Η Ειμαρμένη – Μέρος Τρίτο

Προηγούμενο

Δεν πέρασε πολύ ώρα που η Μυρτώ είχε σταματήσει πια να ξερνάει και ο Γιώργος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του.
– Εμείς ζωντανή την αφήσαμε! Πώς κατέληξε σε τέτοια προχωρημένη σήψη μέσα σε λίγες ώρες;, ρώτησε ο Λευτέρης
– Παιδιά, ‘ξυπνήσατε’ μια κατάρα που κρατούσε χρόνια τώρα… και θα μας δώσετε και τη λύση ενός φόνου…
– Και εσείς ποιος είστε;, ρώτησε η Ειρήνη
– Εγώ είμαι ένας γείτονας, εγγονός στενού φίλου της οικογένειας που είχε την ατυχία να ζει εδώ και ας πούμε ότι περνάω κάθε τόσο να ρίξω μια ματιά στο σπίτι, γιατί παραμένει τόπος εγκλήματος…
– Πολύ παράξενα μας τα λέτε. Και είστε και πολύ ήρεμος… Λες και βλέπετε κάθε μέρα νεκρούς!, είπε ειρωνικά ο Γιώργος
– Μικρέ, τυχαίνει να είμαι ιατροδικαστής, δόκτωρ Παπαϊωάννου, γι’ αυτό και η ψυχραιμία μου στο θέαμα…

Όλοι τους κοιτάχτηκαν απορημένοι και συνάμα αγχωμένοι.
“Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, για να σας λυθούν όλες οι απορίες. Το 1830…” ξεκίνησε την αφήγηση ο γιατρός και είπε κατά γράμμα όλα όσα διάβασαν τα κορίτσια στο βιβλιαράκι, γι’ αυτό και κάθε τόσο αντάλλασσαν μεταξύ τους ανησυχητικές ματιές, μέχρι που έφτασε στη στιγμή που η Ειμαρμένη χτύπησε την εξώπορτα του σπιτιού.
“… Τότε οι νυν ιδιοκτήτες άνοιξαν την πόρτα. Ήταν ένα νεότατο ζευγάρι και η γυναίκα ήταν έγκυος στο πρώτο τους παιδί. Μόλις η Ειμαρμένη είπε ποια είναι και τι ήθελε – να ζήσει τα τελευταία της χρόνια στο σπίτι της – αφενός δεν την πίστεψαν, αφετέρου δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσουν μια άγνωστη να τριγυρίζει μέσα στο σπιτικό τους. Οι τόνοι ανέβηκαν, λογομάχησαν, σε σημείο που τους άκουσαν από γειτονικά σπίτια και έσπευσαν για βοήθεια, όπου τελικά την απομάκρυναν. Εκείνη, όμως, ψέλλισε κάτι σε μια γλώσσα που κανείς δεν κατάλαβε… Πέρασαν δύο μέρες και κανείς δεν έβλεπε το ζεύγος. Μέχρι που ο παππούς μου πήρε την απόφαση, μια Κυριακή πρωί πριν τη λειτουργία, γιατί τύχαινε να είναι ο παπάς του χωριού, να τους επισκεφτεί για να δει τι κάνουν. Την πόρτα, όμως, άνοιξε εκείνη και του ζήτησε πολύ ευγενικά να περάσει μέσα.
Ο παππούς μου δεν δίστασε. Ανησυχούσε πολύ για τους φίλους του. Η Ειμαρμένη τότε τον ρώτησε αν εξομολογεί αλλόθρησκους. Εκείνος χωρίς να το σκεφτεί απάντησε: “Για τον Χριστό όλοι είμαστε παιδιά Του” και έβγαλε το πετραχήλι από την τσέπη του ράσου του.
Η Ειμαρμένη πήρε μια καρέκλα, έκατσε μπροστά του και από μόνη της το εναπόθεσε πάνω στο κεφάλι της. “Ο Αλλάχ δεν θα με συγχωρέσει, γι’ αυτό εναποθέτω τις ελπίδες μου στον δικό σου Θεό… Τους σκότωσα.”

Ο παππούς μου έμεινε στήλη άλατος. Μα η ιερότητα του μυστηρίου ξεπερνούσε τα πάθη, γιατί ένιωθε το μίσος για αυτή τη γυναίκα να γεννάται μέσα του. Ωστόσο, την άφησε να συνεχίσει.
“Ξαναήρθα προχτές το βράδυ και τους είπα τα ίδια. Το σπίτι αυτό στο κάτω κάτω το έχτισε ο πατέρας μου με τα χεράκια του. Και η προτομή έξω είναι του παππού μου. Είναι δικό μου! Δεν θα τους έδιωχνα. Να κλείσω τα μάτια εδώ μέσα ήθελα. Μα με έβρισαν και με είπαν ψεύτρα. Ο άντρας με έσπρωξε και έπεσα. Μάτωσε το δεξί μου γονατο και ο αγκώνας. Ε τότε δεν ξέρω ποιος δαίμονας με κυρίευσε και σηκώθηκα, άρπαξα την τσουγκράνα που ήταν δίπλα από την πόρτα και του έσκισα το πρόσωπο. Με όλη μου τη δύναμη του χτυπούσα το κεφάλι, ενώ η γυναίκα με τραβούσε και με παρακαλούσε να σταματήσω. Την άκουγα, αλλά ήθελα δικαίωση! Γιατί να ζουν Γραικοί στο σπίτι που έχτισαν Οθωμανοί; Και οι θυσίες του παππού μου; Οι τόσοι νεκροί που σε κάθε προσευχή μνημονεύαμε; Της έριξα τότε μια με το ξύλινο κομμάτι της τσουγκράνας στη κοιλιά και έπεσε κάτω. Αίματα έτρεχαν ανάμεσα στα πόδια της. Ούρλιαζε και με αποκαλούσε δολοφόνο. Είδα τότε τα γιαταγάνια του παππού πάνω από το τζάκι τους. Τα είχαν κρατήσει για διακοσμητικά. Εκεί θόλωσα. Άρπαξα το ένα και τους έσφαξα. Και τους τρεις. Δεν θα σου πω πού είναι… Όταν τελείωσαν όλα και ξεθόλωσα, ένιωσα το κορμί μου κουρασμένο και έκατσα κάτω. Παρακάλεσα όποιον θεό ή δαίμονα με ακούει, να με απαλλάξει από το μαρτύριο. Τότε ένας πανέμορφος άντρας εμφανίστηκε μπροστά μου και μου πρότεινε το σπίτι και αιώνια ζωή με αντάλλαγμα την ψυχή μου. Δεν χρειάζεται να σου πω ποιος ήταν. Το δέχτηκα.”

Ο παππούς μου τράβηξε το πετραχήλι και την κοίταξε με συμπόνια και όχι μίσος.
-Τι πήγες κι έκανες; 4 ζωές άδικα; Γιατί παιδί μου;, τη ρώτησε
-Θα με συγχωρέσει ο Θεός σου;

Ο παππούς μου είχε αυτό που λέμε ‘τη διορατικότητα’ και της απάντησε:
“Προσπάθησε να κάνεις μόνο ελεημοσύνη από εδώ και πέρα και όταν μπει σε αυτό το σπίτι μια ψυχή που θα αναγνωρίσει το καλό στα μάτια σου, τότε να είσαι σίγουρη ότι όλα θα τελειώσουν”.

Τα 4 παιδιά κοίταζαν με το στόμα ανοιχτό.
“Η Ειρήνη!”, φώναξε ο Γιώργος. “Η Ειρήνη διέκρινε το καλό σε αυτή τη γυναίκα!”
“Μισό λεπτό, μισό λεπτό”, διέκοψε ο Λευτέρης, “Ολόκληρος επιστήμονας και μας λέτε για θεούς και δαίμονες και κατάρες; Και αφού ξέρετε την αυτουργό, γιατί παίζετε παιχνίδια;”
“Αγόρι μου, μερικές φορές η επιστήμη δεν μπορεί να φτάσει το υπερφυσικό. Όλα αυτά είναι ακατάληπτα από τον ανθρώπινο νου και μερικές φορές τα δέχεσαι ως έχουν… Πίστευε και μη ερεύνα που λέει και η εκκλησία”, του απάντησε ο ιατροδικαστής
“Ωραία, και τώρα; Η Ειμαρμένη; Η οικογένεια; Το αγέννητο;”, ρώτησε όλο αγωνία η Μυρτώ
“Η Ειρήνη θα μας πει”, πρότεινε ο κύριος Παπαϊωάννου

Η Ειρήνη απλά άκουγε τόση ώρα και αφού έβαλε το πρόσωπο μέσα στα χέρια της, μετά από λίγο σήκωσε απότομα το κεφάλι της
“Το πηγάδι! Η Ειμαρμένη εμφανίστηκε μόλις πήγα να σηκώσω το καραβόπανο από το πηγάδι!”
“Έχουμε ψάξει ξανά και ξανά εκεί… Όχι όμως τώρα!” είπε ο δόκτωρ και πετάχτηκε από τη θέση του.

