Όσα ξεχνάμε… και όσα όχι

«Στη ζωή μερικές φορές δεν έρχονται όλα όπως τα θέλουμε», ήταν τα λόγια ενός ταξιτζή. Σοφές κουβέντες. Ίσως για εκείνον. Γιατί για την Άρτεμις αυτό ήταν η ρουτίνα της πλέον. Τίποτα δεν ερχόταν όπως τα περίμενε. Και πλέον είχε πάψει καν να περιμένει για κάτι ή καν να ελπίζει πως αυτό που σχεδίαζε – αυτό που ιδανικά θα ήθελε να βλέπει να υλοποιείται – θα συνέβαινε.

Ίσως ήταν απαισιοδοξία. Ίσως ψυχρός ρεαλισμός. Ίσως ήταν η ωμή παραδοχή πως είχε φάει πολλές σφαλιάρες από τη ζωή ώστε να αφήσει πια να πράγματα να πάρουν το δικό τους δρόμο χωρίς να τα πιέζει, χωρίς να παρασύρεται από αυτά και χωρίς να φαντασιώνεται για αυτό που πραγματικά θα επιθυμούσε.
Πόσο εύκολο όμως ήταν να το κάνει αυτό;
Γιατί πόσο εύκολα ξεχνάμε τα δύσκολα όταν μας περικυκλώνει κάτι ευχάριστο;

Ήταν μόλις 19 χρονών όταν η ζωή της μαύρισε το ροζ φακό με τον οποίο αντιμετώπιζε τα πάντα. Ήταν τότε που έπεσε από το παραμυθένιο συννεφάκι της πως ήταν όλα ρόδινα, πως μπορούσες να γίνεις ό,τι ήθελες και όλα αυτά τα απελευθερωμένα κλισέ περί ισότητας και δύναμης στον μοντέρνο κόσμο και μπλα μπλα που μας διοχετεύουν στο μυαλό τα κοινωνικά δίκτυα και ο ψηφιακός κόσμος. Γιατί ρεαλιστικά, απέχουμε πολύ από το να ισχύει στα αλήθεια αυτό. Πάρα πολύ.

Ήταν μόλις 19 χρονών. Όταν ο αγαπημένος της καθηγητής και μέντοράς της στο κολέγιο την έπεισε να κάνει αίτηση για ένα πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών στην Ολλανδία. Ήταν τόσο χαρούμενη όταν την πήραν! Τόσο ενθουσιασμένη, που έτρεξε να το πει πρώτα σε αυτόν. Και αυτός την αγκάλιασε σφιχτά να τη συγχαρεί. Κι εκείνη χάρηκε ακόμα περισσότερο. Κι εκείνος την φίλησε. Και εκείνη τότε πάγωσε. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Μα εκείνος δεν σταμάτησε. Την τράβηξε πάνω του και συνέχισε. Εκείνη τον έσπρωξε. Κι εκείνος έγινε βίαιος. Την έσπρωξε στην έδρα του και τη γύρισε ανάποδα κρατώντας της τον σβέρκο. Εκείνη έκλαιγε και ούρλιαζε. Μα εκείνος της φίμωσε το στόμα και ας τον δάγκωνε. Εκείνος τελείωσε γρήγορα αυτό που ήθελε. Μα για εκείνη δεν τελείωσε ποτέ.

Στην Ολλανδία πήγε για πολύ περισσότερο από ένα πρόγραμμα. Ζήτησε αμέσως μετάθεση για να ολοκληρώσει τις σπουδές της εκεί. Ίσως με το να αλλάξει περιβάλλον μπορούσε να σβήσει το παρελθόν και να ξαναρχίσει από την αρχή. Να αλλάξει ζωή. Μα αυτό που σε πονάει το κουβαλάς μέσα σου θέλοντας και μη. Δεν το ελέγχεις.

Στην Ολλανδία δεν μπορούσε να κάνει σχέση. Κάθε φορά που την πλησίαζε ένας άντρας, αμφέβαλλε τις προθέσεις του και τρόμαζε με το άγγιγμά του. Ένιωθε σχεδόν ενοχή με το που την έκανε να γελάει και αισθανόταν έστω και λίγο άνετα μαζί του. Γιατί έτσι ξεκινούσαν όλα. Όταν εκείνος έπειτα ήθελε να έρθουν πιο κοντά, εκείνη ύψωνε τις άμυνές της και έφευγε. Χωρίς εξήγηση. Μερικά τραύματα δεν μπορείς να τα ξεπεράσεις τόσο εύκολα. Είναι χαραγμένα τόσο βαθιά μέσα σου που σε πληγώνουν διαρκώς για μια ζωή. Σου διαμορφώνουν όλο σου το είναι. Και σε αποτρέπουν από το να βρεις αυτό που πραγματικά σου αξίζει.

Ώσπου εμφανίστηκε ο Ερμής. Τον γνώρισε τυχαία σε μια έξοδο με φίλους. Ήταν μέρος κοινής παρέας. Ψηλός, ευγενικός, με όμορφο παρουσιαστικό και τρυφερό βλέμμα. Το χαμόγελό του της μετέδιδε μια ζεστασιά που είχε πολύ καιρό να νιώσει. Είχαν περάσει όλο το βράδυ μιλώντας χωρίς να καταλάβουν πώς πέρασαν οι ώρες και πως είχαν αγνοήσει παντελώς τους φίλους τους.

