Τρεις μήνες έβλεπε τον Μάνθο χωρίς να έχει χωρίσει με τον Μάνο. Παρόλο που τον διαβεβαίωνε πως δεν υπήρχε ερωτική επαφή μεταξύ τους, ο Μάνθος ήταν ανένδοτος.
– Όλγα, πήρες τον χρόνο σου, πρέπει να επιλέξεις! της αποκρίθηκε εκείνο το απόγευμα.
– Έχεις δίκιο Μάνθο… παραδέχτηκε
– Φυσικά και έχω δίκιο. Δεν μπορώ να περιμένω άλλο. Ξέρεις πού θα με βρεις… και έφυγε πληρώνοντας τον λογαριασμό, αφήνοντας την Όλγα στον καναπέ του καφέ να συλλογιέται την αδυναμία του χαρακτήρα της, το συναισθηματικό μπέρδεμα, τα αισθήματα του Μάνου που δεν ήθελε να πληγώσει, μα κυρίως τον Μάνθο που έχασε δικαιολογημένα την υπομονή του.
Το ίδιο βράδυ μίλησε στον Μάνο. Του είπε για την μεγάλη συναισθηματική μοναξιά που βίωνε μαζί του και εκείνος σαν υπνωτισμένος την παρακολουθούσε σιωπηλός, χωρίς να έχει καταλάβει πώς στα χρόνια που ήταν μαζί εκείνη αισθανόταν τόσο μόνη. Όταν κατάφερε να μιλήσει, της είπε πως απλά της έδινε τον ζωτικό χώρο που χρειαζόταν. Η θλίψη της μεγάλωσε συνειδητοποιώντας πως ο Μάνος θεωρούσε φυσιολογική την απουσία του, όπως και την σταθερή αναμονή της επιστροφής του από την Όλγα.
– Αυτή είναι η δουλειά μου, το γνώριζες εξ αρχής. της είπε σαν δεδομένο, απορημένος από την ενόχλησή της
– Ναι, το γνώριζα, αλλά δεν το είχα ζήσει. Έχω δικαίωμα να θέλω περισσότερα Μάνο. Η σχέση είναι το μαζί, και το δικό μας μαζί δεν υπάρχει καιρό τώρα. Δεν έχουμε ουσιαστική σχέση, απλά ζούμε μαζί… κάποιες φορές.
– Ουσιαστική σχέση δεν έχουμε, γιατί τρεις μήνες δεν με αφήνεις να σε αγγίξω. Είσαι κουρασμένη συνεχώς!
– Έχω δικαίωμα και εγώ να είμαι κουρασμένη Μάνο!
– Δικαιολογίες… τρεις μήνες απόρριψη, δεν είναι κούραση. Υπάρχει άλλος, έτσι; πλησίασε και την ταρακούνησε, κρατώντας την από τους ώμους. Υπάρχει άλλος; Θέλω να ξέρω! Πες μου! φυσικά δεν αποκάλυψε τίποτα, δεν ήθελε να θυμώσει περισσότερο τον Μάνο.
– Άσε με! Με πονάς!
– Και εσύ Όλγα… πολύ! της είπε σφίγγοντάς την, στην αγκαλιά του με αρκετή δύναμη
Ξέφυγε με κόπο, άρπαξε τα κλειδιά και ξεχύθηκε στον δρόμο να μπει στο αυτοκίνητο. Ήξερε ακριβώς ποια πόρτα να χτυπήσει.
Ο Μάνθος την σκέπασε με μια κουβέρτα και την οδήγησε μέσα, όταν την είδε στο κατώφλι του, χωρίς να ρωτήσει λεπτομέρειες, κατάλαβε. Την κάθισε μπροστά στο τζάκι, της έδωσε ένα μπράντυ να ζεσταθεί, είχε βγει με λίγα ρούχα μες το κρύο, τουρτούριζε μόλις χτύπησε το κουδούνι του. Όταν κάπως συνήλθε, την αγκάλιασε και εκείνη ξέσπασε σε κλάματα στην αγκαλιά του.
– Πες μου μόνο ότι δεν σε άγγιξε! Σε πόνεσε; Σε χτύπησε; και περίμενε με θυμό και αγωνία την απάντηση
Του έγνεψε αρνητικά και τον φίλησε. Αφέθηκε στη ζεστή αγκαλιά του, στο υγρό φιλί και το δυνατό κορμί να την παρασύρει. Του εμπιστεύτηκε το σώμα της χωρίς δισταγμό, την καρδιά την είχε κερδίσει έτσι και αλλιώς.
Η σχέση τους μετρούσε τρεις μήνες, όταν γνώρισε τα παιδιά του. Κουκλιά και τα δυο, ο γιος λίγο μεγαλύτερος η κόρη ακόμη ανήλικη, μια μικρή γυναίκα που «διεκδικούσε» ακόμα τον πρώτο άνδρα της ζωής της, τον μπαμπά της. Η μικρή κόμπλαρε όταν γνώρισε την Όλγα, ήταν κάπως οδυνηρό να βλέπει τους γονείς της με άλλους συντρόφους και όχι μαζί όπως επιθυμούσε, αλλά δεδομένου της ηλικίας τους, ο Μάνθος εμπιστεύτηκε την κρίση του, θεωρούσε πως θα δέχονταν την Όλγα σαν σύντροφό του. Ήταν μια δοκιμασία για όλους.
Η μικρή δεν το πήρε καλά. Αρχικά δεν το έδειξε, μα όσο περνούσε ο χρόνος, δημιουργούσε προβλήματα στην σχέση τους. Εκείνο το βράδυ η Όλγα βγήκε με τις φίλες της και συνέπεσαν στο ίδιο club με την κόρη του Μάνθου. Η μικρή την είδε, η Όλγα όχι. Δυστυχώς μετέφερε λάθος πληροφορίες στον Μάνθο, ότι δηλαδή η Όλγα φλέρταρε με έναν τύπο και πως τους είδε να φιλιούνται. Ο Μάνθος, αμφέβαλλε από την πρώτη στιγμή ακούγοντας την κόρη του, σε όσα του έλεγε, αλλά μην θέλοντας να μειώσει την αξιοπιστία της, την άφησε να μιλήσει χωρίς να διακόπτει και στο τέλος της διαβεβαίωσε πως θα το λύσει. Φυσικά δεν είπε τίποτα στην Όλγα και κατάλαβε πως το υπόβαθρο ήταν ο γυναικείος ανταγωνισμός, χωρίς να δώσει συνέχεια.
Τα παιδιά του, προηγούνταν πάντα σε όλα, ήταν ξεκαθάρισμα από την αρχή της σχέσης τους, κάτι που η Όλγα σεβάστηκε και την έβρισκε σύμφωνη. Παιδί χωρισμένων γονιών και η ίδια, με έναν πατέρα που λάτρευε, και ο οποίος είχε ξαναφτιάξει την ζωή του με άλλη οικογένεια, χωρίς ποτέ να αμελήσει τα παιδιά από τον πρώτο του γάμο, έδειχνε κατανόηση. Αυτό που αγνοούσαν όλοι όμως, ήταν πως και εκείνη όταν ο πατέρας της, τους σύστησε την σύντροφό του, του έκανε πολλά άσχημα, στην προσπάθειά της να έχει την αμέριστη προσοχή του! Οπότε καταλάβαινε και την πιο μικρή λεπτομέρεια στο ύφος της μικρής, οι κεραίες της έπιαναν κάθε κίνηση ανάμεσά τους, στο πρόσωπό της έβλεπε τον εαυτό της πριν πολλά χρόνια.
Εκείνο όμως το απόγευμα, απογοητεύτηκε από τον Μάνθο. Ένα μήνα πριν έκλεισαν το τριήμερο στην Ρώμη, ανυπομονούσε να βρεθούν κάπου μακριά από τις υποχρεώσεις και το άγχος της καθημερινότητας, κανονίζοντας στην εντέλεια τα επαγγελματικά ραντεβού, και όλες τις εκκρεμότητές τους.
– Είμαι πολύ ενθουσιασμένη! Επιτέλους, ένα τριήμερο δικό μας!
– Όλγα, έχει προκύψει ένα θέμα… της αποκρίθηκε ο Μάνθος και την κοίταξε με σοβαρότητα
– Τι είναι; Τι συμβαίνει;
– Η μικρή έχει παράσταση με το μπαλέτο το Σάββατο και… όπως καταλαβαίνεις δεν μπορώ να λείπω…
Η Όλγα προσπάθησε να επεξεργαστεί την πληροφορία που άκουγε, ψύχραιμα, μα ήταν σίγουρη πως η μικρή το ανακοίνωσε την τελευταία στιγμή, αφού είχε πληροφορηθεί το ταξίδι τους, φέρνοντας σε δύσκολη θέση τον πάτερα της. Έδειξε την απογοήτευσή της χωρίς να κρυφτεί. Ο Μάνθος πρότεινε να φύγουν Κυριακή και να μείνουν μια ημέρα παραπάνω.
– Μάνθο, ξέρεις πως αυτό δεν γίνεται, την Τρίτη πρέπει να είμαι στην δουλειά, πάλεψα πολύ γι’ αυτό το τριήμερο, ήταν δύσκολο να πάρω άδεια την Δευτέρα, δεν μπορώ να λείπω και την Τρίτη!
– Τότε ίσως το αναβάλουμε για τον επόμενο μήνα, θα δω αν μπορώ ν ’αλλάξω τα εισιτήρια…
– Μάνθο, δεν με καταλαβαίνεις… ήθελα τόσο πολύ… το περίμενα πώς και πώς…
– Όλγα σου ζητώ συγγνώμη, μα ήμουν ξεκάθαρος από την αρχή, τα παιδιά μου προηγούνται!
Η μια κουβέντα, έφερε την άλλη, και δυστυχώς σε έντονο κλίμα τσακώθηκαν. Εκείνη του είπε πως προτεραιότητα πάντα ήταν τα παιδιά, η δουλειά του, η προπόνησή του και κάπου προς το τέλος της λίστας, εκείνη. Εκείνη πάντα διαθέσιμη, εκείνος πάντα απασχολημένος. Εκείνος πιο ψύχραιμος, προσπάθησε να την ηρεμήσει, να της εξηγήσει, μα δεν άκουγε. Θυμωμένη και λυπημένη, έφυγε, πήγε στο δυαράκι που είχε νοικιάσει μετά τον χωρισμό της από τον Μάνο, αν και δεν υπήρχε λόγος, διότι λίγες φορές είχε μείνει εκεί. Έμενε με τον Μάνθο αρκετούς μήνες. Να που υπήρχε λόγος τελικά…
Εκείνος την καλούσε συνεχώς, δεν απαντούσε. Πέρασε από το σπίτι της, δεν άνοιξε.
– Τώρα γιατί φέρεσαι σαν κακομαθημένο παιδάκι; την ρώτησε η κολλητή της, όταν βγήκαν για καφέ.
– Έχω ξενερώσει, δεν θέλω να τον δω. Κοίτα, ίσως είναι καλύτερα έτσι, υπάρχουν βασικά θέλω στα οποία διαφέρουμε…
– Σε έχει πάρει τόσα τηλέφωνα. Νοιάζεται ο άνθρωπος. Αν δεν σε ενδιαφέρει πλέον, πες του, δεν χρειάζεται να κρύβεσαι. Σε ποια θέλω δηλαδή διαφέρετε, να καταλάβω…
– Αρχικά δεν θέλει άλλα παιδιά. Και ναι, ξέρω, ούτε και εγώ θέλω προς το παρόν, αλλά δεν το αποκλείω. Τι νόημα υπάρχει να είμαστε μαζί και να χωρίσουμε όταν νιώσω την ανάγκη να αποκτήσω παιδί;
– Μα δεν αισθάνεσαι κάτι γι’ αυτόν τον άνδρα;
– ’Έχεις δίκιο, πρέπει να μάθει τι αισθάνομαι… απάντησε και τον κάλεσε από το κινητό της.
Λίγες ημέρες μετά, έβλεπε από το παράθυρο στο κτήμα του πατέρα της στην Νορβηγία, το ποτάμι να κυλάει ήρεμα. Σκεφτόταν τον Μάνθο, την τελευταία τους συνάντηση, θα ήθελε πολύ του είπε να του δείξει το σπιτάκι δίπλα στο ποτάμι, να κάνουν ιππασία να γνωρίσει τον πατέρα της, την υπόλοιπη οικογένεια. Εκείνη θα έμενε, δεν ήξερε πότε και αν θα επέστρεφε. Ήθελε παιδί του είπε, δεν του είπε ότι ένα έμβρυο δικό τους μεγάλωνε μέσα της, και ήθελε επίσης να αλλάξει δουλειά, να κάνει όλα τα πράγματα που έκανε πριν γνωριστούν, να έχει τον δικό της χρόνο. Θα ήθελε να έρθει μαζί έστω για λίγες ημέρες να δει την ζωή της;
Την κοίταξε απελπισμένος, της είπε πως θα ήθελε σαν τρελός, μα… δεν μπορούσε! Τα παιδιά, η δουλειά, η προπονητική που είχε αναλάβει, λυπάται είπε και την άφησε να φύγει με πόνο ψυχής. Έκλαψε με όλη την δύναμη της καρδιάς του, όταν εκείνη έφυγε. Δεν μπορούσε να την καθυστερεί άλλο, άλλωστε δεν επιθυμούσε άλλα παιδιά, όπως είχε δηλώσει από την αρχή της σχέσης τους. Και εκείνη έφυγε πληγωμένη, και πήγε να χωθεί στην αγκαλιά του αγαπημένου άνδρα της ζωής της, του μπαμπά της!
Μήνες πέρασαν και προσπαθούσαν και οι δυο να κλείσουν τις πληγές. Ο Μάνθος μηχανικά έκανε τα περισσότερα. Ανακοίνωσε στην ομάδα πως θα ήταν η τελευταία χρονιά του σαν προπονητής. Ήθελε χρόνο να επεξεργαστεί τα αισθήματα και την απώλεια της Όλγας. Λειτουργούσε σαν πατέρας μα δεν είχε διάθεση, ούτε χαρά καμία. Η αγάπη της ζωής του, έφυγε με την έγκρισή του και εκείνος ένιωθε ανόητος που την έχασε. Τον πλησίασε η κόρη του, που δεν μπορούσε άλλο να τον βλέπει στεναχωρημένο και του ζήτησε συγγνώμη για την συμπεριφορά της και όλα τα χαζά που έκανε να δημιουργήσει πρόβλημα. Την κοίταξε χαμογελώντας, την αγκάλιασε και της χάιδεψε τα μαλλιά. Μπήκε στο δωμάτιο και ο γιος του, που τόσο καιρό «έκραζε» την αδελφή του για την απαράδεκτη συμπεριφορά της, και όλοι μαζί αγκαλιάστηκαν, μια ανθρώπινη σφαίρα με πυρήνα τον Μάνθο.
– Μπαμπά, εμείς θα σε αγαπάμε πάντα. Μα εσύ δεν μπορείς να μείνεις μόνος για εμάς… συμφωνήσαν τα παιδιά και η κόρη του έβγαλε από την σχολική τσάντα της ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για την Νορβηγία, στο όνομά του!
Ελένη Ρέγγα
Τέλος
