Η Μαργαρίτα ήταν μια πολύ ωραία γυναίκα. Σε ένα μήνα περίπου, θα έκλεινε τα εξήντα. Είχε υπέροχα καταγάλανα μάτια, που έμοιαζαν με καθάριο βυθό. Είχε χρόνια να κοιτάξει άνθρωπο κατάματα. Δεν ήθελε. Έκρυβε την θλίψη της, χαμηλώνοντας το γαλάζιο βλέμμα της.
Καμιά φορά, η ομορφιά, δεν είναι εισιτήριο καλοτυχίας. Από νέα, πάντα ήταν αρεστή στα αρσενικά κάθε ηλικίας. Την πλησίαζαν, την φλέρταραν. Εκείνη πάντα ήταν διστακτική. Χαμηλών τόνων, δεν εκμεταλλεύτηκε ποτέ την ομορφιά της. Δεν το ‘παιξε ποτέ ωραία, μοιραία, άγριο θηλυκό. Δεν την ενδιέφεραν οι εφήμερες σχέσεις και γι’ αυτό επέλεγε την μοναξιά της.
Η μεγαλύτερη σχέση της σε διάρκεια, ήταν εκεί γύρω στα τριάντα, που πίστεψε ότι βρήκε το άλλο της μισό. Ήταν μαζί δύο χρόνια και τον αγαπούσε. Ταίριαζαν πολύ. Ακόμη κι εξωτερικά έμοιαζαν. Όλοι τους έλεγαν πόσο όμορφο ζευγάρι ήταν. Έκαναν σχέδια να παντρευτούν. Εκείνος πρότεινε να κάνουν εξετάσεις γονιμότητας, να κερδίσουν χρόνο. Η ηλικία τους, ήταν στο όριο. Τόσα ζευγάρια παιδεύονται. Το δικό του σπερμοδιάγραμμα, άριστο. Με ύφος βασιλιά της ζούγκλας, το έδειχνε κι έλεγε “μωρό μου, τρίδυμα θα σου χαρίσω!”. Στην περίπτωση της Μαργαρίτας, τα αποτελέσματα ήθελαν ψάξιμο. Ο υπέρηχος δεν έδειχνε κάτι ιδιαίτερο, μα ο γυναικολόγος της, πρότεινε και μια σαλπιγγογραφία. Μια διαδικασία που όταν την θυμάται, κλείνει τα μάτια, σφίγγοντάς τα. Δεν ήταν ο φυσικός πόνος μόνο. Ήταν η όλη διαδικασία. Ξαπλωμένη με ανοιχτά τα πόδια, να βάζει και να βγάζει διάφορα ο γιατρός μέσα της και με γυρισμένο το κεφάλι της στο πλάι, να βλέπει την οθόνη. Δεν κυκλοφορεί το υγρό όπως θα ‘πρεπε, τον ακούει να λέει. Κι αυτό που τρέχει τι είναι; Α, ναι… δυστυχώς τα δάκρυά της.
Δεν έδωσε ελπίδες ο γιατρός. Η Μαργαρίτα έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Έξω την περίμενε ο Μιχάλης. Του ‘φυγε το χαμόγελο μόλις την είδε. Κατάλαβε. Κι αφού κατάλαβε, έφυγε. Την αγαπάει πολύ της είπε. Φεύγει τώρα, γιατί δεν θα μπορέσει να ζήσει έτσι κι αργότερα θα τον μισήσει εκείνη, της είπε. Έκανε κι άλλες ανούσιες και βαρύγδουπες δηλώσεις. “Δεν είναι έτσι η αγάπη Μιχάλη. Οι άντρες, τα βαρέα αρσενικά, όπως έλεγες ότι είσαι, μένουν στα δύσκολα Μιχάλη. Χωράνε στην αγκαλιά τους όλη τη θλίψη και την μαυρίλα της συντρόφου τους και την γιατρεύουν, με ένα γλυκό λόγο ή μια σιωπή που φωνάζει νοιάξιμο, με ένα χάδι, με κάθε τρόπο. Αλλά εσύ Μιχάλη ήθελες να κερδίσεις χρόνο, αν δεν μπορεί να κάνει παιδί, ποιος ο λόγος να προχωρήσεις; Δεν φέρθηκες αντρίκια Μιχάλη…”. Αυτά ήθελε να του πει, μα δεν είπε τίποτα. Του ευχήθηκε καλή τύχη, εκείνος την κοίταξε με λύπηση κι έφυγε. Εκείνη την στιγμή αποφάσισε να μην επιτρέψει σε κανέναν, ποτέ, να την ξανακοιτάξει έτσι. Με οίκτο, για την καημένη που δεν μπορεί να κάνει παιδί, που την παράτησε ο σύντροφός της, που θα μείνει μόνη.