Συναντιόντουσαν συχνά για βόλτες, καφέ, πεζοπορίες, μουσεία, πολιτιστικά δρώμενα ή απλά για να περπατήσουν και να αποσυμπιεστούν από τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Πάντα είχαν κάτι να πουν. Κι ας μιλούσαν με τις ώρες στο τηλέφωνο. Όταν βρισκόντουσαν, είχαν αμέτρητα θέματα να συζητήσουν. Η Άρτεμις ένιωθε ασφάλεια κοντά του, όσο κι αν δεν το παραδεχόταν ούτε στον εαυτό της. Φοβόταν πως αν το νιώσει, όλο αυτό θα έσκαγε σαν φούσκα. Λες και ήταν μια ωρολογιακή βόμβα που από στιγμή σε στιγμή θα εκρήγνυται. Δεν γνώριζε πως κι εκείνος το ίδιο φοβόταν.

Ο Ερμής ήταν καιρό μόνος. Είχε μάθει έτσι. Ήταν πιο εύκολο για αυτόν. Να μην μοιράζεται, να μην ανησυχεί πως θα πληγώσει κάποιον άλλον, να μη φοβάται πως κάτι που θα πει θα παρεξηγηθεί. Να κάνει το πρόγραμμά του όπως θέλει δίχως εξηγήσεις και λογαριασμούς. Μα σε εκείνη τα έλεγε όλα. Χωρίς πίεση και χωρίς καν να του το ζητήσει. Το ήθελε. Ήταν το πιο όμορφο συναίσθημα αυτό: να σε εμπιστεύονται τόσο και να μοιράζονται τα πάντα μαζί σου σαν να ήσασταν από πάντοτε κομμάτι ο ένας του άλλου.

Η Άρτεμις ήταν ευτυχισμένη. Τόσο, όμως, που άφησε το συναίσθημα να την συνεπάρει. Και μαζί με αυτό ήρθε ο φόβος. Πως μπορεί όλο αυτό να εξαφανιστεί. Άρχισε να τον πιέζει άθελά της. Να ζητάει περισσότερα: περισσότερο χρόνο, περισσότερες ασχολίες, περισσότερη προσοχή. Ήθελε να κάνει πραγματικότητα αυτό το φανταστικό ιδεώδες που είχε στο μυαλό της. Ένιωθε ολοκληρωμένη, επιτέλους, μαζί με έναν άντρα – μαζί με τον Ερμή – και άφησε τις ανασφάλειές της να την κατακλύσουν. Κι αν εκείνος δεν ένιωθε το ίδιο; Και πόσο το ίδιο ένιωθε; Είναι πολύ εύκολο να αφεθείς στις αμφιβολίες όταν το μυαλό σου παίζει παιχνίδια. Πιστεύεις ό,τι σου λέει, ανεξαρτήτως τι σου δείχνει το άτομο που έχεις απέναντί σου. Γιατί επιλέγεις να ακούσεις τις σκευωρίες του μυαλού πάνω από τη λογική της καρδιάς.

Ο Ερμής άρχισε να ασφυκτιεί. Στην αρχή την δικαιολογούσε. Του είχε εκμυστηρευτεί άλλωστε το τι είχε περάσει και γνώριζε καλά πόσο την είχε σημαδέψει αυτό. Προσπαθούσε να συμβιβαστεί, να την καθησυχάζει, να κάνει ό,τι μπορούσε για να περνάνε περισσότερο χρόνο μαζί και να της δίνει την αμέριστη προσοχή του. Μα φαινόταν πως ποτέ δεν ήταν αρκετό. Κάτι είχε αλλάξει και δεν μπορούσε να διακρίνει τι και γιατί.

Όταν θέλεις κάτι πολύ, μπορεί να κάνεις τα πάντα για να το αποκτήσεις. Μπορεί όμως να κάνεις και πολλά που θα επιφέρουν το αντίθετο αποτέλεσμα.
Η Άρτεμις το κατάλαβε με τον καιρό όταν ο Ερμής άρχισε να απομακρύνεται. Γιατί όσο τον τραβούσε πιο κοντά, τόσο εκείνος αντιστεκόταν. Ώσπου μια βραδιά δημιουργήθηκε μέσα της αυτός ο παραλληλισμός με εκείνη την αφόρητη εμπειρία που της άλλαξε την ζωή. Διαφορετικές συγκυρίες. Διαφορετικά συναισθήματα. Σχεδόν ίδιο αποτέλεσμα: ο ένας να τραβάει και ο άλλος να φεύγει.

Έπαψε να πιέζει τόσο. Θυμήθηκε πόσο όμορφα είχαν κυλήσει όλα όταν δεν περίμενε απολύτως τίποτα. Όταν παρά τον χρόνο που έτρεχε, παρά τις κοινωνικές απαιτήσεις, παρά τις δικές τις φιλοδοξίες και όνειρα, είχε απλά αφήσει τα πράγματα να πάρουν τη δική τους ροή. Πόσο ήρεμα ήταν όλα τότε. Και πόσο ήσυχο ήταν το μυαλό της: δεν την παραπλανούσε με ψευδείς σκέψεις και προβληματισμούς.

Και κάπως έτσι ο Ερμής επανήλθε. Γιατί είδε πως εκείνη ηρέμησε. Και όλα όσα η Άρτεμις αποζητούσε, εμφανίστηκαν ως δια μαγείας. Γιατί κι εκείνος τα ίδια ήθελε. Απλά κανείς δεν δρα όπως επιθυμεί όταν τον πιέζουν, προτιμά να το κάνει από δικό του χέρι, με καθαρό μυαλό και αγνή καρδιά.
Εύκολα ξεχνάμε. Μα τα συναισθήματα πάντα μένουν. Και ίσως αυτό μετράει πιο πολύ τελικά.

Μαρία-Χριστίνα Δουλάμη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading