Η Ειμαρμένη – Μέρος Δεύτερο

Προηγούμενο

Οι δύο κοπέλες κοιτάχτηκαν στα μάτια για μερικά λεπτά και η Μυρτώ έσπασε τη σιωπή:
– Θυμάσαι τι μας είχε πει αυτή η… πώς τη λένε, στο μάθημα της Νεότερης Ιστορίας για αυτές τις σφραγίδες; Είναι ανεκτίμητες! Και μία από αυτές είναι στα χέρια μας! Αξίζει εκατομμύρια! Το καταλαβαίνεις;
-Δεν υπάρχει περίπτωση να κάνουμε αυτό που έχεις κατά νου Μυρτώ! Φοιτήτριες είμαστε, όχι μαυραγορίτες! Άσε που ως μελλοντικοί ιστορικοί προφανώς και πρέπει να καταπολεμάμε την αρχαιοκαπηλία! Απορώ, βασικά, γιατί το συζητάμε κιόλας…
-Έχεις δίκιο… Συγνώμη… Αλλά… το βιβλιαράκι; Θα το διαβάσουμε, έτσι; Μπορεί να μάθουμε και περισσότερα για τις σφραγίδες και τον πάπυρο, γιατί πραγματικά δεν καταλαβαίνω λέξη έτσι όπως έχει κιτρινίσει και φθαρεί! Αυτό δεν είναι κακό, σωστά;
– Όχι, δεν είναι…
– Έλα, πάμε να κάτσουμε στο κρεβάτι να το διαβάσουμε μαζί. Πρόσεχε μόνο πώς θα ανοίξεις τις σελίδες, μην διαλύσουν στα χέρια μας.
– Μην ανησυχείς, ξέρω. Κάτσε…

Έκατσαν πολύ προσεκτικά στο κρεβάτι ώστε να μην ακουστεί κάποιος θόρυβος. Η Ειρήνη άνοιξε το βιβλιαράκι. Προς μεγάλη της έκπληξη οι σελίδες ήταν πολύ λίγες και όλα ήταν γραμμένα σε μια γλώσσα που έμοιαζε με Τούρκικα. Εκείνη όμως την κατάλαβε αμέσως – είχε την τύχη να παρακολουθήσει το ετήσιο σεμινάριο για τις ‘νεκρές’ γλώσσες – και μπορούσε να διαβάζει και να μεταφράζει ταυτόχρονα…

“Χειμώνας, 1830.
Αύριο οι Γραικοί θα μας πάρουν το σπίτι.
Αύριο με όσα πράγματα μπορούμε να κουβαλήσουμε στα χέρια, θα πρέπει να γυρίσουμε πίσω στην Άγκυρα.
Ο πόλεμος τελείωσε και τα εδάφη είναι δικά τους.
Έτσι είπε ο πατέρας.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις τους βοήθησαν να κερδίσουν πολύ γρήγορα έδαφος και μέσα σε μόλις 9 χρόνια μας απώθησαν.
Τι να πρωτομαζέψω; Ποιος θα μείνει στο σπίτι μου; Στο δωμάτιό μου;
Απόψε κιόλας υποχρεώθηκε να υπογράψει το συμφωνητικό παραχώρησης του σπιτιού, του οικοπέδου και του αγροκτήματος στο Ανεξάρτητο Ελληνικό Κράτος. Θα το επισφραγίσει και με την βούλα του παππού, με τα δύο γιαταγάνια.
Πού ξέρεις σε ποια χέρια θα πέσει το σπίτι μας; Το σπίτι μας!!!
Η έκταση αυτή μας δόθηκε από τον Σουλτάνο νόμιμα και ο πατέρας με τα χέρια του έχτισε αυτό το αρχοντικό. Τώρα; Πού θα πάμε τώρα; Και το σπίτι; Θα το προσέξουν ή θα το γκρεμίσουν; Η προτομή του παππού στην αυλή; Τι θα απογίνει; Γιατί κι εκείνος πολέμησε για τα δικά του ιδανικά και τη δική του θρησκεία. Όντας αρχηγός των μισθοφορικών στρατευμάτων, κατακτούσε το ένα χωριό μετά το άλλο. “Συγχωρεμένοι όσοι έδωσαν τη ζωή τους, Γραικοί και Οθωμανοί, για την Pax Ottomanica”, έλεγε και ξαναέλεγε. Μετά, μας φίλαγε στο μέτωπο, ίσιωνε με τον δείκτη του τα γυαλιά, έβγαζε τα παπούτσια και μας παρότρυνε να κάνουμε όλοι μαζί την καθιερωμένη προσευχή στον Αλλάχ.
Ούτε αυτό δεν κάναμε αποψε! Τόσα χρόνια το είχαμε τηρήσει και απόψε μέχρι και τον Θεό μας ξέχασαμε… Αλίμονο!”

