«Δεν μπορώ να ζήσω έτσι!!!»
«Τι σε έπιασε χριστιανή μου στα καλά καθούμενα; Καλά δεν τα πίναμε;»
«Δεν μπορώ, κορίτσια! Δεν μπορώ!».
Και δώσε απελπισία και κλάμα η Αιμιλία. Μια να σκουπίζει τη μύτη της, μια τα μάτια της, μια να πίνει απ’ το ποτό της. Η Μαρία, η Διονυσία και η Χρύσα την κοιτούσαν καλά – καλά!
«Ρε Λιάκι μου, σταμάτα να κλαις! Μας κοιτάει και ο κόσμος! Σε παρακαλώ!»
«Παράτα με, Χρύσα! Παράτα με! Υποφέρω, δεν το καταλαβαίνεις;»
«Βρε το καταλαβαίνω, αλλά εδώ είναι μπαρ! Κοίτα τον Δημήτρη πώς σε κοιτάει! Αχ μωρέ ο γλυκούλης! Μας έφερε χαρτί και άλλη μια γύρα ποτά κερασμένα! Ευχαριστούμε Δημήτρη μου!», είπε η Χρύσα και έκοψε ένα ακόμη χαρτί για την Αιμιλία.
Την είχαν βγάλει οι φίλες της στο αγαπημένο τους στέκι για να από-δαιμονίσουν την συγκεκριμένη μέρα από το μυαλό της. Επέτειος χωρισμού για το Αιμιλάκι. Ένας χρόνος! Και τι χρόνος… Οι φίλες της μόνο ήξεραν τι σταυρό κουβαλούσε η κάθε πλευρά. Εκείνες πέρα από τον σταυρό, κουβαλούσαν και την Αιμιλία.
Ήξεραν πως αν την άφηναν μόνη της αυτή τη συγκεκριμένη μέρα, θα την έβρισκαν ή στο μπάνιο του σπιτιού της πρησμένη από το κλάμα να βγάζει από μέσα της ό,τι είχε καταβροχθίσει βλέποντας ταινίες, ή θα την έβρισκαν πάλι στο μπάνιο πρησμένη από το κλάμα βγάζοντας ένα μπουκάλι ουίσκι που θα είχε πιει ακούγοντας Φέρρη και Οικονομόπουλο. Ή -το χειρότερο σενάριο- θα την έβρισκαν μέσα στο αμάξι που θα πήγαινε να τον βρει. Πιωμένη, νηστική και πρησμένη από το κλάμα.
-Μην το κάνετε αυτό! Δεν οδηγούμε ΠΟΤΕ υπό την επήρεια αλκοόλ!-
Οπότε θεώρησαν, και οι τρεις, πως το πιο αναίμακτο και ακίνδυνο σενάριο ήταν να την πάρουν μαζί τους για ένα, δύο, πέντε, δέκα είκοσι ποτά στο στέκι τους κι ας έκλαιγε. Τουλάχιστον εκεί δεν θα ήταν μόνες τους. Θα είχαν και τους υπόλοιπους.
«Δημήτρη μου; Της δίνεις ένα μπουκάλι νερό;», ρώτησε ευγενικά η Μαρία τον μπάρμαν, ο οποίος μετά από τόσο καιρό είχε γίνει πολύ καλός φίλος.
«Ρε Μαράκι, τι έχει το κορίτσι μας;», ρώτησε ο Δημήτρης.
«Επέτειο χωρισμού!», είπε η Διονυσία που άκουγε τη συζήτηση.
«Και γιατί είναι τόσο χάλια, ρε κορίτσια;», ρώτησε ο Γιώργος ο υπεύθυνος του μαγαζιού που στεκόταν πιο δίπλα.
«Γιατί εκείνο το βράδυ, πριν έναν χρόνο, ο αγαπητός μας κύριος -whatever!- , αφού πέρασε με τη δικιά μας μια νύχτα τρελού και αβυσσαλέου πάθους με όλα τα παρελκόμενα… χαδάκια, λογάκια, φιλάκια κλπ., λίγο πριν χωριστούν οι δρόμοι τους, τη χώρισε. Όρθια η δικιά μας στην κάσα της πόρτας να τον χαιρετάει λιώνοντας από έρωτα, ενώ εκείνος να περιμένει το ασανσέρ.
‘Αιμιλία να ξέρεις ότι είναι η τελευταία φορά που βρισκόμαστε. Είμαι με άλλη! Όλο αυτό ήταν το αποχαιρετιστήριο δώρο μου για αυτά τα πέντε χρόνια που ήμασταν μαζί! Αντίο! Να προσέχεις!’.
Δεν της έριξε ούτε μια ματιά. Μπήκε στο ασανσέρ και κατέβηκε κάτω. Η δικιά μας ίσα που πρόλαβε να πάρει την Χρύσα ένα τηλέφωνο που έμενε στο από κάτω στενό. Της είπε ένα «Χρύσα…» και από τον γδούπο που άκουσε η Χρύσα στην γραμμή κατάλαβε ότι συνέβη κάτι σοβαρό.
Ξέραμε ότι θα ήταν μαζί του, αλλά όχι αυτό! Τη βρήκε μετά από δύο λεπτά λιπόθυμη στην πόρτα μπροστά. Είχε βγάλει τον σκύλο βόλτα και ήταν σχεδόν από κάτω. Ουρλιάζοντας χτύπησε όλα τα κουδούνια για να της ανοίξει κάποιος. Ευτυχώς η Αιμιλία συνήλθε αμέσως. Την πήγε στο νοσοκομείο, με τον σκύλο μαζί, και από εκεί ειδοποίησε και εμάς!», είπε η Διονυσία φέρνοντας το δικό της ποτό στο στόμα τρέμοντας από την εξιστόρηση.
Ο Δημήτρης, ο Γιώργος, η Μαρία και η Διονυσία έμειναν για μερικά δευτερόλεπτα να χαζεύουν την πρησμένη από το κλάμα Αιμιλία που μιλούσε στη Χρύσα…
«Ρε το κορίτσι… Τι πέρασε…», είπε ο Γιώργος, «τόσος πόνος!»
«Χα! Αυτό δεν είναι τίποτα καλέ μου, μπροστά σε αυτό που ακολούθησε! Ωπ! Αλλαγή βάρδιας. Πάω να παρηγορήσω το κοριτσάκι μας! Χρύσα! Έλα! Άσε την σε εμένα!».
Η Χρύσα με μάτια βουρκωμένα πλησίασε τα παιδιά. Ο Δημήτρης είχε ήδη γεμίσει ένα σφηνοπότηρο με τεκίλα και της το έδωσε. Το κατέβασε μονορούφι.
«Δεν αντέχω να τη βλέπω έτσι… Δεν αντέχω! Τα πήγαινε τόσο καλά… Γ@μημένη μέρα!», είπε σκουπίζοντας τα μάτια της.
«Θα συνέλθει!»
«Πού το ξέρεις ρε Μαρία; Έναν χρόνο τώρα τη μαζεύουμε. Κλείστηκε στο σπίτι. Πήρε κιλά. Άλλαξε μαλλιά. Άλλαξε δουλειά. Έκλαιγε για μήνες. Φοβηθήκαμε για κατάθλιψη. Την σέρναμε από τους ψυχολόγους στους ψυχιάτρους και τούμπαλιν. Μετά το συμβάν, πήραμε τα ποτάμια και τα φαράγγια σβάρνα για να ξεχνιέται. Πέρα από τη ζωή της που σταμάτησε, μπήκαν και οι δικές μας σε παύση. Λογικό! Δεν μπορούσαμε να την αφήσουμε μόνη της. Η οικογένειά της μακριά να μην ξέρει τίποτα και πάνω… πάνω που άρχισε να χαμογελάει και να βγαίνει λίγο έξω, έσκασε η γ@μωμέρα!»
«Θα συνέλθει! Έχω πέσει έξω μια φορά τόσα χρόνια που κάνουμε παρέα; Όχι! Για αυτό με βλέπεις ατάραχη. Είμαι σίγουρη. Είναι απλά μια μέρα. Αύριο θα είναι καλά!», είπε η Μαρία απόλυτα σίγουρη και ήπιε το ποτό της.
Η Αιμιλία καθόταν στην άκρη του μπαρ και συνέχιζε να κλαίει με λυγμούς. Δεν μιλούσε. Δεν φώναζε. Ήταν ήσυχη απλά τρανταζόταν όλο της το κορμί από το κλάμα. Η Διονυσία και η Χρύσα δίπλα της. Την είχαν αγκαλιά και περίμεναν να συνέλθει. Η Μαρία ατάραχη και ακίνητη στεκόταν σε απόσταση και τις κοιτούσε.
«Γιατί δεν πας;», τη ρώτησε ο Δημήτρης.
«Γιατί πέρα από εκείνη, πονάμε και εμείς σήμερα! Όχι επειδή χώρισε με τον μ@λ@κ@. Καμία σχέση! Θα χώριζαν έτσι κι αλλιώς! Εμείς πονάμε για το ‘μετά’. Και πίστεψέ με, και εκείνη για το ‘μετά’ διαλύεται…», απάντησε η Μαρία
«Τι εννοείς;», τη ρώτησαν τα αγόρια
«Η Αιμιλία μας, εκείνο το βράδυ, το βράδυ του χωρισμού, έμεινε έγκυος!».
Σιωπή. Τα αγόρια σταμάτησαν ό,τι δουλειά έκαναν και για πέντε λεπτά αφοσιώθηκαν στη Μαρία.
«Έμεινε έγκυος το κοριτσάκι μας! Ξέρετε, είμαστε φίλες από κούνια και οι τέσσερις. Ξέρουμε η μια την άλλη καλύτερα από τον οποιοδήποτε. Όνειρα. Φόβους. Κρυφές πτυχές. Έχουμε τσακωθεί η μια με την άλλη, έχουμε μισηθεί και αγαπηθεί όπως δεν θα κάνουμε με άλλους ανθρώπους στη ζωή μας. Πάντα μαζί. Όλες. Η Αιμιλία, λοιπόν, ήθελε όσο τίποτα να γίνει μανούλα. Όταν το τεστ της βγήκε θετικό, ήμασταν στο σπίτι της Χρύσας και κλαίγαμε όλες μαζί. Η Αιμιλία από φόβο και εμείς από χαρά. Το πρώτο μωρό της παρέας! Εννοείται πως θα το μεγαλώναμε όλες μαζί. Ο μ@λ@κ@ς δεν θα το μάθαινε ποτέ. Όπως καταλαβαίνετε, είχαμε μεγάλο δρόμο. Αρχικά να σώσουμε την Αιμιλία από την κατάθλιψη και δεύτερον, να προστατέψουμε αυτό το μωράκι!»
Ήπιε μια γερή γουλιά αλκοόλ και συνέχισε κοιτώντας την Αιμιλία και τα κορίτσια. Τα αγόρια κρέμονταν από τα χείλη της.
«Όλα πήγαιναν εξαιρετικά καλά. Το μωράκι μεγάλωνε. Κοριτσάκι! Άλλαζε τις ζωές μας χωρίς να το καταλαβαίνει. Ήταν όμορφα! Η Αιμιλία πραγματικά προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της. Αλλά ο Θεός είχε άλλα σχέδια… Μάλλον ήταν αγγελάκι το κοριτσάκι μας και το πήρε δίπλα του πριν καν γεννηθεί. Άφησε και το χειρουργείο ένα θέμα υγείας στην Αιμιλία, οπότε τώρα είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξαναπιάσει παιδί και ό,τι έχτιζε κάθε μέρα το Αιμιλιάκι μας με κόπο, έπεσε σαν φύλλο και διαλύθηκε τελείως! Κάναμε καιρό να τη συνεφέρουμε. Τώρα είναι και σε μια ομάδα, οπότε μιλάει για όλα αυτά!»
Σκούπισε γρήγορα-γρήγορα τα μάτια της και κοίταξε τα αγόρια που την κοιτούσαν με ανοιχτό το στόμα. Ο Δημήτρης συνήλθε πρώτος και έφερε αλκοόλ για όλους.
«Έχω μείνει παγωτό!», είπε ο Γιώργος, «άλλος άντρας να φανταστώ ούτε καν;»
«Άλλος άντρας ούτε καν και προς το παρόν, αν την ρωτήσεις, ούτε ποτέ! Γ@μησέ τα! Πέρασε πολλά το κορίτσι μας. Και εμείς μαζί!».
Η Αιμιλία, μετά από τόσες ώρες, κουνήθηκε από τη θέση της. Σκούπισε τα μάτια της, πήρε μια ανάσα και έπειτα από παρακινήσεις των κοριτσιών σηκώθηκε από το σκαμπό και παρέα με τις άλλες δύο πλησίασε τους υπόλοιπους.
«Δημήτρη, βάλε να πιούμε!», τους είπε με τρεμάμενη φωνή ενώ έτρεχα ακόμα δάκρια από τα μάτια της. «Α! Ξέρετε! Εξαιρετικά! Για αυτό με κοιτάτε έτσι… χαχα!», τους είπε και ένα ίχνος χαμόγελου έκανε την εμφάνισή του στο πρόσωπό της.
Ο Δημήτρης ακολούθησε κατά γράμμα την εντολή της και γέμισε ποτήρια, ενώ ο Γιώργος την αγκάλιασε σφιχτά δίχως να πει λέξη. Η Αιμιλία, αφού ελευθερώθηκε από τον Γιώργο, χώθηκε στην αγκαλιά της Μαρίας και ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε μια ανακούφιση.
……. Ένα χρόνο ακριβώς ζω στη παράνοια
Μακριά σου δυστυχώς γελάω σπάνια
Τι να κάτσω να σου πω αφού δεν νοιάζεσαι
Την ώρα κοίταξες, να φύγεις βιάζεσαι
Ένα χρόνο κι άλλη μια αιωνιότητα
Που δεν έχω εαυτό, ψάχνω ταυτότητα
Το δικό σου το κενό, κενό το άφησα
Ποτέ δεν ξέχασα κι ούτε προσπάθησα……
Πέντε ζευγάρια μάτια γύρισαν και κοίταξαν την Αιμιλία με το που μπήκε αυτό το τραγούδι του Οικονομόπουλου. Βαρύ τραγούδι!
«Μα καλά, χ@ζος είναι ο Πάνος; Τι παίζει; Αφού του το είπαμε!», είπε η Διονυσία και γύρισαν όλοι προς το μέρος του DJ. Τότε, πάγωσε ο χρόνος!
Δίπλα του στεκόταν ο Νεκτάριος. Παιδικός και μεγάλος έρωτας της Αιμιλίας, που με τα χρόνια εξελίχθηκε στον καλύτερό της φίλο. Μέχρι που έγινε ο άνθρωπός της. Έξι χρόνια ζούσε το εξωτερικό και κανένας δεν μπορούσε να τον βρει. Έφυγε όταν η Αιμιλία ΤΟΥ έμπλεξε με τον άλλον, ώστε να απαλύνει τον πόνο του. Βρήκε δουλειά και έφτιαξε τη ζωή του στα ξένα, μα ποτέ δεν την ξεπέρασε… Ούτε η Αιμιλία εκείνον και υπέφερε όλα αυτά τα χρόνια μακριά του.
«Είναι…;;; Είναι…;;; Είναι ο…;;;», τραύλιζε η Αιμιλία
«Ναι, αγάπη μου! Είναι ο…!», είπε η Μαρία.
«Αποκλείεται! Πώς;»
«Έψαχνα έναν χρόνο, Αιμιλία μου. Έβαλα λυτούς και δεμένους. Ήξερα πως μόνο εκείνος θα απάλυνε την ψυχούλα σου, αγάπη μου. Και τον βρήκα πριν ενάμιση μήνα. Τον πήρα τηλέφωνο και μιλήσαμε για ώρες. Του είπα τα πάντα απνευστί. Εκείνος δεν μιλούσε. Μόνο έκλαιγε και μόλις τελείωσα, μου έκλεισε το τηλέφωνο. Σήμερα το πρωί ήρθε Ελλάδα και μου ζήτησε να σε δει. Του είπα ότι θα ήμασταν εδώ και ήρθε. Λεπτομέρειες δεν χρειάζονται. Έχετε όλο τον χρόνο μπροστά σας!».
Η Αιμιλία την έσφιξε στην αγκαλιά της, ενώ ο Νεκτάριος τους πλησίαζε. Η Διονυσία και η Χρύσα του γέμισαν τα μάγουλα με κραγιόν από τα φιλιά τους, ενώ δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια τους. Ο Νεκτάριος τις έσφιξε στην αγκαλιά του, συστήθηκε στα αγόρια, ήπιε το σφηνάκι του μονομιάς και κοίταξε την Αιμιλία του.
«Πάμε; Έχουμε πολλά να πούμε!», της είπε και άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της.
Η Αιμιλία διστακτικά άφησε τα χέρια της από τα κορίτσια και έπιασε το δικό του. Μια ζεστασιά, που είχε ξεχάσει, διαπέρασε ολόκληρο το κορμί της. Του χαμογέλασε, πήρε την τσάντα της και χαιρέτησε τα παιδιά.
Όταν ο Νεκτάριος προχωρώντας προς την έξοδο, την αγκάλιασε και της φίλησε τα μαλλιά, τα κορίτσια έβαλαν τα κλάματα. Ανακούφιση και ελπίδα γέμισαν τις καρδιές τους.
«Δημήτρη! Βάλε να πιούμε!», είπε η Διονυσία αγκαλιάζοντας τις φίλες της
«Χρύσα; Είδες που στο είπα ότι θα περάσει; Να με ακούς!», της είπε η Μαρία χαμογελώντας μετά από καιρό.
«Θα ‘ναι καλά το κορίτσι μας τώρα!», είπε η Χρύσα με βουρκωμένα μάτια τσουγκρίζοντας τα ποτήρια με τα παιδιά.
Κατερίνα Μοχράνη
