Περπατούσε για αρκετή ώρα στην άμμο.
…
Είχε ήδη δύο μέρες που πήρε την απόφαση να πάει μόνη της διακοπές, να ξεφύγει από όλους και από όλα. Και αντί να πάρει το πρώτο πλοίο και να καταλήξει σε κάποια εξωτική παραλία, αποφάσισε να μπει στο αυτοκίνητο και όπου βγει. Έτσι είπε τουλάχιστον. Γιατί τον προορισμό τον είχε πολύ καλά χαραγμένο στο μυαλό της.
…
Απολαμβάνοντας τις πρώτες ζεστές ακτίνες του ήλιου, που αναδυόταν μέσα από τη θάλασσα, κοντοστάθηκε. Πήρε μια δυνατή εισπνοή και άφησε το ιώδιο της θάλασσας και τον καθαρό αέρα να την κυριεύσουν.
“Εδώ είμαστε λοιπόν. Εδώ που θα με φέρνει πάντα η θύμησή σου. Μεγάλωσα, παντρεύτηκα, νόμισα πως αγάπησα και τελικά χώρισα! Γιατί εσύ κυριαρχείς στο μυαλό μου. Πώς και πότε θα βγεις από εκεί μέσα; Θα μπορέσω να σε ξαναδώ ποτέ; Να σου μιλήσω… Να σε κατηγορήσω… Να σε αγγίξω…”, μονολόγησε η Μάγδα και αφού έβγαλε παπούτσια και κάλτσες, τα ακούμπησε στα δεξιά της και έκατσε στην ακροθαλασσιά, αφήνοντας το ελαφρύ κύμα να ακουμπά ενίοτε τις πατούσες της.
Έφερε ξανά στο μυαλό της την πρώτη τους γνωριμία, πριν 14 χρόνια. Τα γέλια που έκαναν, τα αγγίγματα, τα βλέμματα, τα πρώτα φιλιά, το πρώτο τους βράδυ. Τόσα ανάμεικτα συναισθήματα και συνάμα τόσα ερωτηματικά…
Όταν πια ο ήλιος ήταν αρκετά δυνατός, αποφάσισε να βγάλει και τα υπόλοιπα ρούχα, μιας και φορούσε μαγιό από μέσα και μπήκε στη θάλασσα. Της άρεσε πολύ το κολύμπι κι έτσι κατευθύνθηκε προς τα βαθιά και ακολούθησε την πορεία που σχημάτιζαν οι κίτρινες σημαδούρες κατά μήκος του beach bar.
Πρέπει να κολύμπησε τόσο, μέχρι που μούδιασαν μυαλό και σώμα και μόνο τότε βγήκε προς τα έξω.
Τυλίγοντας την πετσέτα γύρω της, ένιωσε δύο χέρια να την αγκαλιάζουν. Γύρισε όλο απορία και είδε μια φίλη από τα παλιά.
“Ράνια; Εσύ;”, αναφώνησε με ένα τεράστιο χαμόγελο και ανταπέδωσε την αγκαλιά.
“Τρόμαξα να σε γνωρίσω να ξέρεις. Αλλά, να μου πεις, τόσα χρόνια έχουμε να τα πούμε από κοντά. Τι σε φέρνει εδώ; Εμεις ήρθαμε για χάρη του πατέρα μου. Ξέρεις πόσο του αρέσει αυτό το μέρος…”, ολοκλήρωσε η Ράνια ενώ κρατούσε σφιχτά από τα χέρια την Μάγδα.
“Πού να στα λέω!”, είπε γελώντας και της πρότεινε να βρεθούν το βράδυ να πιούν ένα ποτό και να μοιραστούν τα νέα τους. Η Ράνια συμφώνησε.
Στη βραδινή τους συνάντηση ήταν αδύνατον να μην συζητηθεί και ο λόγος που έφερε τη Μάγδα εδώ. Η Ράνια θυμόταν το ‘μπλέξιμό’ της με τον Βαγγέλη. Την άφησε να ολοκληρώσει την αφήγηση και τις σκέψεις της και ως απάντηση της έδωσε το τελευταίο πράγμα που περίμενε να ακούσει…
“Μάγδα μου, θέλω να σταθείς ψύχραιμη. Ο Βαγγέλης είναι εδώ. Τον πέτυχα και μιλήσαμε λίγο χτες. Θα είναι εδώ για ακόμη 5 μέρες.”
Η Μάγδα ένιωσε να χάνεται η γη κάτω από τα πόδια της. Είχε καρφώσει το βλέμμα της, με γουρλωμένα τα μάτια, πάνω στην Ράνια και δεν είχε αρθρώσει λέξη!
