Η Σοφία ήταν 45 ετών όταν της ήρθε επιτέλους ο πολυπόθητος διορισμός της ως φιλόλογος σε δημόσιο σχολείο. Μετά από χρόνια που όργωσε την Ελλάδα ως αναπληρώτρια και τη συλλογή τίτλων σπουδών, μπορούσε πλέον να αισθάνεται ότι οι κόποι της ανταμείβονται και πως ένα καινούριο κεφάλαιο ανοιγόταν στη ζωή της. Από τα 24 της που πήρε το πτυχίο της φιλολογίας είχε βιώσει χαρές και λύπες, είχε αισθανθεί πότε ότι η καριέρα της απογειωνόταν, πότε ότι βυθιζόταν. Μια γεμάτη ζωή, μια επιτυχημένη πορεία, ετοιμαζόταν να ανοίξει μια νέα σελίδα μπροστά της. Για δυο ολόκληρα χρόνια θα έπρεπε να μείνει στα Μέγαρα, μια επαρχιακή πόλη περίπου 45 λεπτά μακριά από την Αθήνα, που λάτρευε. «Ας είναι» σκέφτηκε, «θα μπορούσες να είσαι τελείως στου βοδιού το κέρατο, εδώ είσαι δίπλα σχεδόν σε όλα αγαπάς και σε όσα σου δίνουν ανάσα δροσιάς και ελευθερίας».
Χωρίς να χάσει χρόνο, την επόμενη ημέρα με το πρώτο πρωινό λεωφορείο κατέφτασε στα Μέγαρα και ρίχτηκε στην αναζήτηση του σπιτιού της. Για καλή της τύχη, βρήκε ένα συμπαθητικό σπίτι στο χωριό Πάχη, λίγο πιο πάνω από τα Μέγαρα. Τι της είχε έρθει στο νου και είχε επιλέξει την Πάχη… κανείς δεν ήξερε. Όχι μόνο αυτό, αλλά πριν μερικά χρόνια, στη σκέψη και μόνο ότι θα παρατούσε τη ζωή της στην Αθήνα για να εγκατασταθεί σε ένα «κλειστό» ψαροχώρι των 300 κατοίκων, έφριττε και ένιωθε ότι ασφυκτιούσε. Μάλλον τώρα είχε φτάσει η στιγμή που αποζητούσε λιγάκι την ηρεμία, ένα μέρος να γαληνεύει τις σκέψεις της και να ξεφεύγει από τις καταιγίδες του μυαλού της. Το σπίτι της ήταν και δίπλα στην παραλία, οπότε είχε ανάσες διαφυγής… αν αισθανόταν να πνίγεται.
Είχε κιόλας μεσημεριάσει και η θερμοκρασία είχε ανέβει επικίνδυνα, η βουτιά στην παραλία έμοιαζε μονόδρομος και η θάλασσα ήταν λάδι, ήρεμη και ατάραχη σε σημείο που προσκαλούσε τον οποιονδήποτε να κρυφτεί μες στην αγκάλη της. Χωρίς να το πολυσκεφτεί η Σοφία, με ένα σάλτο βρέθηκε στην παραλία και στα ήρεμα νερά της θάλασσας. Μόλις έκανε να βγει από τη θάλασσα, αισθάνθηκε ότι έβλεπε μια γνώριμη φυσιογνωμία να πλησιάζει προς το μέρος της. Ήταν ένας ψηλός, μελαχρινός, με αθλητικό σώμα άνδρας, που στο βλέμμα του πάγωσε… θυμήθηκε τότε, πριν 14 χρόνια, μια καλοκαιρινή της περιπέτεια που ήταν σύντομη όσο να γεμίσει μια ζωή.
Αυτόν τον είχε γνωρίσει η Σοφία 14 καλοκαίρια πριν, στα 31 της χρόνια. Ήταν τότε μια όμορφη, ψηλή και χαριτωμένη κοπελίτσα, που κέρδιζε σχεδόν αμέσως την προσοχή των ανδρών με το βλέμμα της. Η ανεξαρτησία της πολλές φορές την έκανε αγέρωχη και την καθιστούσε δύσκολο στόχο για να την αποκτήσει κάποιος και να την έχει ολοκληρωτικά δική του. Ήταν σαν ένα πουλί, που δεν μπορούσε εύκολα ούτε να την βαλσαμώσει, ούτε να την φυλακίσει κάποιος… πετούσε ψηλά και έφευγε απ’ ό,τι την εγκλώβιζε. Ο Τάκης την έβλεπε κάθε Σάββατο που ερχόταν στο μαγαζί που δούλευε για σεζόν και είχε γοητευτεί από το βλέμμα της και τον τρόπο με τον οποίον τον κάρφωνε. Της άρεσε πολύ, αλλά δίσταζε να κάνει κάποια κίνηση μη τυχόν τον έφερνε σε δύσκολη θέση, μιας και δούλευε ως σερβιτόρος στην επιχείρηση του θείου του. Εκείνος κατάλαβε την αμηχανία της και προσπάθησε να σπάσει τον πάγο κερνώντας την τον έναν καφέ μετά τον άλλο, μέχρι να τολμήσει να της προτείνει να βρεθούν κάπου μόνοι τους.
Το πρώτο τους ραντεβού δεν άργησε να έρθει, κανόνισαν να πάνε για μπάνιο στην Πάχη Μεγάρων, μέρος από το οποίο καταγόταν ο Τάκης, και στη συνέχεια για φαγητό. Ο Τάκης έδινε στη Σοφία ό, τι είχε περισσότερη ανάγκη εκείνο το διάστημα… λίγες στιγμές ξεγνοιασιάς και χαλάρωσης, μια αγκαλιά να καταφύγει και ένα φλογερό πάθος για να ζήσει στο έπακρον έντονες στιγμές. Πράγματι, οι εκ διαμέτρου αντίθετες φύσεις τους, οι συχνές διαφωνίες που είχαν, αλλά και ο έντονος ερωτισμός μεταξύ τους, αποτελούσαν τα συστατικά για να ζήσουν φλογερές ερωτικές και παθιασμένες στιγμές, καθώς η σεξουαλική τους χημεία ήταν εκρηκτική και το πάθος τους ασίγαστο.
Ωστόσο, όσο κι αν οι νύχτες τους ήταν μοναδικές, οι ημέρες αναδείκνυαν τις διαφορές τους που υπερνικούσαν ό,τι χτιζόταν τη νύχτα. Ο Τάκης πίστευε ότι θα την κατακτούσε ολοκληρωτικά και θα κατάφερνε να την πείσει να μετακομίσει στα μέρη του για να ζήσουν μαζί, η Σοφία από την άλλη έκανε υποχωρήσεις για αρκετό διάστημα, καθώς πίστευε ότι θα έπειθε τον Τάκη να γνωρίσει λίγο τον «κόσμο» της, να έρθει με τα νερά της. Μάταια, συνεχώς διαφωνούσαν και τσακώνονταν και προσπαθούσαν να γίνουν συμβατοί οι ασύμβατοι. Ο χωρισμός τους ήρθε όπως και η ένωσή τους, ξαφνικός και έντονος, όπως και το πάθος τους άλλωστε. Ούτε οι ίδιοι πίστευαν αυτό που είχαν ζήσει, ούτε οι ίδιοι φαντάζονταν ότι θα το ζούσαν και όταν κατάφεραν να ζήσουν κάποιες τέτοιες στιγμές, είχαν την ψευδαίσθηση ότι αυτό θα διαρκούσε για πάντα.
Δεν περίμενε ότι θα τον ξαναέβλεπε αυτόν τον άνθρωπο μετά από 14 χρόνια και θα αισθανόταν την καρδιά της να χτυπά δυνατά, όπως την πρώτη εκείνη φορά. Ο Τάκης δεν περίμενε ότι θα χανόταν πάλι στο βλέμμα της και στα μάτια της που τον σαγήνευαν.
– Τι γίνεσαι; είπε ο Τάκης
– Να εδώ, είμαι η καινούρια φιλόλογος στο ΕΠΑΛ στα Μέγαρα, διορίστηκα επιτέλους! Εσύ;
– Εγώ παντρεύτηκα δύο χρόνια μετά που χαθήκαμε, έκανα δυο παιδιά και τώρα είμαι χωρισμένος.
– Να σου ζήσουν και κρίμα για το διαζύγιο…
– Λες και δεν ξέρεις ότι εγώ είμαι μοναχός μου!
– Γιατί δεν αφήνεις χώρο να γνωρίσεις κάποιον άλλον άνθρωπο ουσιαστικά!
– Δεν είναι αλήθεια και το ξέρεις. Ξεχνάς πόσο κοντά ήρθα στα θέλω σου!
– Μόνο όταν ερχόμουν Μέγαρα, Αθήνα δεν ήρθες ούτε μια φορά να μείνεις!
– Δεν μπορούσα και το ήξερες καλά αυτό!
– Μάλιστα! Τι θα γίνει; Κάθε φορά που θα βρισκόμαστε θα τσακωνόμαστε;
– Μα δεν τσακωνόμαστε, απλά μιλάμε. Είσαι υπερβολική όπως πάντα!
– Αυτή είμαι! Την αγάπησες τη γυναίκα σου;
– Καμιά δεν γουστάρω όπως εσένα και το ξέρεις πολύ καλά!
Ο διάλογός τους ήταν αρκετός για να τους θυμίσει πόσο πολύ επιθυμούσαν κάποτε ο ένας τον άλλον και αμέσως ρίχτηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, χωρίς να το συνειδητοποιήσουν κατέληξαν να κάνουν έρωτα στην παραλία χωρίς να σκεφτούν το πριν και το μετά. Ακόμη δεν πίστευαν ότι μετά από τόσα χρόνια απουσίας, συναντήθηκαν ξανά, διατηρώντας ασίγαστο το πάθος και την έλξη τους. Πόσο παράξενο παιχνίδι είχε παίξει η μοίρα με αυτούς τους δυο και άγνωστο ακόμη αν θα κατέληγαν μαζί κάπου κάποτε στο μέλλον…
Μαρία Αποστόλου
