Άνοιξε τα μάτια του με δυσκολία και κοίταξε γύρω του. Είχε αρχίσει να ξημερώνει. Κανείς δεν είχε έρθει να τον πάρει, παρόλο που είχε περάσει ώρα από τότε που έφυγε η Κατερίνα. Πόση ώρα; Ώρες. Όταν έφυγε εκείνη ήταν νύχτα και τώρα ξημέρωνε. Ο πόνος στο πλευρό του ήταν δυνατός, αλλά ακόμη περισσότερο πονούσε το κεφάλι του. Έφερε πάλι στο μυαλό του τη βραδιά που προηγήθηκε…
Νόμιζε ότι η τύχη του χαμογέλασε όταν μπήκε στα μπουζούκια και είδε ποια ήταν στο τραπέζι που καθόταν ο φίλος του ο Νίκος. Ήξερε ήδη ότι στην παρέα θα ήταν και η αδελφή του Νίκου και κάποιες φίλες της, αλλά ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δε φανταζόταν ότι θα έβλεπε εκεί την Κατερίνα. Εκείνη είχε καιρό να εμφανιστεί σε βραδινή έξοδο. Από τότε που την παράτησε ο άντρας της, ο Χρήστος. Πώς άφησε τέτοια κοπέλα; Ο Κώστας στην αρχή δεν μπορούσε να καταλάβει το λόγο, αλλά τα κουτσομπολιά έδιναν και έπαιρναν ότι ο Χρήστος ξεμυαλίστηκε με την κόρη του χασάπη και γι’ αυτό χώρισε την Κατερίνα. Εκείνη κλείστηκε στο σπίτι για μήνες και δεν πήγαινε πουθενά. Όμως τι σημασία είχαν όλα αυτά αφού τώρα ήταν εκεί;
Χαμογελαστός πλησίασε το τραπέζι και χαιρέτησε την παρέα. Κάθισε δίπλα στο Νίκο και η βραδιά ξεκίνησε με τον καλύτερο τρόπο. Η παρέα των νέων χόρευε και έπινε, αλλά ο Κώστας δεν ήθελε να πιεί πολύ. Μόνο ένα ποτό. Δεν ήθελε να μεθύσει μπροστά στην Κατερίνα. Του άρεσε από τότε που ήταν παιδί, αλλά εκείνη ήταν πάντα κολλημένη με το Χρήστο. Παντρεύτηκαν αμέσως μόλις η Κατερίνα τελείωσε το σχολείο. Τώρα όμως ήταν η ευκαιρία του!
Η ώρα πέρασε ευχάριστα αν και δεν της είχε μιλήσει σχεδόν καθόλου. Πολλή η φασαρία και εκείνος είχε το μυαλό του αλλού. Πρόβαρε τι θα της έλεγε όταν θα βρίσκονταν μόνοι. Είχε ήδη σκεφτεί ότι έπρεπε να μείνουν μόνοι για να της ανοίξει την καρδιά του. Κι αν εκείνη ήταν ακόμη κολλημένη με τον πρώην άντρα της; Θα έπρεπε να το ρισκάρει για να μάθει.
Κατά τις 3 αποφάσισαν οι κοπέλες να φύγουν. Ο Νίκος τους είπε ότι ήταν νωρίς να φύγουν από τα μπουζούκια, αλλά εκείνες επέμεναν. Ο Κώστας κατάλαβε γιατί. Η Κατερίνα ζοριζόταν και μάλλον οι φίλες της της είχαν υποσχεθεί ότι θα είναι σύντομη η έξοδος. Την είχε δει να κοιτάζει δεξιά-αριστερά με κενό βλέμμα. Φαινόταν ότι δεν διασκέδαζε. Ο Νίκος πρότεινε φυσικά να πάρει με το αυτοκίνητο την αδελφή του αλλά και τις δύο φίλες της και να τις πάει στα σπίτια τους. Ο Κώστας βρήκε την ευκαιρία. “Να σε πάω εγώ με τη μηχανή Κατερίνα; Δίπλα είναι τα σπίτια μας.”. Η κοπέλα διστακτικά δέχτηκε και ο Κώστας τρελάθηκε από τη χαρά του!
Βγήκαν όλοι έξω από τα μπουζούκια και αποχαιρετήθηκαν. Ο Κώστας και η Κατερίνα ανέβηκαν στη μηχανή. “Να πάμε από το δρόμο της θάλασσας;”, τη ρώτησε. “Εντάξει” είπε εκείνη. Δρόμος πιο μακρινός αλλά πιο ωραίος. Ρομαντικός. Οι άλλοι σίγουρα θα πήγαιναν από τον κεντρικό.
Ξεκίνησαν και σε λίγο έστριψαν δεξιά. Στα δεξιά τους είχαν τη θάλασσα και έβλεπαν το φανάρι του λιμανιού. Ο Κώστας ήθελε να της μιλήσει αλλά δε θα τον άκουγε λόγω του θορύβου της μηχανής. Θα της μιλούσε αργότερα. Ίσως όταν έφταναν έξω από το σπίτι της; Σκεφτόταν τι να της πει. Δεν ήθελε να τη φέρει σε δύσκολη θέση.
Ξαφνικά άκουσε έναν δυνατό θόρυβο και έπεσε κάτω. Η μηχανή του πλάκωσε το δεξί του πόδι. Τι έγινε; Ζαλισμένος, όχι από το ποτό, αλλά από τον έρωτα, δεν είδε τον στύλο της ΔΕΗ και έπεσε πάνω του. Είχε καεί η λάμπα του και κανείς δεν την είχε αλλάξει.
Έχασε τις αισθήσεις του και έμεινε έτσι ούτε ήξερε για πόση ώρα. Ο ήχος τακουνιών τον επανέφερε. Άνοιξε τα μάτια του και είδε την Κατερίνα να τρέχει προς την πόλη. Ήταν σαν χαμένη αλλά έτρεχε γρήγορα. Δεν κοίταξε στιγμή πίσω της προς τον Κώστα. Εκείνος χάρηκε. Σκέφτηκε ότι η Κατερίνα δε θα χτύπησε πολύ αφού μπορεί και τρέχει. Πάει να φέρει βοήθεια σκέφτηκε ανακουφισμένος.
Ξαναγύρισε στο τώρα. Γιατί δεν έρχεται κανείς; Πέρασαν τόσες ώρες. Τι έχει συμβεί; Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά δεν μπορούσε. Η μηχανή τον πλάκωνε και δεν είχε δυνάμεις. Προσπάθησε να πιάσει το κινητό του αλλά δεν μπορούσε γιατί ήταν στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του. Δηλαδή πλακωμένο από τη μηχανή και αυτό. Ζαλιζόταν και πονούσε το κεφάλι του. Το άγγιξε με το αριστερό του χέρι και μετά είδε αίματα στο χέρι του. Αυτό δεν είναι καλό, σκέφτηκε. Τον πονούσε και το δεξί πλευρό του και το πόδι του. Σιγά-σιγά χανόταν, μέχρι που έφυγε. Βγήκε από το σώμα του και πέταξε μέχρι την πόλη. Ήθελε να τη βρει. Να δει αν τελικά ήταν καλά.
Έφτασε στη γειτονιά και αναστέναξε βλέποντας πρώτα το δικό του σπίτι. Θυμήθηκε τη μάνα του που του ευχήθηκε “να περάσεις καλά αγόρι μου” όταν φεύγοντας της είπε ότι θα πάει στα μπουζούκια έξω από την πόλη. Ήταν ένα μαγαζί κάπως μακρινό αλλά τέλειο και πήγαιναν συχνά εκεί με το Νίκο και άλλους φίλους. Θα μπω να δω τη μάνα μου σε λίγο σκέφτηκε. Πρώτα να δω αν η Κατερίνα είναι καλά.
Λίγο πιο πέρα ήταν και το δικό της σπίτι. Μπήκε μέσα και την είδε να κάθεται στο κρεβάτι της και να κλαίει. Δίπλα της η θεία της που έμενε μαζί τους και η μάνα της. Τη ρωτούσαν τι έχει αλλά εκείνη δε μιλούσε. “Πες μου κορίτσι μου τι έπαθες!” την παρακαλούσε η μάνα της. Μιλιά η Κατερίνα. Οι δύο γυναίκες ήταν αναστατωμένες, αλλά η Κατερίνα ήταν αλλού. Ωχρή σαν φάντασμα και δεν τους απαντούσε.
Ο Κώστας βρέθηκε στο δρόμο από άλλους, τυχαία. Ήταν νεκρός όταν τον βρήκαν. Η Κατερίνα πήγε σπίτι της και δεν είπε σε κανέναν για το ατύχημα. Δεν έφερε βοήθεια για τον Κώστα. Σε αυτό το νησί όμως όλα μαθαίνονται και αυτό δε θα μπορούσε να μείνει κρυφό. Μάρτυρες μίλησαν. Είπαν ότι τους είδαν να φεύγουν μαζί από τα μπουζούκια με τη μηχανή. Στο τέλος της ανάκρισης η Κατερίνα το παραδέχτηκε. Δικάστηκε γιατί τον εγκατέλειψε. Ο δικηγόρος της είπε ότι είχε πάθει σοκ και γι’ αυτό δεν ειδοποίησε ώστε να έρθει βοήθεια για τον Κώστα. “Θα μπορούσε να είχε σωθεί!” ούρλιαζε η μάνα του που δε συνήλθε ποτέ και μαράζωνε με μόνη ελπίδα να καταδικαστεί αυτή. Η Κατερίνα είπε κλαίγοντας ότι θα έδινε και το ένα της χέρι για να είχε σωθεί ο Κώστας. Συγκίνησε κάποιους αλλά δεν έπεισε άλλους. Τελικά αθωώθηκε.
Οι κουτσομπόλες του νησιού διέδιδαν ότι δε μίλησε γιατί ήταν χωρισμένη. Μην τυχόν και πιστέψουν κάποιοι ότι δήθεν είχε σχέση με τον Κώστα. Λίγο καιρό μετά, οι γονείς της την πήγαιναν βόλτες και σε μαγαζιά για να τη διασκεδάσουν. Όσοι τους είδαν εκεί εξαγριώθηκαν. Οι φίλες της την έκοψαν. Και η ζωή συνεχίζεται… αλλά όχι για όλους.
Εμπνευσμένο από αληθινή ιστορία.
ΜΚ