Για πολύ καιρό ήταν κομμάτια. Προσπαθούσε να το συνειδητοποιήσει. Δε θα έκανε δικά της παιδιά. Μα τελικά, τι θα πει ” δικό μου” παιδί; Τα παιδιά είναι του Θεού. Τα παιδιά είναι όλων μας ή έτσι θα ‘πρεπε. Άρχισε να φλερτάρει με την ιδέα της υιοθεσίας. Οι γονείς της ήταν αρνητικοί. “Τι θες τώρα να ανακατευτείς με υιοθεσίες; Εδώ ο Μιχάλης που σε αγαπούσε κι έφυγε. Ποιος θα δεχτεί να έχει ένα ξένο παιδί;”. Δεν απάντησε. Δεν τους κοίταζε. Γενικά, μετά την λιποταξία του Μιχάλη, έχασε την εμπιστοσύνη της στον κόσμο. Πλέον λίγα, τα εντελώς απαραίτητα με όλους. Παραξενεύτηκε όμως με τις ιδέες των γονιών της. Η μαμά της, την έκανε σε μεγάλη ηλικία, που για κείνα τα χρόνια, ήταν δακτυλοδεικτούμενο. Προσπαθούσαν, μα δεν ερχόταν η εγκυμοσύνη. Μήπως γι’ αυτό αντιδρά έτσι; Ποιος ξέρει τι άκουσε κι εκείνη από τον κόσμο, τον αιώνιο κριτή, στα χρόνια της…
Η Μαργαρίτα το αποφάσισε. Άρχισε να ψάχνει ιδρύματα, τον τρόπο, τα διαδικαστικά, την γραφειοκρατία. Πέρασαν περισσότερο από δύο μήνες κι επιτέλους είχε ραντεβού για συνέντευξη. Απέναντί της ήταν ένας ασπρομάλλης ηλικιωμένος και μια γυναίκα περίπου συνομήλική της. Αφού δόθηκαν οι συστάσεις, ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, επάγγελμα, περιουσιακά στοιχεία, οικογενειακή κατάσταση, της έκαναν την ερώτηση “γιατί θέλετε να υιοθετήσετε παιδί;” . Κόλλησε. Για κάποια δευτερόλεπτα η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, η ανάσα της γρήγορη, τα γαλάζια της μάτια σε διαστολή. Μα γι’ αυτό ήταν μπροστά τους. Αυτό ήθελε. Τι έπαθε; Η απάντηση είναι απλή. Η απάντηση είναι στην καρδιά της. “Θέλω να υιοθετήσω ένα παιδί, για να δώσω όση αγάπη έχω μέσα μου. Ο Θεός δεν είχε στα σχέδιά του να μου δώσει ένα βιολογικό παιδί. Ναι, θα πω τα γνωστά, αυτά που έχετε ακούσει μυριάδες φορές. Μάνα δεν είναι μόνο αυτή που γεννάει ένα παιδί. Θα ήθελα πολύ να γεννήσω, δεν σας το κρύβω. Μα, όλα τα υπόλοιπα που κάνει μια μάνα, έχω δίψα να τα προσφέρω. Να ξενυχτήσω, να μπανιαρίσω, να ταΐσω, να τρέξω πίσω του, να παίξω, να τραγουδήσω, να χορέψω, να διαβάσω παραμύθια, να κάνω ζωγραφιές, να κάνω πάρτι γενεθλίων, να πετάξω δοντάκι στα κεραμίδια, να τρέξω σε γιατρούς, να θερμομετρήσω, να περιποιηθώ ματωμένα γόνατα, να σκουπίσω δάκρυα, να είμαι αυστηρή αλλά και να το κακομάθω, να διαβάσω μαθηματικά και αρχαία, να ακούσω για πρώτους έρωτες, να ξεροσταλιάζω περιμένοντας να ακούσω το κλειδί στην πόρτα. Είμαι έτοιμη να είμαι παρούσα. Να ανοίξω την αγκαλιά μου για καταφύγιο. Να προστατέψω αυτό το παιδί, το παιδί μου και με την ζωή μου αν χρειαστεί”. Τα είπε με μια ανάσα και με πολλά δάκρυα. Θα την ειδοποιούσαν…
Πέρασε πολύς καιρός. Η Μαργαρίτα ήταν σε αναμμένα κάρβουνα. Όλη της η ζωή μπήκε στον αυτόματο. Όλα μηχανικά. Η καθημερινότητά της, ξαφνικά την βάραινε. Όταν σήκωσε το τηλέφωνο ένα πρωί, η απογοήτευση την κυρίευσε. Τα γαλάζια της μάτια, πήραν την απόχρωση της άγριας, φουρτουνιασμένης θάλασσας. Δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις. Γυναίκα μόνη, χωρίς ακίνητα στο όνομά της. Ποιος τους είπε ότι τα παιδιά έχουν ανάγκη εικονικά ευτυχισμένους γονείς και κυρίως τα ντουβάρια των ακινήτων; Μόνο χαρτούρα και άσκοπες συνεντεύξεις αυτή η χώρα. Κανένα ουσιαστικό ενδιαφέρον για τους ανθρώπους που θέλουν να μεγαλώσουν ένα παιδί. Κανένα απολύτως ενδιαφέρον για τα χιλιάδες ορφανά ή εγκαταλελειμμένα παιδιά, που γεμίζουν άψυχες, άχρωμες, αίθουσες ιδρυμάτων, αντί να γεμίζουν πολύχρωμα, φωτεινά, γεμάτα αγάπη, παιδικά δωμάτια σπιτιών. Δεν κατέθεσε τα όπλα. Προσπάθησε κι άλλη φορά, με το ίδιο αποτέλεσμα.
Κλείστηκε στον εαυτό της. Πέρασαν τα χρόνια χωρίς να βάλει κανέναν στη ζωή της. Ούτε άντρα, ούτε φίλους. Πήγαινε στην μαμά της μόνο, να την βλέπει, να της προσφέρει ένα πιάτο φαί. Αυτήν είχε μόνο, ο πατέρας της είχε πεθάνει πριν δύο χρόνια. Η μαμά της ποτέ δεν ενέκρινε τις προσπάθειές της για υιοθεσία. Μόνο πριν λίγες μέρες, που η Μαργαρίτα, της έδινε τα φάρμακά της, είπε με μετανιωμένο ύφος “ενενήντα τριών ετών είμαι, πάντα είχα εσένα. Το μοναχοπαίδι μου, ποτέ δε με άφησες μόνη, ποτέ κι ας μην στάθηκα πολλές φορές καλή μάνα. Σε νοιάζομαι. Δεν μου αρέσει που είσαι μόνη. Εγώ φταίω…”. Δεν την άφησε η Μαργαρίτα να συνεχίσει. Με ένα νεύμα, την ανάγκασε να σταματήσει. “Όλα καλά μαμά, κανείς δεν φταίει”, της είπε, την φίλησε στο μέτωπο κι έφυγε.
“Με ένα μικρό παιδί και την κοιλιά τούρλα, ησυχία δεν θα έχω” σκέφτηκε η Μαργαρίτα και καθώς έκλεινε την πόρτα της, έριξε μια στραβή ματιά στο νεαρό κορίτσι που της χαμογέλασε. “Ούτε χαμόγελα, ούτε θέλω λίγη ζάχαρη, ούτε είμαι καινούργια εδώ, ούτε καν να διανοηθείς να χτυπήσεις την πόρτα μου” συνέχισε τις σκέψεις της.
Λίγες μέρες μετά, βρέθηκαν στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ο μπόμπιρας της Φαίης, αυθόρμητα, τρύπωσε δίπλα στην Μαργαρίτα, έμπλεξε τα χεράκια του γύρω από το πόδι της και την ακινητοποίησε. Εκείνη κατέβασε το κεφάλι, τον είδε κι αντί να τον απομακρύνει ή να πει στη Φαίη να τον μαζέψει, του χαμογέλασε και τα μάτια της φωτίστηκαν όπως χρόνια πριν. Όπως τότε, που ο γαλάζιος βυθός της, έκανε το βλέμμα της μεθυστικό. Η Φαίη, που πριν λίγες μέρες είδε την άγρια ματιά της, τρομοκρατήθηκε και ζήτησε από τον μικρό, να αφήσει ήσυχη την κυρία. Ο απομηχανής Θεός όμως, έτσι, με μια κίνηση, με μια περίεργη αγκαλιά, τύλιγμα στο πόδι της δηλαδή, ξεκλείδωσε την διπλαμπαρωμένη, παγωμένη καρδιά της. Ο μικροσκοπικός φίλος της, δεν άκουσε την μαμά του. Με το βλέμμα του προς το μέρος της, της χαμογελούσε και φώναζε “για”. “Γειά σου μικρούλη” του απάντησε. Η Φαίη, που κατάλαβε, σοκαρίστηκε.
– Για, φωνάζει μια γιαγιά που φροντίζω. Μα εκείνη είναι πολύ μεγάλη. Δεν ξέρω πώς μπερδεύτηκε, με συγχωρείτε… κατέβασε από ντροπή το κεφάλι της και τότε η Μαργαρίτα γέλασε με την ψυχή της. Με τον μικρό, που δεν την άφηνε με τίποτα και με την νεαρή μαμά που έδειχνε τόσο τρομοκρατημένη και ντροπιασμένη με αυτό το υπέροχο “για”.
Η Φαίη ξαφνιάστηκε. “Α! Γελάει κιόλας, κι εγώ νόμιζα ότι ήταν μπαμπούλας!”.
– Λοιπόν μικρέ μου, να πάμε έτσι επάνω; Μπλεγμένοι έτσι; και γελούσε.
– Παναγιώτη μου, άφησε επιτέλους την κυρία να πάμε επάνω.
– Δεν πειράζει. Έλα Παναγιώτη, ανέβα στα πόδια μου, να περπατήσουμε μαζί….
Του έδειξε πώς. Έβαλε τα πατουσάκια του επάνω στα κουντεπιέ της, τον κρατούσε από τα χέρια και “στράτα στρατούλα” πήγαν μέχρι το ασανσέρ. Ο μικρός ενθουσιάστηκε. Γελούσε και έλεγε ” για, πάλι, παλι”. Δεν είχε καμία άμυνα πια η Μαργαρίτα. Ο Παναγιώτης της έκλεψε το μυαλό και την καρδιά.
Βοηθούσε τη Φαίη που πια βάρυνε. Και στα γεροντάκια της, αφού συνεννοήθηκε με τα παιδιά τους, πήγαινε μόνο το πρωί. Βρήκαν άλλη κοπέλα για το απόγευμα. Ο κύριος Γιώργος της και η κυρία Χαρίκλειά της, δεν υπήρχε περίπτωση να διανοηθούν να σταματήσει. Ας έπαιρνε όσο χρόνο χρειαζόταν, αυτοί θα την περίμεναν. Θα τους αναλάμβανε η απογευματινή κοπέλα, όσο χρειαζόταν. Ούτε κι εκείνη ήθελε να τους αφήσει. Ήταν το στήριγμά της, η οικογένειά της.
Όλα τα μοιράστηκαν οι δύο γυναίκες. Οι ζωές τους τέμνονταν σε τόσα σημεία. Γνώρισαν και οι δύο το σκληρό πρόσωπο της ζωής. Μα τώρα, τους έφερε, σε αυτό το κοινό σημείο, στο μαζί. Έγινε η μια το στήριγμα της άλλης. Η μεγάλη, πρόσφερε την σοφία των χρόνων, την ασφάλεια, την διορατικότητα, την γαλήνη, την ισορροπία. Η νεαρή διοχέτευε τον αυθορμητισμό, την νεανική τρέλα, την χαρά που τόσο είχε στερηθεί πολύ νωρίς και πολύ βίαια.