Βγήκε τρέχοντας έξω και από πίσω τον ακολούθησαν τα παιδιά. Πήρε τον μεγάλο φακό που είχε στα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου του και στάθηκε πάνω από το πηγάδι. Τράβηξε το καραβόπανο και μέσα για πρώτη φορά δεν υπήρχε νερό. Μόνο απομεινάρια από οστά στον πάτο.

Τα παιδιά τραβήχτηκαν πίσω, ενώ ο ίδιος έβγαλε το κινητό από την τσέπη του και κάλεσε το 100. Τους πρότεινε να μαζέψουν όλα τους τα πράγματα και να φύγουν γρήγορα για να μην θεωρηθούν ύποπτοι και όσον αφορά στα δακτυλικά αποτυπώματα στο σπίτι, ήξερε μερικές καλές δικαιολογίες για να τους καλύψει.

Και οι 4 υπάκουσαν σαν μαριονέτες και μέσα σε λίγα λεπτά, που είχε αρχίσει να χαράζει πια, έφτασαν στο κάμπινγκ.
“Καταλάβατε τι έγινε τώρα;” , μίλησε πρώτη η Μυρτώ
“Ζήσαμε πραγματικά μια ιστορία τρόμου και βγήκαμε και ζωντανοί!”, είπε ο Γιώργος
“Θα πάω στη θάλασσα. Δεν μπορώ να κοιμηθώ…”, είπε η Ειρήνη και η Μυρτώ συμπλήρωσε “…και ποιος ξέρει πόσα βράδια θα περάσουν για να ξαναβρούμε τον ύπνο μας. Πάω για ένα δυνατό, κρύο ντουζ”

Τα αγόρια έμειναν στη σκηνή και η Ειρήνη έφυγε για τη θάλασσα που ήταν μπροστά στο κάμπινγκ. Έκανε ένα μακροβούτι και μόλις βγήκε, είδε στη παραλία την… Ειμαρμένη!
Έτριψε τα μάτια της, αλλά το σκηνικό δεν άλλαζε! Κολύμπησε γρήγορα έξω και εκείνη ήταν ακόμα εκεί.
Έκατσε δίπλα της.

“Τι παιχνίδια παίζει το μυαλό μου τώρα;”, μονολόγησε η Ειρήνη
“Κανένα παιχνίδι. Είσαι ένα κορίτσι με αγνή καρδιά και σε ευχαριστώ που με έσωσες. Παρά τις φριχτές μου πράξεις, εσύ έμεινες στον πόνο και τη μοναξιά μου. Ακόμα και στην προτομή του παππού μου είδες τα καλά. Πουθενά τόσες σφαγές. Τώρα δεν ξέρω πού θα πάω, αλλά σίγουρα απελευθερώθηκα. Και να ξέρεις ότι λέγομαι Εφέτ. Το αρχαιοελληνικό αυτό όνομα το χρησιμοποιούσα τόσα χρόνια για να θυμίζω στον εαυτό μου ότι μόνη μου μού όρισα αυτή τη μοίρα”, της είπε η Ειμαρμένη και έγινε ένα με το μεγάλο κύμα που έσκασε στα πόδια της Ειρήνης.

Η Ειρήνη έβαλε τα κλάματα. Η ένταση ήταν μεγάλη μετά από όσα συνέβησαν σε λιγότερο από 24 ώρες και το μυαλό της ανίκανο να τα επεξεργαστεί.
Βούτηξε ξανά και όταν βγήκε αναζήτησε τη Μυρτώ που είχε το μπλε βιβλιαράκι της Εφέτ.
“Ας γράψουμε εμείς την τελευταία σελίδα. Όπως της αξίζει…”, είπε και άνοιξε το στυλό της.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και με πολλή προσοχή έγραψε πάνω αριστερά :
“Καλοκαίρι, 1990
Ελλάδα

Αγγελική Ανδριοπούλου

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading