Ατένιζαν μαζί τον ορίζοντα. Η δύση του ήλιου, χάριζε στο ζευγάρι την πιο όμορφη παλέτα χρωμάτων. Εκεί που η θάλασσα έδινε το καθιερωμένο ραντεβού με τον ουρανό, στην ένωσή τους, πανδαισία χρωματική. Ένα απαλό ροζ, ανακατεμένο με λιλά, έδιναν τη θέση τους σε ένα έντονο πορτοκαλί που στο βάθος, νόμιζες, μάτωνε. Κόκκινος ο ορίζοντας. Έριχνε αυλαία άλλη μια μέρα. Σε λίγο το σκοτάδι θα έριχνε τα πέπλα του. Εκεί, σφιχτά αγκαλιασμένοι ο Παύλος και η Μυρσίνη, έδιναν όρκους αιώνιας αγάπης.
– Μ’ αγαπάς; ρωτούσε εκείνη μελιστάλακτα.
– Μέχρι πέρα, σε εκείνο το βαθύ κόκκινο, του ουρανού και της γης, απάντησε λάγνα εκείνος και της έδειχνε με το δάχτυλο, το σημείο.
– Παύλο μου, δεν έχω τίποτα, αν δεν έχω εσένα.
– Εδώ είμαι κορίτσι μου. Πάντα θα είμαι εδώ, να σε αγαπώ.
Πόσο εύκολα λέμε τα λόγια οι άνθρωποι. Πόσο δύσκολα τα εννοούμε.
Λίγους μήνες μετά, παραμονές Χριστουγέννων, η Μυρσίνη ετοίμασε δείπνο για δύο. Τα είχε σκεφτεί όλα. Ρομαντικά, όπως αρέσει και στους δύο. Γιορτινό τραπεζομάντηλο, κηροπήγια με χρυσά κεριά, κόκκινες χαρτοπετσέτες σε σχήμα κύκνου που τις έφτιαξε η ίδια, ροζέ κρασί, το αγαπημένο του φαγητό, ορεκτικά, τούρτα σε σχήμα καρδιάς, απαλή μουσική. Επιμελήθηκε τα μαλλιά της, το μακιγιάζ, το φόρεμά της. Ήθελε όλα να είναι τέλεια. Είχε ένα παράξενο καρδιοχτύπι. Ανυπομονούσε να του πει το ευχάριστο νέο.
Χτύπησε το κουδούνι. Με χαμόγελο τόσο φωτεινό όσο και η χριστουγεννιάτικη διακόσμηση, του άνοιξε.
– Αγάπη μου, είσαι εκθαμβωτική!, της είπε και την φίλησε.
– Κι εσύ δε πας πίσω μωρό μου.
Έτρωγαν, γελούσαν, μιλούσαν. Οι ματιές τους είχαν κάτι από τη φλόγα των κεριών. Ναι, κάπως έτσι είναι η απόλυτη ευτυχία. Τότε η Μυρσίνη, βγάζει ένα κουτάκι τυλιγμένο σε αγιοβασιλιάτικο περιτύλιγμα.
– Ρε μωρό μου, τι είναι αυτό; Από τώρα; Εγώ δεν σου πήρα ακόμα κάτι, την μάλωσε χαριτωμένα ο Παύλος.
– Άνοιξέ το, είπε μόνο η κοπέλα και στο βλέμμα της χώρεσε μια θάλασσα αγάπης.
Ο Παύλος έμεινε ακίνητος. Παγωμένος. Το χαμόγελό του χάθηκε. Το βλέμμα του άχρωμο, κενό. Δεν είπε λέξη. Μια αμήχανη σιωπή επικράτησε.
-Μωρό μου, τι έπαθες; σαστισμένη τον ρωτά η Μυρσίνη.
Δεν ξέρει πόση ώρα πέρασε. Δευτερόλεπτα; Λεπτά; Ώρα; Αιώνας;
– Τι είναι αυτό; Τι είναι αυτό Μυρσίνη; μίλησε επιτέλους με έντονο, σχεδόν άγριο ύφος ο Παύλος. Τα λόγια του σα βουρδουλιές επάνω της.
– Είναι το τεστ εγκυμοσύνης, που έκανα χθες. Μα τι έπαθες; Νόμιζα θα χαρείς όσο κι εγώ.
– Να χαρώ; Εσύ δηλαδή χάρηκες. Μάλιστα. Τι να χαρώ ρε Μυρσίνη; Μιλάμε για εγκυμοσύνη!
– Ναι, μιλάμε για εγκυμοσύνη. Για αυτήν που στα δύο χρόνια που είμαστε μαζί, σε κουβέντες, λέγαμε, πόσο όμορφο θα είναι ένα μωρό αγάπης, από σένα κι εμένα. Δύο χρόνια, μου λες πόσο μ’ αγαπάς, πως δεν ζεις μακριά μου.
– Μυρσίνη δεν καταλαβαίνεις; Είμαι είκοσι έξι χρονών. Είσαι είκοσι τέσσερα. Αυτό θες; Να γίνεις μάνα; Να σταματήσεις τη ζωή σου για να μεγαλώσεις ένα μωρό;
– Να σταματήσω τη ζωή μου; Μα η ζωή μου είσαι εσύ. Αν έχω εσένα δίπλα μου, έχω τα πάντα. Νόμιζα πως κι εσύ έτσι ένιωθες. Και δεν είναι ένα μωρό. Είναι το μωρό μας.
– Τι έχεις πάθει; Τι εχεις πάθει, μου λες; Καλά δεν είμαστε; Καλά δεν περνάμε; Γιατί να τα χαλάσουμε όλα;
– Παύλο φύγε. Κατάλαβα. Φύγε.
– Άκουσέ με…
– Φύγε, σε παρακαλώ, ΦΥΓΕ!
Κι έφυγε. Για πάντα. Μάταια ήλπιζε η Μυρσίνη ότι θα το ξανασκεφτεί. Ότι θα το μετανιώσει. Ότι η αγάπη του για κείνη θα νικούσε τον πανικό του. Ότι όλο αυτό ήταν ένα κακό όνειρο. Τίποτα δεν έγινε από όλα αυτά. Γιατί τίποτα δεν υπήρχε.
Το όνειρο ήταν εφιάλτης. Τώρα το ήξερε. Οι γονείς της, στάθηκαν στο πλευρό της. Μια ιδιαίτερα ζεστή μέρα του Ιούλη, γέννησε τον γιο της. Τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμια.
Δάκρυα χαράς για τον ερχομό του πολυτιμότερου δώρου στον κόσμο που κρατούσε αγκαλιά.
Δάκρυα πίκρας για την εγκατάλειψη, που τούτη τη στιγμή, ένιωθε πιο έντονα από κάθε άλλη στιγμή όλους αυτούς τους μήνες.
Δεν επιδίωξε καμία επικοινωνία εκείνος. Εξαφανίστηκε. Πήρε μαζί του την ψεύτικη αγάπη του, τους όρκους του, την δειλία του.
Δεν ζητιάνεψε αγάπη για το παιδί της εκείνη. Άλλωστε έμαθε με τον χειρότερο τρόπο ότι τίποτα δεν ήξερε από δαύτην ο άνθρωπος που λάτρεψε.
Ήταν ένα πανέμορφο μωρό. Στα μάτια του έβλεπε τον Παύλο. Ορκίστηκε πως αυτά τα μάτια μπροστά της θα γίνουν ο κόσμος της όλος. Ο Παύλος δεν άξιζε ούτε μια σκέψη της. Ούτε ένα δάκρυ της. Πονούσε η ψυχή της. Μα έτσι έπρεπε. Να τον διαγράψει. Να τον ξεχάσει. Δεν είχε άλλη επιλογή. Θα αφιέρωνε τη ζωή της σε αυτό το μωρό, σαν μαμά και μπαμπάς ταυτόχρονα. Δεν θα άφηνε ούτε μια χαραμάδα υπόνοιας ότι αυτό το παιδί δεν ήθελε ο πατέρας του να γεννηθεί. Θα την έβρισκε αντιμέτωπη, όποιος προσπαθούσε να του ποτίσει δηλητήριο, τη σκέψη, την ψυχή του. Τον αγαπούσε εκείνη για δέκα πατεράδες μαζί.
Όταν άρχισε να λέει τα πρώτα του λόγια, τον ρωτούσε, “τι είσαι εσύ και η μαμά;” και εκείνο, απαντούσε “ένα”. Έτσι, ένα θα ήταν πάντα. Θα έδινε και την ζωή της γι’ αυτό.
Χρυσούλα Καμτσίκη