“Μπορώ να σου πω και πού μένει. Αν σε βασανίζει σε τέτοιο βαθμό αυτή η κατάσταση, για μένα θα πρέπει να μιλήσετε! Ακόμα κι αν δεν βγάλει πουθενά θα έχεις πει όσα κρατάς μέσα σου τόσα χρόνια. Δεν είναι δυνατόν να καθορίζει η σκέψη ενός άντρα όλη σου τη ζωή!”, ολοκλήρωσε η Ράνια και έστειλε επιτόπου με μήνυμα το όνομα του ξενοδοχείου στην Μάγδα.
Η ίδια χρειάστηκε κάποια δευτερόλεπτα ακόμη για να συνειδητοποιήσει τα όσα άκουσε και όταν πια έπεσαν οι παλμοί της και ήπιε ένα ποτήρι κρύο νερό, έπιασε το κινητό και διάβασε το όνομα του ξενοδοχείου.
“Δεν περίμενα ότι θα έρθω εδώ και θα τον βρω. Είναι μόνος του;”, ρώτησε όλο αγωνία η Μάγδα.
“Με τον αδελφό του. Μην ανησυχείς, δεν υπάρχει ούτε σύζυγος, ούτε σκυλιά, ούτε γατιά”, της είπε η Ράνια και της έκλεισε το μάτι.
“Εξ ουρανού ήρθες Ράνια μου! Θα πάω να τον βρω αύριο. Έχεις δίκιο. Σήμερα το πρωί αναζητούσα τρόπο να τον ξαναδώ κι εσύ μου τον προσέφερες στο πιάτο! Σε ευχαριστώ πολύ!”
Η Ράνια την πήρε μια μεγάλη αγκαλιά.
Το υπόλοιπο βράδυ κύλησε αρκετά ήρεμα με τις δύο τους να αναπολούν πολλές στιγμές του τότε και να γελούν δυνατά.
“Κορίτσια χίλια συγνώμη αλλά κλείνουμε”, τις διέκοψε η σερβιτόρα. “Θα πρέπει να τελειώσετε το ποτό σας για να μαζέψουμε”.
“Πω πω πέρασε η ώρα!”, διαπίστωσε η Ράνια κοιτάζοντας το ρολόι στον καρπό της. “Εγώ έχω πιεί το κρασί μου. Πάμε;”, ρώτησε την Μάγδα, η οποία κούνησε καταφατικά το κεφάλι και επέμεινε να κεράσει, οπότε άφησε τα χρήματα και το πουρμπουάρ στο τραπέζι.
Οι δύο τους ανανέωσαν το ραντεβού τους για την επόμενη μέρα και χωρίστηκαν.
Η Ράνια γύρισε στο δωμάτιο.
Η Μάγδα έφτασε μέχρι την είσοδο του ξενοδοχείου, αλλά δεν μπήκε μέσα. Άνοιξε το κινητό της και κοίταζε επίμονα το μήνυμα που της είχε στείλει η Ράνια. Πήρε μια βαθιά ανάσα και εντοπίζοντας στους χάρτες πού ήταν το ξενοδοχείο που έμενε ο Βαγγέλης, πήρε τον δρόμο για εκεί. Σε 10 λεπτά ήταν απ’ έξω.
“Ποιόν να ρωτήσω τέτοια ώρα που ήρθα; Αλλά δεν φεύγω. Θα κάτσω στην είσοδο και θα περιμένω. Ήρθε η ώρα να λάβει ένα τέλος αυτή η ιστορία…”, είπε στον εαυτό της και έκατσε στα σκαλιά της εισόδου.
Κάθε τόσο όλο και κάποιος κατέφθανε, αλλά κανείς τους δεν ήταν ο Βαγγέλης. Ή έτσι είχε καταλάβει… Μετά από τόσα χρόνια θα είχε αλλάξει κι αυτός. Ίσως κιόλας να πέρασε από δίπλα της και να μην αναγνώρισαν ο ένας τον άλλον…
Ξεφύσηξε απεγνωσμένα, έβαλε το κινητό στην τσάντα της και σηκώθηκε να φύγει.
Σηκώνοντας το κεφάλι της, τον είδε! Αν και με κάποια παραπάνω κιλά και ώριμα, πια, χαρακτηριστικά, τον κατάλαβε! Η καρδιά της χτύπαγε τόσο δυνατά που άκουγε τα μηνίγγια στο κεφάλι της, τα χέρια της ίδρωσαν, το στόμα της στέγνωσε και τα πόδια της δεν την κρατούσαν! Λες και ήταν μικρό κορίτσι, όπως τότε… Άραγε θα την αναγνώριζε;
Από μακριά παρατήρησε μια γυναικεία φιγούρα στην είσοδο, μα πλησιάζοντας την κοίταζε όλο και πιο επίμονα. Οι ματιές τους είχαν ευθυγραμμιστεί! Ό,τι και να του έλεγε ο αδερφός του, δεν άκουγε λέξη! Μέχρι που έφτασε και στάθηκε μπροστά της.
-Μάγδα;
Εκείνη δεν απάντησε κάτι, μα τα μάτια της γέμισαν πυκνά δάκρυα που ξεχύθηκαν στα μάγουλά της και κατέληγαν στον λαιμό. Ήταν τόσο έντονα τα συναισθήματά της που δεν μπορούσε να τα διαχειριστεί!
Ο αδερφός του ένιωσε πως ήταν αόρατος στον χώρο κι έτσι έφυγε…
Ο Βαγγέλης άπλωσε τα χέρια του, χάιδεψε με τους αντίχειρες τα μάγουλά της και σκούπισε τα δάκρυα.
-Δεν πίστευα ότι θα σε ξαναδώ…, της είπε και χαμογέλασε.
Αχ, αυτό το χαμόγελο… Είχε στοιχειώσει τα όνειρά της και τώρα ήταν ζωντανό μπροστά της!
Η Μάγδα κράτησε τα χέρια του πάνω στο πρόσωπό της.
-Έρχομαι κάθε χρόνο εδώ. Από τότε… Ακόμα και με τον πρώην άντρα μου ήρθα και κάθε καλοκαίρι η καρδιά μου και το μυαλό μου σε αναζητούσαν…
-Πρώην;
-Ξέρεις, νόμιζα ότι μπορούσα να σε ξεχάσω… Ότι η απόσταση και ένας άλλος άντρας θα σε έβγαζαν από το μυαλό μου… Και τώρα που το σκέφτομαι, είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι όταν σε ξαναδώ θα σου έχω έτοιμο ένα χαστούκι! Για τον τρόπο που εξαφανίστηκες! Για το πώς ήρθες ξαφνικά στη ζωή μου, με κυρίευσες ψυχή και σώμα κι έφυγες! Γιατί;
Ο Βαγγέλης την κοίταζε μέσα στα μάτια κι εκείνη ένιωθε πως είχε φτάσει στα έγκατα της ψυχής της. Δεν της απάντησε, μα έσκυψε και φέρνοντας το πρόσωπό της, που ακόμα κρατούσε μέσα στις παλάμες του, απέναντι από το δικό του, ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της και άφησε στην ίδια την επιλογή για τη συνέχεια… Η Μάγδα ανταπέδωσε και ακολούθησε ένα φιλί αρκετών λεπτών, όλο πάθος.
“Δεν σε ξέχασα ποτέ”, της είπε “Ξέρεις, ένα χαστούκι μου χρειάζεται, αλλά έλα στη θέση μου. Πολλά πρωτόγνωρα συναισθήματα για την ηλικία που ήμασταν τότε… Έψαξα να σε βρω και όταν έμαθα ότι είσαι παντρεμένη, έκανα εντελώς πίσω… Προσπάθησα κι εγώ με άλλες γυναίκες. Τί να το κάνεις το σ3ξ άμα λείπει ο έρωτας;”
-Μου έλειψες πολύ…, του είπε η Μάγδα και έπεσε στην αγκαλιά του.
-Κι εμένα.
Και χωρίς να πούνε κάτι άλλο, έμπλεξαν τα δάχτυλά τους και περπατώντας έφτασαν μέχρι το σημείο που το πρωί η Μάγδα στεκόταν μόνη της και δεν ήξερε αν θα τον ξαναδεί.
-Θυμάσαι;, τον ρώτησε
Ο Βαγγέλης έκατσε στην άμμο και κοίταζε την αντανάκλαση του φεγγαριού στη θάλασσα.
-Κάθε φορά που βλέπω αυτή την ασημένια γραμμή πάνω στη θάλασσα, θυμάμαι., της είπε κι εκείνη έκατσε δίπλα του.
“Θα είσαι μόνο δική μου από εδώ και πέρα;”, την ρώτησε
“Πάντα ήμουν μόνο δική σου”, του απάντησε και τα σώματά τους έγιναν ένα, εκεί κάτω από το φως του φεγγαριού, πάνω στην άμμο, όπως την πρώτη φορά, πριν 14 χρόνια…
Αγγελική Ανδριοπούλου