Μαζί ήταν στην γέννα της Φαίης. Ένα πανέμορφο κοριτσάκι ήρθε στη ζωή τους. Η Φαίη της έδωσε το όνομα της Μαργαρίτας. Μαζί στην καθημερινότητα. Άφησε την γκαρσονιέρα και πια όλοι μαζί έμεναν στο μεγάλο διαμέρισμα της Μαργαρίτας.
Μαζί στις απώλειες. Πρώτη έφυγε η κυρία Χαρίκλεια. Η Φαίη έκλαψε πολύ. Αποχαιρέτησε την γυναίκα που της έδωσε τόση αγάπη σε μια τόσο δύσκολη περίοδο της ζωής της. Φρόντιζε με περισσότερο ζήλο τον κύριο Γιώργο. Εκείνος όμως, δεν είχε πια όρεξη ούτε για πολλές κουβέντες, ούτε για χαμόγελα. Είχε χάσει την γυναίκα που μοιράστηκε μαζί της εβδομήντα χρόνια κοινής ζωής. Συνέχισε να κοιτάζει μες στα μάτια την Φαίη, και ‘κείνη καταλάβαινε, δεν τον πίεζε, τον χάιδευε, μιλούσαν για την Χαρίκλει;a του, του άρεσε να θυμάται, να ακούει για κείνη. Βούρκωνε κι ένα μειδίαμα σχηματιζόταν στα χείλη του. Δεν άντεξε πολύ. Επτά μήνες μετά, πήγε να την βρει.
Η Φαίη, έχασε τα γεροντάκια της. Τους ανθρώπους που στάθηκαν οικογένεια γι’ αυτήν. Λίγες μέρες μετά, ταξίδεψε κοντά τους και η μαμά της Μαργαρίτας.
Δύσκολος χρόνος. Τρεις απώλειες. Ευχαριστούσαν τον Θεό που είχαν η μια την άλλη. Η Μαργαρίτα, έστω και στα εξήντα ένα πια, έκανε το όνειρ;o της πραγματικότητα. Όχι ακριβώς υιοθεσία, μα στο διάβα της βρέθηκαν από το πουθενά, μια “κόρη” και δύο “εγγόνια” που γέμισαν την ψυχή της χαρά, την αγκαλιά της με μικροσκοπικά χεράκια που την τύλιγαν ασφυκτικά. Δεν ήταν μόνη, όπως φοβόταν η μαμά της. Έδινε καθημερινά όλη της την αγάπη. Αυτό ήθελε μια ζωή. Και την λάμβανε πίσω τριπλή, από όλα τα μέλη της νέας της οικογένειας.
Η Φαίη, σε τόσο νεαρή ηλικία, έζησε τόσα, όταν άλλες κοπέλες στην ηλικία της ακόμα σπουδάζουν. Η ζωή της έδωσε πολλά χαστούκια, μα τώρα, ανήκε σε μια οικογένεια. Είχε μια μαμά που της έδωσε τα πάντα. Την έβαλε στο σπίτι της, αγάπησε την ίδια και τα παιδιά της, δίπλα της σε όλα. Τελικά, τα είχε καταφέρει. Στάθηκε στα πόδια της με δύο παιδιά από διαφορετικούς μπαμπάδες και νιώθει περήφανη που τα μεγαλώνει μαζί με την Μαργαρίτα, με τόση αγάπη.
Δύο απόκληρες της ζωής που πια μπορούν να κοιτάζουν κατάματα τον κόσμο. Δύο γυναίκες που δεν δέχτηκαν από κανέναν να τις λυπάται. Δύο γυναίκες που πάλεψαν η κάθε μία με τους δικούς της δαίμονες, τις δικές της αλήθειες. Δύο γυναίκες που με κάποιο τρόπο η μια μαγνήτισε την άλλη, σαν δύο πόλοι που έλκουν ο ένας τον άλλο. Έγιναν μάνα και κόρη που χαμογελούσαν στη ζωή.
Χρυσούλα Καμτσίκη
Τέλος
