου! Ναι, ναι, ναι!”, είπε δυνατά στον εαυτό της και το άφησε εκεί που το βρήκε. Το ίδιο βράδυ, ο Αντώνης της ανακοίνωσε ότι το Σάββατο είχε κλείσει τραπέζι σε ένα ακριβό εστιατόριο κι επειδή έχουν την επέτειό τους θα ήθελε να την γιορτάσουν όπως τους αξίζει. Η Μαριέττα γέλασε πονηρά και την επομένη έτρεξε στα μαγαζιά να βρει ρούχα, παπούτσια και κοσμήματα για το μεγάλο γεγονός!
*****
“Άντε μωρό μου, θα αργήσουμε!”, παραπονέθηκε ο Αντώνης και μόλις η Μαριέττα βγήκε από το δωμάτιο με ένα κόκκινο κολλητό φόρεμα, ψηλές γόβες και μακριά χρυσά σκουλαρίκια που μπλέκονταν με τα σγουρά της μαλλιά, έμεινε να την κοιτάζει!
“Κλείσε το στόμα σου μωρό μου, θα σου δώσω την ευκαιρία να μου το βγάλεις το βράδυ”, του είπε πονηρά και τον φίλησε πεταχτά στο στόμα.
Η βραδιά κύλησε πολύ ωραία. Όταν έφτασε πια η ώρα να πληρώσουν τον λογαριασμό, η Μαριέττα δεν άντεξε και ρώτησε:
-Φεύγουμε δηλαδή τώρα; Δεν έχεις να μου πεις τίποτε άλλο;
-Σαν τι; τη ρώτησε με ένα αμήχανο χαμόγελο ο Αντώνης.
-Έλα τώρα, αφού το είδα το δαχτυλίδι στο συρτάρι σου… του απάντησε με παιχνιδιάρικο βλέμμα η Μαριέττα.
-Παλι τα ίδια; Πάλι έψαχνες τα πράγματά μου; της φώναξε δυνατά και όλο το μαγαζί γύρισε και τους κοίταξε.
Η Μαριέττα ένιωσε ντροπή, λύπη και προδοσία, που χωρίς να πάρει καν την τσάντα της έφυγε από το μαγαζί τρέχοντας. Άνοιξε την πόρτα με όλη της τη δύναμη και πετάχτηκε στον δρόμο, με αποτέλεσμα να την χτυπήσει ένα αυτοκίνητο. Ο οδηγός βγήκε αμέσως έξω και ο Αντώνης που είχε τρέξει πίσω της, αντικρίζοντας το θέαμα, την πήρε αγκαλιά και φώναζε “Ένα ασθενοφόρο! Γρήγορα! Όχι πάλι! Όχι Θεέ μου! Όχι πάλι!”
Όλο το βράδυ ο Αντώνης ήταν έξω από την εντατική και περίμενε άσπρος από την αγωνία του, ενώ στο λεπτό κατέφτασαν γονείς και πεθερικά. Δεν τους είπε πώς έφτασαν στο μοιραίο, μα η μητέρα του τον πήρε αμέσως αγκαλιά και του έλεγε συνέχεια πως όλα θα πάνε καλά…
Τις πρώτες πρωινές ώρες οι γιατροί βγήκαν από το χειρουργείο και τους ενημέρωσαν πως όλα πήγαν καλά.
“Η κοπέλα είχε άγιο. Από θαύμα καταφέραμε να σταματήσουμε την εσωτερική αιμορραγία και να σώσουμε τους πνεύμονες! Έσπασε, όμως, το δεξί της χέρι, ένα πλευρό και θα χρειαστεί υποστήριξη στο σβέρκο από ένα κολάρο. Θα την κρατήσουμε λίγες μέρες για να της χορηγήσουμε ενδοφλέβια αντιβίωση και παυσίπονα και μόλις υποχωρήσουν οι μεγάλοι πόνοι και δούμε πως πάει καλύτερα, θα βγει”, τους ενημέρωσε ο υπεύθυνος ιατρός και όλοι αγκαλιάστηκαν μεταξύ τους.
“Μπορούμε να την δούμε δηλαδή;”, ρώτησαν οι γονείς της.
“Θα σας ειδοποιήσουμε σε λίγο”, τους απάντησε ο γιατρός κι έφυγε. Μαζί, με μεγάλα βήματα, εξαφανίστηκε και ο Αντώνης.
Η μητέρα της Μαριέττας δεν άντεξε και ξέσπασε!
Αφηγήθηκε με αρκετά έντονο τόνο – σε σημείο που της έγινε παρατήρηση από τις νοσοκόμες – το σκηνικό που προηγήθηκε πριν ένα μήνα και ζήτησε εξηγήσεις για τη συμπεριφορά του Αντώνη από τους γονείς του. Εκείνοι απλά την κοίταζαν και δέχονταν τις προσβολές… Δεν απαντούσαν τίποτα… Μέχρι που εμφανίστηκε και πάλι ο Αντώνης και τους ζήτησε να ηρεμήσουν και να τον αφήσουν να δει μόνος του τη Μαριέττα. “Μετά θα σας τα εξηγήσω όλα”, τους διαβεβαίωσε και οι γονείς της υποχώρησαν.
Η πόρτα άνοιξε και όταν η Μαριέττα είδε τον Αντώνη προσπάθησε να βάλει τις φωνές, να του πει να φύγει, μα πονούσε τόσο πολύ! Σωματικά και ψυχικά.
“Μωρό μου, νόμιζα θα σε έχανα! Πριν με βρίσεις και με διώξεις, πρέπει να σου πω μια αλήθεια… για το φόρεμα και το δαχτυλίδι. Άκουσέ με και μετά αποφάσισε…”
Η Μαριέττα απλά κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
“Πριν 7 χρόνια είχα μια υπέροχη σχέση με μια γυναίκα ονόματι Στέλλα…”. Η Μαριέττα γούρλωσε τα μάτια της. “Φτάσαμε στο σημείο να παντρευτούμε. Ήμασταν τόσο αγαπημένοι…”. Η Μαριέττα άρχισε να κλαίει πάλι. Ήταν έτοιμη να του ζητήσει να σταματήσει. “Την ημέρα του γάμου κι ενώ την περίμενα στην εκκλησία, μας πήραν τηλέφωνο ότι το αμάξι που επέβαινε η ίδια και ο πατέρας της τράκαρε με ένα φορτηγό, ανατράπηκε και έχασαν και οι δύο τη ζωή τους. Κι αντί να την παντρευτώ, πήγα να αναγνωρίσω το πτώμα της! Και τα μόνα που μου έμειναν από εκείνη, ήταν το φόρεμα και το δαχτυλίδι… Μετά εμφανίστηκες εσύ. Και έδωσες πάλι φως στα σκοτάδια μου!”, ολοκλήρωσε ο Αντώνης κι ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του.
“Αγάπη μου, γιατί δεν μου μίλησες νωρίτερα; Σε αγαπάω τόσο πολύ! Ήταν δυνατόν να μην συμμεριστώ τον πόνο σου;”
“Λοιπόν, τέλος αυτά. Θα με παντρευτείς;”, την ρώτησε κι έβγαλε ένα μεγάλο μονόπετρο.
Η Μαριέττα απάντησε με όλη της τη δύναμη ΝΑΙ.
*****
Οι μήνες πέρασαν, οι οικογένειες φίλιωσαν και λίγες μέρες πριν το γάμο ο Αντώνης ζήτησε από την Μαριέττα να πάνε μαζί στον τάφο της Στέλλας.
Η Μαριέττα φυσικά και δέχτηκε. Φτάνοντας εκεί, άφησαν ένα μπουκέτο λευκά τριαντάφυλλα.
“Πραγματικά είναι πανέμορφη.”, του είπε η Μαριέττα.
“Αγάπη μου, από εδώ η ζωή μου.”, είπε ο Αντώνης και έδειξε την Μαριέττα.
Και η Στέλλα από ψηλά έβλεπε τον αγαπημένο της να ξαναζεί, με μια γυναίκα αντάξια της μεγάλης του καρδιάς…
Αγγελική Ανδριοπούλου