“Άνοιξη, 1920
Ελλάδα.
Οι σχέσεις με την Τουρκία έχουν πια αποκατασταθεί και λίγο πριν τη ‘δύση’ μου αποφάσισα να εκπληρώσω την τελευταία μου επιθυμία… Να ξαναδώ το σπίτι μου!
Ο άντρας μου δεν ήθελε ούτε να ακούσει για ελληνικό έδαφος. Κάθε φορά που του ζητούσα να έρθουμε προς τα εδώ, έβραζε από το θυμό του! Κοκκίνιζε και οι βρισιές έπαιρναν και έδιναν, που λένε και οι νέοι.
Τέλος πάντων… Ας δώσει ο Αλλάχ να περάσει και αυτή η νύχτα και αύριο πρωί πρωί θα πάω να χτυπήσω το κουδούνι. Όποιος κι αν μένει εκεί, δεν μπορεί να αρνηθεί σε μια γριά την τελευταία της επιθυμία.

Είμαι σπίτι μου και δεν θα ξαναβγώ από εδώ.
Με κάθε τίμημα, τα κατάφερα!”

Η Ειρήνη γύρισε την σελίδα, μα ήταν κενή.
-Συγνώμη… τόσος ντόρος για ένα βιβλιαράκι 2 σελίδων με την ιστορία μιας που έφυγε και ξαναγύρισε;, ρώτησε όλο απορία η Μυρτώ

Ένας δυνατός θόρυβος, σαν παλιά μηχανή αυτοκινήτου, ακούστηκε στην αυλή. Τα κορίτσια πετάχτηκαν πάνω και έτρεξαν στο παράθυρο. Μια άσπρη, παλιά Μερσεντές είχε παρκάρει σχεδόν μπροστά στο κτήριο και από μέσα βγήκε ένας μεσήλικας.
-Καλέ τι ώρα είναι; Τι κάνει αυτός εδώ; Δεν μας είπε η Ειμαρμένη ότι είναι μόνη της;, είπε φανερά αγχωμένη η Μυρτώ
-Μηπως είναι κάποιος συγγενής; Γιατί κλέφτης να έρχεται έτσι άνετος με Μερσεντές μέσα στα άγρια χαράματα, μου φαίνεται δύσκολο, απάντησε η Ειρήνη και χωρίς δεύτερη σκέψη έβαλαν το βιβλιαράκι στη τσάντα της Μυρτούς και έτρεξαν προς τα κατω.

Στο μεταξύ τα αγόρια ήταν ήδη στην είσοδο με βαριά κηροπήγια στα χέρια και περίμεναν τον άντρα να μπει μέσα… Η Ειμαρμένη πουθενά!
Ο άντρας άνοιξε την εξώπορτα με ένα κλειδί και τότε όλοι ανακουφίστηκαν. Ο ίδιος από την άλλη, τους κοίταζε έκπληκτος.

“Ποιοι είστε εσείς; Πώς μπήκατε εδώ μέσα;”, τους ρώτησε με μια βαριά δυνατή φωνή. “Θα καλέσω την αστυνομία!”.
“Συγνώμη κύριε… Δεν έχουμε εισβάλει. Φιλοξενούμενοι είμαστε για μια βραδιά…”, είπε όσο πιο γλυκά μπορούσε η Ειρήνη.
“Πού τα πουλατε αυτά; Παλιόπαιδα! Τώρα θα δείτε!”, συνέχισε και έβγαλε ένα μικρό κινητό με κουμπιά από τη τσέπη του.
“Καλέ η γριούλα, η Ειμαρμένη μας άνοιξε! Αν δεν μας πιστεύετε να τη φωνάξουμε. Πάνω είναι, κοιμάται!”, είπε έντονα ο Λευτέρης
“Η… ποια;”, ρώτησε ο άντρας και το κινητό τού έπεσε από τα χέρια.

Παραμέρισε απότομα τα παιδιά και έτρεξε πάνω στο δωμάτιο που πριν λίγες ώρες είχε μπει η μεγάλη γυναίκα.
Τα παιδιά ακολούθησαν με βήμα ταχύ και μόλις ο άντρας άνοιξε την πόρτα, έμειναν όλοι εμβρόντητοι με το θέαμα!
Η Μυρτώ γύρισε και έκανε εμετό, ενώ ο Γιώργος λιποθύμησε!

“Πώς είναι δυνατόν;”, ρώτησε κατάχλωμη η Ειρήνη.
Ο άντρας έκλεισε σιγά σιγά την πόρτα και πρότεινε στους άλλους δυο να συνεφέρουν τους φίλους τους και να κατέβουν όλοι στο σαλόνι…

Αγγελική Ανδριοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Η Ειμαρμένη – Μέρος Δεύτερο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading