Ο γυναικολόγος της, απέναντί της, χαμογελαστός, ξέροντας την πια καλά, της δίνει τον χρόνο της να κλάψει. Με διαφορετικό κλάμα πια. Όχι σαν εκείνο ένα χρόνο περίπου πίσω. Τότε, που είχε την αποβολή και το κλάμα της ήταν γοερό. Κι εκείνος ήταν σιωπηλός και σκυθρωπός. Πόσες φορές στην ιατρική του πορεία είχε αντικρύσει αυτό το κλάμα… Της απογοήτευσης, της θλίψης, της απελπισίας. Δεν ήταν εύκολο ούτε για κείνον. Και πόσες φορές όμως είχε μπροστά του το κλάμα της χαράς, της συγκίνησης, της ευγνωμοσύνης. Όπως αυτό τώρα, εκεί, της Ευτυχίας. Το όνομά της χρωμάτιζε την στιγμή. Η απόλυτη ευτυχία. Τα δάκρυα καυτά στα μάγουλά της. Με την κάψα της λύτρωσης.
– Τι θα γίνει τώρα; Θα κλαις πολύ ώρα ακόμα; αστειεύτηκε ο γιατρός.
– Τάσο μου! Τάσο μου, ευχαριστώ πολύ! μπόρεσε να πει, ανάμεσα στα αναφιλητά, η Ευτυχία.
Περνούσαν οι μέρες. Κόντευε να κλείσει τον τρίτο μήνα. Το νέο έφερε μεγάλη χαρά στον άντρα της, τον Μιχαήλ και προβληματισμό στην τετράχρονη κόρη τους, την Μάγδα, που παρακολουθούσε τους γονείς της αγκαλιασμένους να κλαίνε.
– Και δηλαδή τώρα αυτό το μωρό θα μείνει στην κοιλιά σου, μαμά;
– Ναι καρδούλα μου, φυσικά θα μείνει, απάντησε η Ευτυχία, αγκαλιάζοντας την μικρή της κόρη, κοιτάζοντας όμως τον άντρα της με μια σκιά στο βλέμμα της.
– Η μαμά χρειάζεται ξεκούραση τώρα. Ποιο γλυκό, καλό κορίτσι, θα σφίξει πολύ πολύ δυνατά την μαμά και θα πάει να παίξει;
Σαν από μηχανής Θεός, όπως πάντα, ο Μιχαήλ της, ο άνθρωπός της, επενέβη την κατάλληλη στιγμή.
– Να μη κάτσω λίγο ακόμα να χαϊδεψω την κοιλίτσα της μαμάς; παραπονέθηκε η μικρή.
– Σε λίγο πάλι, γατούλα μου χαδιάρα!, είπε ο μπαμπάς, την σήκωσε αεροπλανικά στα χέρια του και την πήγε στο δωμάτιό της, δίνοντας το έναυσμα, να τραγουδήσουν ρυθμικά μαζί, το αγαπημένο τραγούδι της μαμάς. “Μια καρδιά, τα χέρια μου σου φέρανε, κάν’ την ό,τι θες, είναι για σένανε”. Η Ευτυχία τους κοιτούσε με λατρεία και άφησε την αγαπημένη της μελωδία, να ζεστάνει την ψυχή της.
Η εγκυμοσύνη κυλούσε όμορφα. Με προσοχή, χωρίς πανικό, πήγαινε στο καρδιολογικό ιατρείο που εργαζόταν. Όλοι αυτοί οι πελάτες- φίλοι πια του ιατρείου, με τα γλυκά τους βλέμματα, τις ευχές, το άγγιγμά τους, την ζεστασιά τους, την βοήθησαν να αντέξει το βάρος και την πίκρα της αποβολής. Και τώρα πάλι, νέα μαντάτα, νέες ευχές, χαρά, χάδια στην κοιλιά, που ποτέ δεν την ενόχλησε κανένα. Η Ευτυχία πάντα πίστευε ότι η αγάπη πρέπει να εκφράζεται με όλους τους τρόπους. Με κάθε τρόπο.
Στον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης της, μαζί με τις δικές της αιματολογικές εξετάσεις, πήρε από το μικροβιολογικό εργαστήριο και της μαμάς της. Κάποιες τιμές ανεβασμένες. “Εντάξει” σκέφτηκε. ” Κάποια φλεγμονή. Θα μας πει ο γιατρός”. Περνώντας από το πατρικό της, βρέθηκε μπροστά στην κλαμένη μαμά της.
– Τι έγινε μαμά; Γιατί κλαίς; ρώτησε τρομοκρατημένη η Ευτυχία.
– Είναι τρίτη μέρα σήμερα που έχω αιμορραγία. Στο χαρτί, όταν σκουπίζομαι, αίμα πολύ. Δεν μου αρέσει. Κάτι συμβαίνει!, απάντησε με κλάματα η κυρία Χρυσή, η μαμά της Ευτυχίας.
– Γιατί δεν μου το είπες αμέσως ρε μαμά;
– Ε, είπα, έτυχε, δεν είναι κάτι. Αλλά δεν σταματάει.
– Μανούλα μου, δεν θα είναι τίποτα, θα δεις. Αύριο κιόλας θα πάμε στον γιατρό.
– Ναι αγάπη μου, δεν θα είναι τίποτα…, είπε η κυρία Χρυσή, μα δεν έπεισε ούτε την κόρη της , ούτε τον ίδιο της τον εαυτό.
Εξετάσεις, αξονικές, βιοψίες, διπλές, τριπλές γνώμες. Η διάγνωση μία και αποκρουστική. Επιθετικός καρκίνος στο έντερο. Κεραυνός πάνω στο κεφάλι της Ευτυχίας. Μοναχοπαίδι. Κολλημένη στην μαμά της. Μαμόθρευτο, όπως χαρακτήριζε πάντα τον εαυτό της. Ήταν ο μόνος λόγος, που μεταξύ σοβαρού και αστείου, παραπονιόταν ο Μιχαήλ. “Την μαμά σου την αγαπάς πιο πολύ από μένα!”, την πείραζε, όταν ανησυχούσε με το παραμικρό εκείνη. Που δεν σήκωνε το τηλέφωνο η μαμά της, που δεν ακουγόταν καλά στο τηλέφωνο η μαμά της, που κουράζεται πολύ η μαμά της. Που… που… που… Και τώρα, τέσσερις με πέντε μήνες ζωής. Βγήκαν από το ιατρείο κι αν δεν ήταν εκεί ο Μιχαήλ να την στηρίζει, θα είχε σωριαστεί.
Μπήκαν στο αυτοκίνητό τους κι εκεί η Ευτυχία αφέθηκε σε ένα κλάμα βαθύ πόνου. Σα να της βαρούσε κάποιος με ένα σφυρί το κεφάλι. Σα να της τρυπούσε κάποιος την καρδιά με καρφιά κι εκείνη μάτωνε. Ο Μιχαήλ αμίλητος αρχικά. Της χάιδευε το κεφάλι σα να ήθελε να πάρει το σφυροκόπημα μακριά. Της χάιδευε τα χέρια, της σκούπιζε τα δάκρυα, θέλοντας να επουλώσει την πληγή. Ξέρει πως χρειάζεται χρόνο, να το συνειδητοποιήσει η γυναίκα του. Ξέρει πόσο πονάει εκείνη. Και μέσα του ορκίζεται να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του να της απαλύνει τον πόνο. Άλλωστε ο ίδιος, ξέρει πώς είναι να χάνεις την μάνα σου. Ήταν μόλις δεκαοχτώ χρονών όταν την έχασε.
– Θέλεις να με ακούσεις τώρα; ήρεμα και γλυκά μίλησε μετά από ώρα ο Μιχαήλ.
– Πες μου αγάπη μου…, του απάντησε τρυφερά, με τα δάκρυα να μην έχουν σταματήσει ποτέ.
– Οι γιατροί, είναι γιατροί. Κάνουν την δουλειά τους. Όμως εσύ είσαι πάντα, αυτή που λες ότι θαύματα γίνονται. Να πιστέψεις πως θα γίνει και στην μαμά σου. Καρδιά μου, ξέρω τι είναι για σένα η μαμά σου. Όμως είσαι κι εσύ μαμά και μάλιστα μέλλουσα για δεύτερη φορά. Μη το ξεχνάς. Έχεις άλλη μια μικρή κυρία εκεί μέσα. Μη τη ποτίζεις δάκρυα, αγάπη μου.
– Δεν το θέλω. Δεν θέλω να το πικραίνω το μωράκι μου. Δεν θέλω… προσπάθησε να δικαιολογηθεί η Ευτυχία, με λυγμούς.
– Εύχομαι να ξέρεις πως σε καταλαβαίνω. Πως ξέρω τι περνάς. Πως θα έκανα τα πάντα να το αλλάξω όλο αυτό. Μαζί σου πονάω κι εγώ μωρό μου. Μα πρέπει να σταθούμε δυνατοί. Για την μαμά σου πάνω απ’ όλα. Για τον μπαμπά σου, που δεν θέλω να φανταστώ τι θα πάθει όταν…
– Όχι! πετάχτηκε σα να τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Όχι! Δε θα το μάθει ο μπαμπάς μου!
– Πώς θα γίνει αυτό καρδιά μου;
– Δεν ξέρω. Θα γίνει. Πρέπει να γίνει.
– Μα…
– Όχι. Όχι αυτό!
Ο κύριος Λευτέρης. Ο μπαμπάς της Ευτυχίας. Όσο μπόι του έλειπε, τόση εξυπνάδα και καλοσύνη είχε. Ο άνθρωπος που δεν έλεγε όχι σε κανέναν . Θυσία για όλους. Από τον γείτονα, τον φίλο, τον γνωστό, τον συγγενή. Για όλους ήταν εκεί, πρόθυμος. Η μεγαλύτερη αδυναμία της ζωής του, η γυναίκα του. Ο έρωτας της ζωής του. Η Χρυσή του. Την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά, στο μπακάλικο των γονιών του. Εκείνος, εκεί από παιδί. Κουβαλούσε κασόνια, κιβώτια, εμπορεύματα. Άσσος στις προσθαφαιρέσεις, κρατούσε το ταμείο και το τεφτέρι με τα βερεσέ. Σχολείο πήγαινε όταν βόλευε. Δεν του άρεσε κιόλας. Έτρωγε βουρδουλιές στο χέρι για την ασυνέπειά του. Από παιδί του άρεσε η δουλειά. Του έδινε ελευθερία. Ανεξαρτησία. Ένα κι ένα με τον μπαμπά του, στη δουλειά. Ακούραστος.
Εκεί, στο μπακάλικο, πάνω από τον πάγκο με τα μπαχαρικά, είδε πρώτη φορά την Χρυσή. Ήταν Μάιος του 1960. Εκείνος είκοσι πέντε χρονών και κείνο, ένα κοριτσάκι δεκαπέντε χρονών, με κοντά άσπρα καλτσάκια, ροζ φορεματάκι με άσπρα λουλουδάκια και άσπρη κορδέλα στα μαλλιά, που άφηνε ανοιχτό το πανέμορφο πρόσωπό της. Η Χρυσή, λάτρευε τα μπαχάρια, τις μυρωδιές. Την ταξίδευαν. Το σπίτι της σε άλλη γειτονιά, αλλά είχε μάθει ότι σε κείνο το μπακάλικο έχουν μεγάλη ποικιλία μπαχαρικών. Εντυπωσιασμένη από την οργάνωση του πάγκου, των ομοιόμορφων κουτιών που ανοίγοντας το κάθε ένα ξεχωριστά, ξεπηδούσαν αρώματα ρίγανης, κανέλας, δενδρολίβανου, θυμαριού, μέντας, μοσχοκάρυδου, έκλεινε τα μάτια της και έπαιρνε βαθιές εισπνοές. Ο νεαρός άντρας δεν την έχασε λεπτό από τα μάτια του. Μα τρελάθηκε; Ήταν σίγουρα πολλά χρόνια μικρότερή του. Ένα παιδί. Μα και μήπως δε τρελάθηκε; Το δίχως άλλο, του είχε πάρει το μυαλό το κορίτσι με τα κατάμαυρα, ίσια, γυαλιστερά μαλλιά, το σκουρόχρωμο δέρμα και τα μαύρα, λαμπερά της μάτια.
Αχ τα μάτια της! Παιχνιδιάρικα. Ζωηρά. Σα να μιλούσε με τα μάτια της. Έπαιζαν δεξιά αριστερά κι έτσι όπως μύριζε τα μπαχάρια και τα έκλεινε με αυτήν την κοριτσίστικη ηδονική έκφραση, τον μάγεψε. Τον λήθαργό του, τάραξε η φωνή του μπαμπά του.
-Ευχαριστώ τσούπρα μ’. Στο καλό να πας.
Η έκφρασή του άλλαξε, σα να προσγειώθηκε ξαφνικά, απότομα, στη γη.
– Μπαμπά! Ποια ήταν αυτή η κοπέλα;
– Μπα, μπα, μπα, μπα! Τι έχουμε; Σου καλάρεσε λεβέντη μου;
-ΜΠΑΜΠΑ! είπε μόνο κι έγινε κατακόκκινος.
– Είναι η δεύτερη φορά που έρχεται. Την…
– ΤΙ;;; Έχει ξανάρθει; Εγώ πού ήμουν;
– Που να χαθείς βρε χαμένε, θα πάθεις τίποτα! Πού να ξέρω πού ήσουν; Ήρθε και μου είπε ότι της αρέσουν πολύ τα μπαχαρικά, έμαθε ότι έχουμε ποικιλία και ρώτησε αν γίνεται, όποτε τη βγάζει ο δρόμος της, να περνάει. Μου έδωσε σύσταση. Ξέρω τους δικούς της. Καλοί ανθρώποι. Οικογενειάρχες. Την είπα, όποτε θέλει να έρχεται.
– Θα ξανάρθει δηλαδή; κάτι πετάρισε μέσα του.
– Πού θες να ξέρω βρε; Τι είμαι, καφετζού ή χαρτορίχτρα;
Από κείνη τη στιγμή ο Λευτέρης την περίμενε. Κάθε λεπτό της ημέρας που περνούσε και δεν ερχόταν εκείνη, απογοητευόταν. Έβλεπε παντού την μορφή της. Πέρασαν οχτώ μέρες. Αφαντη η μικρή που τον ξελόγιασε. Ανόρεχτα σκούπιζε το μαγαζί. Με την άκρη του ματιού του, την είδε. Ο μπαμπάς του έλειπε. Επιτέλους η τύχη με το μέρος του. Φορούσε ένα κίτρινο φορεματάκι με άσπρες βούλες και είχε τα μαλλιά της πλεξουδάκια. Περπατούσε γρήγορα. Καμαρωτά. Άφησε γρήγορα γρήγορα την σκούπα και στάθηκε στον πάγκο με τα μπαχαρικά. Καθώς μπήκε στο μαγαζί εκείνη, μπήκε μαζί της και ολάκερη η άνοιξη του Μαΐου με τα χρώματα και τα αρώματά του.
– Γειά σας! είπε ζωηρά και χαμογελαστά η κοπέλα.
– Γειά σου… απάντησε ο Λευτέρης, φοβούμενος μην ακουστεί ο χτύπος της καρδιάς του.
– Ο κύριος που είναι εδώ στο μαγαζί;
– Ο πατέρας μου είναι. Λείπει. Μπορώ να βοηθήσω εγώ;
– Να μη σας ενοχλώ. Θα ξαναπεράσω. κι έκανε να φύγει.
Με κίνηση αιλουροειδούς, άρπαξε πέντε φακελάκια που τα είχε έτοιμα μέρες τώρα που την περίμενε και της έκοψε τον δρόμο, στέκοντας μπροστά της. Η Χρυσή τρόμαξε κι έκανε ένα βήμα πίσω.
– Αυτά είναι για σένα! της είπε χαμογελαστά.
Έμεινε να τον κοιτάζει αποσβολωμένη χωρίς να τείνει το χέρι της να τα πάρει.
– Έμαθα πως σου αρέσουν τα μπαχαρικά… προσπάθησε απεγνωσμένα να της τραβήξει το ενδιαφέρον.
Του χαμογέλασε. Και από τότε, από κείνον τον Μάιο του 1960, είναι μαζί. Πολύ γρήγορα έκαναν την Ευτυχία τους. Στα δεκαεννέα της η Χρυσή του έκανε το πολυτιμότερο δώρο στη ζωή του. Εκείνος ήταν εκεί, να καλύπτει τις ανάγκες της γυναίκας του πριν εκείνη μιλήσει. Δεν χρειαζόταν. Διάβαζε τα μάτια της. Δεν υπήρξε φορά, στα σαράντα χρόνια που μετράνε πια μαζί, που να ανέφερε το όνομα της σκέτο. Πάντα με το “μου” δίπλα. Και πάντα να στάζει όλη η γλύκα του κόσμου σε αυτό το “Χρυσή μου”. Την λάτρεψε, όλα αυτά τα σαράντα χρόνια. Και η Χρυσή του, κερί αναμμένο δίπλα του. Με γνώμονα την αγάπη, το νοιάξιμο, το μαζί, τα έκαναν όλα. Όλα μαζί. Πάντα μαζί. Στα καλά. Στα άσχημα. Στα εύκολα. Στα δύσκολα.
Πέρασαν δύο μήνες από την τελευταία, ίδια διάγνωση με τις προηγούμενες. Η κυρία Χρυσή αιμορραγούσε. Ένιωθε αδύναμη. Όταν έλειπε ο άντρας της από το σπίτι, αφηνόταν, ξάπλωνε, έκλαιγε, προσευχόταν. Μπροστά του ήταν πάντα δυναμική, χαμογελαστή, όρθια, όπως την είχε μάθει. Όπως την αγαπούσε. Του είπαν ότι έχει μια φλεγμονή στο έντερο και χάνει αίμα. Του είπαν, χρειάζεται εξετάσεις. Από την πρώτη στιγμή ομως, από κείνη την καταραμένη στιγμή, το ήξερε. Το είδε στα μάτια της. Δεν είπε τίποτα όμως. Τους άφησε όλους να νομίζουν ότι δεν κατάλαβε τίποτα. Δεν ήθελε να της πει ότι ξέρει. Προστάτευε ο ένας τον άλλο. Την κοιτούσε πάντα με την ίδια λατρεία. Πονούσε η ψυχή του. Όσο αίμα έχανε η Χρυσή του από το σώμα της, τόσο και περισσότερο έχανε εκείνος από την καρδιά του. Παρακαλούσε τον Θεό να φύγει το κακό από την γυναίκα του και να πάει όλο πάνω του.
Χρειάστηκαν αρκετές φιάλες αίμα. Δύο φορές έδωσε και ο κύριος Λευτέρης. Την δεύτερη φορά, ήταν Μάιος. Μετά την αιμοδοσία, πήρε τηλέφωνο στην Ευτυχία του. Της ζήτησε να βρεθούν στο μαγαζί, να μην είναι στη συνάντηση η γυναίκα του. Της χάιδεψε την κοιλιά. Την φίλησε στα μαλλιά.
– Η μικρή, δεν θα γνωρίσει τον παππού της… είπε και χαμήλωσε το βλέμμα.
– Μπαμπά, τι λες; ταραγμένα, φώναξε η Ευτυχία.
– Άκουσέ με. Ξέρω πως η μαμά, η Χρυσή μου, πεθαίνει.
– Μα…
– Από την πρώτη στιγμή το ξέρω. Πώς να μου κρυφτούν τα μάτια της; Πώς; Δεν σας είπα τίποτα. Είχα μια ελπίδα. Προσευχόμουν να αλλάξει η κατάσταση. Τώρα ξέρω. Θα φύγει. Κι εγώ δε θα είμαι εδώ να το δω αυτό.
– Μπαμπά… έβαλε τα κλάματα η Ευτυχία.
– Όχι! Όχι κλάματα! Εσύ έχεις την Μάγδα μας και στην κοιλιά σου την μπέμπα. Πρέπει να προσέχεις. Να είσαι δυνατή. Έχεις δυνατά φτερά Ευτυχία μου. Σαν της μαμάς σου. Θα παλέψεις. Έχεις και τον Μιχαήλ βράχο δίπλα σου. Η ζωή αυτή είναι. Σκληρή και όμορφη.
– Μα μπαμπά… τον σταμάτησε τελικά. Εσύ γιατί; Εσύ θα είσαι εδώ, μαζί μας. Σε παρακαλώ! Σε παρακαλώ! Μη λες τέτοια!
– Δεν μπορώ να δω τη μαμά σου να φεύγει. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εκείνη πλάι μου. Δεν είμαι τίποτα χωρίς εκείνη.
– Μπαμπά μου, έχεις εμένα. Την εγγονή σου. Σε λίγο και δεύτερο εγγόνι. Σε παρακαλώ… και τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι.
– Κορίτσι μου, το ξέρεις, μου είστε πολύτιμες εσύ και το παιδί σου. Όμως τι να την κάνω τη ζωή, αν λείπει η ψυχή; Η ζωή μου θα είναι κενή, χωρίς την μαμά σου. Να ζω εγώ, χωρίς εκείνη; Δε θα αντέξω. Θα φύγω εγώ πρώτος. Να μη δω τίποτα. Και θα την περιμένω, να έρθει να με βρει. Ευτυχία μου, δε θα αντέξει η καρδιά μου πολύ. Το νιώθω. Θέλω να μου υποσχεθείς πως θα είσαι δυνατή και θα την προσέχεις μέχρι το τέλος.
– Δεν μπορώ μπαμπά… Δεν μπορώ! Σε παρακαλώ!
Μετά από τρεις μέρες, ένα ζεστό πρωινό του Μαΐου, όπως τότε που την είδε για πρώτη φορά, της είπε πόσο πολύ την αγαπάει, κοίταξε τα μαύρα της μάτια για τελευταία φορά με λατρεία και βγήκε στην αυλή. Εκεί, στις τριανταφυλλιές του, έγειρε κι έσβησε. Ήσυχα. Για πάντα.
Βαρύ το πένθος για την Ευτυχία. Κι από την άλλη, η μαμά της έλιωνε. Το κλάμα πια συνοδοιπόρος. Τελείωνε τον όγδοο μήνα κύησης και το μωρό δεν ακουγόταν. Τρόμος. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή, παρά να το πάρουν με καισαρική τομή. Όλα πήγαν καλά ευτυχώς. Ένα μικροσκοπικό κοριτσάκι δύο κιλών, αλλά υγιέστατο, ήρθε να φέρει λίγο φως στην γκρίζα της ψυχή. Μόλις σαράντισε, την βάφτισαν. Χρυσή. Για να χαρεί από κει ψηλά ο μπαμπάς της. Σεπτέμβριο πέθανε και η μαμά της Ευτυχίας. Τα μαύρα ρούχα πάνω της, πότιζαν πιότερο μαυρίλα στην ψυχή. Μέσα σε λίγους μήνες, δύο κηδείες και μια γέννα. Μέσα σε λίγους μήνες, η ζωή της άλλαξε. Γιατί έπρεπε θαρρείς να πληρώσει τόσο ακριβά την ευτυχία του ερχομού του δεύτερου παιδιού της;
Στο μνημόσυνο της μαμάς της, για τα σαράντα, κοίταξε τον ουρανό. Δεν γελιόταν. Ήταν εκεί δύο σύννεφα. Το ένα ακουμπούσε το άλλο. Από παιδί που ήταν ακόμα η Ευτυχία, η μαμά της πάντα της έλεγε “όταν δεν θα είμαι πια κοντά σου, κοίτα τον ουρανό. Κι εγώ, θα βρω τον τρόπο να σε αγγίξω, να σε ζεστάνω”. Και ήταν εκεί. Οι γονείς της. Τα σύννεφα την άγγιζαν. Η Ευτυχία χαμογέλασε. Έστειλε ένα φιλί κι έμεινε να τα κοιτάζει. Ο Μιχαήλ σιωπηλός δίπλα της, της έσφιγγε το χέρι και με το άλλο κουνούσε το καρότσι με την Χρυσή. Η Μάγδα, τρύπωσε ανάμεσά τους, κοιτούσε και κείνη ψηλά και είπε “τα λατρεύω τα σύννεφα!”.
Χρυσούλα Καμτσίκη
