Τα Βούρλα

Σε ένα κόσμο που δεν είχε φτιαχτεί για εκείνη, ένιωσε να «σπάει» σε μικρά κομμάτια ακόμα και το πιο μικροσκοπικό κύτταρό της, το «άκουγε» να θρυμματίζεται μέσα της. Ο μεγαλύτερος φόβος την στοίχειωσε, μην πεθάνει εκείνη ή τα παιδιά της. Μα κλεισμένη σε αυτή την φυλακή δεν μπορούσε να κάνει πολλά, εκτός να μετρά τις ημέρες και να περιμένει την δίκη. Γραμμές στον τοίχο ήταν η ζωή της, και διαλλείματα σε ένα προαύλιο που βρώμαγε κάτουρα και ψοφίμι. Η συγκρατούμενή της, ήταν τελείως σιχαμένη, είχε δοσοληψίες με τους φύλακες, γι’ αυτό δεν της έλειπαν ποτέ τα τσιγάρα και τα ποτά.

«Θες;» της είπε την τέταρτη νύχτα που είχε πλαντάξει στο κλάμα από την αγωνία της και της έδειξε τα τσιγάρα
«Όχι» της απάντησε εκείνη κοφτά
«Τι λες; Σε έφεραν από τα Βούρλα* και δεν καπνίζεις; Ώρα είναι να μου πεις ότι το δίνεις και τσάμπα» της είπε και γέλασε ειρωνικά. Στο επόμενο λεπτό σοβάρεψε και τραβώντας μια βαθιά τζούρα από το τσιγάρο την ρώτησε γεμάτη περιέργεια:
«Πόσο χρονών είσαι;»
«Είκοσι…» της είπε ξεψυχισμένα
«Το βαστάει η καρδιά σου, τον μαχαίρωσες στα σωθικά λένε. Και όχι μια, μα δέκα μαχαιριές. Μπράβο μικρή. Τι σου έκανε, σου ζήτησε νταβατζιλίκι;»
«Παράτα με, δεν έχω όρεξη. Θέλω να κοιμηθώ» είπε εκείνη και γύρισε την πλάτη βολεύοντας το μικροκαμωμένο κορμί της στο πάνω κρεβάτι που πότιζε με δάκρυα.
«Μωρή τι κλαις; Χαζή είσαι; Καλά του έκανες! Εγώ στην θέση σου θα τον άφηνα να πλησιάσει και θα του τα έκοβα. Μπήκε στα Βούρλα νταβατζής! Μα τα Βούρλα γι’ αυτό φτιάχτηκαν, να δουλεύουμε ελεύθερες, χωρίς μαντάμ και νταβατζή. Αυτός τι ήρθε να κάνει; Ένας να μπει στην μπούκα και να του περάσει, πάει η ελευθερία μας! Οι κανόνες είναι ξεκάθαροι, ό,τι βγάζουμε το κρατάμε. Έχουμε νοίκι, φαγητό, πλυσίματα και γιατρούς να πληρώνουμε. Σιχτήρ με το σκυλολόι πια! Μα άστα αυτά, πες μου… εσύ είκοσι μόνο, θα έβγαλες πολλά στο ισόγειο, πριν πας στον πρώτο όροφο! Πόσα παίρνεις; Να σε δω… είσαι και όμορφη πανάθεμά σε και τρως την πελατεία. Μίλα μωρή και έχω ανθρώπους να βγούμε»
«Σαράντα στο ισόγειο, εικοσιπέντε στον πρώτο. Έχω αφήσει τα παιδιά και δεν ξέρω τι θα αποκάμουν. Βγάλε με και θα δίνω σ’ εσένα τα μισά από όσα βγάζω»
«Γιατί, θα μας αφήσουν να ξαναμπούμε στα Βούρλα πιστεύεις; Μην σου πω πως μας έχουν πάρει και τα δωμάτια. Κάναμε το λάθος και βγήκαμε από τα Βούρλα, τώρα δύσκολο να ξαναμπούμε»
«Μα είμαστε άρρωστες, τι θα απογίνουμε; Τα παιδιά μου, τι θα γίνουν τα παιδιά μου;» και έπεσε στην αγκαλιά της, να κλείσει τον πόνο της σε έναν άνθρωπο που ήξερε τι σημαίνει να ζεις στο μπορντέλο των Βούρλων.

Την λυπήθηκε την μικρή η Διαμάντω. Δέθηκαν στην φυλακή και μετά από ένα χρόνο που βγήκε, πήγε στα Βούρλα να ρωτήσει τι απέγιναν τα παιδιά της. Όπως το φαντάζοταν, δεν την άφησαν να μπει, ο αριθμός ήταν συγκεκριμένος, έμπαιναν μόνο άνδρες από το πρωί μέχρι τα ξημερώματα. Μετά οι πόρνες ξεκουράζονταν, και οι αστυνόμοι που είχαν φυλάκιο από έξω δεν άφηναν κανέναν να μπει. Ούτε εκείνες έβγαιναν, γιατί ήταν άρρωστες και η πολιτεία ήθελε να περιορίσει τα αφροδίσια μόνο μέσα στα Βούρλα. Είχε γιατρούς κάθε ημέρα και ήταν υποχρεωτικό να εξετάζονται, μα η θεραπεία ήταν ακριβή, αν υπήρχε, και έτσι άφηναν τις πόρνες να συναναστρέφονται με τους ναύτες, τους χασικλήδες και τους νταήδες, την λεγόμενη παρακμή της νύχτας και του λιμανιού, απομονωμένοι όλοι μακριά από την πόλη, στην περιοχή που αποξήραναν από τα βούρλα και έκτισαν τον στρατώνα με τις πόρνες του λιμανιού. Οι ίδιες έπαιρναν ειδική άδεια να βγουν.

Έπιασε η Διαμάντω έναν αγαπητικό που πήδαγε την μάντρα και του έδωσε 70 δραχμές να μάθει, να ρωτήσει πού είναι τα παιδιά της Μαρίας, ένα κορίτσι περίπου επτά χρόνων και ένα αγοράκι τριών από το δεύτερο όροφο, που έμενε στην τρίτη μπούκα ένα χρόνο πριν, γιατί στα Βούρλα μαζί με τις πόρνες ζούσαν και τα παιδιά τους. Μπούκες λέγονταν τα δωμάτια τους.

«Το πήραν το αγόρι, το έβγαλαν από τα Βούρλα, το κορίτσι είναι μέσα, αλλά θα το βγάλουν σύντομα οι αστυνόμοι, μόνο οι άρρωστες και τα παιδιά τους μένουν λένε» της είπε ο αγαπητικός μίας από τον ισόγειο, που έμπαινε κρυφά τα βράδια, μην τον δουν οι αστυνόμοι και οι νταβατζήδες που μαζεύονταν από έξω, όταν έκλεινε η πύλη.
«Πού το πήγαν το αγόρι; Μίλα ρε!»
«Ωωω κακό μπελά έβαλα στο κεφάλι μου. Δεν ξέρω ωρέ, δεν μιλάνε. Άσε με του λόγου σου στην ησυχία μου!»
«Αγαπητικέ, έλα και θα βγάλεις κατοστάρικο από εμένα» του είπε η Διαμάντω και του κούνησε το κατοστάρικο επιδεικτικά.
«Βρες τρόπο να βγάλεις το κορίτσι έξω και θα το πάρεις»
«Είσαι τρελή; Θα μου φάνε τις σάρκες. Να μου λείπει!» της είπε ο αγαπητικός και έφυγε, σπρώχνοντάς την.

Βρέθηκε σε αδιέξοδο η Διαμάντω, έκανε να φύγει, μα την «πόνεσε» την Μαρία και έδωσε υπόσχεση αν βγει πρώτη να ψάξει τα παιδιά της. Μαζί της είχε ένα σταυρό, της τον έδωσε να τον δείξει στα παιδιά, να πειστούν πως στέλνει άνθρωπο η μάνα τους. Πού να φανταστεί πως η δόλια θα έτρωγε δέκα χρόνια για το ρεμάλι που έσφαξε! Ήταν λέει κουνιάδος εκείνου που έφτιαξε τα Βούρλα, μεγάλο κεφάλι σαν να λέμε, αλλιώς ένας λιγότερος από το σκυλολόι, θα την είχαν βγάλει την δόλια. Το πήρε απόφαση η Διαμάντω και πήγε να πιάσει κουβέντα στους αστυνόμους στο φυλάκιο, ανοίγοντας δρόμο μέσα από λογής κουμάσια. Κάποιοι την αναγνώρισαν και της κόλλησε και ένας νταβατζής, μα για καλή της τύχη ο αστυνόμος την τράβηξε προς το μέρος του.

«Τι θες; Είσαι τρελή; Θα σε αρπάξουν αυτοί! Δεν τους βλέπεις πώς περιμένουν σαν τα κοράκια;»
«Με θυμάσαι αστυνόμε ε;» του είπε εκείνη χαμογελώντας, παίζοντας με την γραβάτα του
«Λέγε τι θες, φυλακή δεν ήσουν;»
«Ήμουν και σε λίγο καιρό θα ξαναμπώ στα Βούρλα, δεν θέλουν η σύφιλή μου να κυκλοφορεί πιο έξω. Έχει ξεμείνει όμως η κόρη μου μέσα, έμαθα θα την αφήσετε να φύγει, αλλά με δαύτους εδώ έξω, θα μου το φάνε το παιδί»
«Ε και τι θες τώρα;»
«Αστυνόμε μου στην μανούλα σου, φέρ’ το το κορίτσι συνοδεία μέχρι έξω να την πάρω να φύγω. Με βλέπεις, δεν είμαι μαντάμα, το παιδί θέλω, έχω σπίτι εδώ πιο κάτω, δεν την θέλω μέσα, θα μου την χαλάσουν!»

Την κοίταξε ο αστυνόμος από την κορφή ως τα νύχια, βουβή εξέταση έκανε το βλέμμα του, αν του έλεγε αλήθεια η Διαμάντω.
«Αστυνόμε θα αδειάσει και χώρος να μπει άλλη, τρίτη μπούκα δεύτερος όροφος, την άφησα πριν ένα χρόνο, πάρε το σταυρό και δείξε το, από την μάνα της πες!»
«Δεν κάνω χάρες, τι με πέρασες! Α φύγε, κακώς που δεν σε άφησα στον σκύλο πριν!»
«Μα να σε χαίρεται η μανούλα σου αστυνόμε, το κορίτσι θα μου το μαγαρίσουν, σώσε αυτή, κρίμα θα πάει το παιδί, σε παρακαλώ! Κράτα τον σταυρό και να πάρε και ένα κατοστάρικο, δεν έχω άλλο!»

Σαν να τον έπεισε τον σκάρτο και σε λίγη ώρα το κορίτσι της Μαρίας, αδύνατο, με λερωμένο μούτρο, ερχόταν προς το μέρος της.
«Είσαι η κόρη της Μαρίας;», έγνεψε συγκαταβατικά εκείνο φοβισμένο. «Έλα, με έχει στείλει η μάνα σου να σε πάρω, δεν μπορεί ακόμα εκείνη να σε δει, μα θα έρθει. Πάμε να πιείς λίγο γάλα, να φας και κάτι, κακορίζικο και εσύ…»

Η ώρα ήταν οχτώ όταν χτύπησε την πόρτα στο πατρικό της. Της άνοιξε η μητέρα της με αποδοκιμασία, με το ζόρι την έμπασε μέσα.
«Δεν σου είπα να μην ξανάρθεις σε αυτό το σπίτι; Με ντροπιάζεις στην γειτονιά, εγώ είμαι τίμια, δεν έχεις θέση εδώ!»
«Μητέρα δεν ήρθα για εμένα, ήρθα για το παιδί. Σώσε το, η μάνα του είναι φυλακή. Φρόντισέ το σε παρακαλώ, και άλλη φορά δεν θα έρθω στο σπίτι» της απάντησε η Διαμάντω και έσκυψε ταπεινά το κεφάλι από ντροπή. Το είδε η κυρά Τριανταφυλλιά το μικράκι, το λυπήθηκε.
«Αμολάτε και παιδιά καταραμένες! Άστο και φύγε! Μην σε ξαναδώ!» και την έσπρωξε με θυμό να βγει από το τίμιο σπίτι της.

Η Αγγελικούλα μεγάλωνε όμορφα με την γιαγιά Τριανταφυλλιά, χόρτασε το μικράκι φαγητό, ήταν καθαρή και έμαθε να κεντά, να μαγειρεύει να κάνει τις δουλειές του σπιτιού, να βοηθά την γιαγιά.
«Το πήρα απόφαση…» της είπε μια ημέρα η γιαγιά, «Θα πας σχολείο. Σαν την κόρη μου, μα εσύ θα γίνεις καλύτερη, μου το υπόσχεσαι Αγγελικούλα μου;»

Το υποσχέθηκε η Αγγελικούλα και σε λίγα χρόνια πέρασε και στις εξετάσεις του Γυμνασίου. Όλα αυτά τα χρόνια μεγάλωνε περιμένοντας την μητέρα της, με την Διαμάντω κάποιες φορές την επισκέπτονταν στην φυλακή, αλλά η λαχτάρα της να υπερασπιστεί εκείνους που δεν μπορούσαν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους , την ώθησαν να στραφεί στην νομική. Παρόλο που η κυρία Τριανταφυλλιά την μεγάλωσε με αγάπη, η ρετσινιά της «μπάσταρδης», όπως την αποκαλούσαν στην γειτονιά, έριχνε αλάτι στις πληγές της και την πείσμωνε να αποδείξει την αξία της. Αγώνας της ζωής της μετατράπηκε η διεκδίκηση επιδόματος σε όσες γυναίκες έμειναν στα Βούρλα, μα και γενικότερα σε όσες δούλευαν υπό άσχημες συνθήκες, όπως και η δωρεάν ιατρική αγωγή και περίθαλψη. Επιθυμούσε να κλείσουν τα Βούρλα, να διαλυθεί ο υπόκοσμος που το περιστοίχιζε. Συνάντησε σθεναρή αντίσταση από τους τοπικούς παράγοντες που λάμβαναν αρκετά χρήματα για να παραμείνει το μπορντέλο των Βούρλων, θεωρώντας πως περιόριζαν τα αφροδισιακά και «τραβούσαν» τους περιθωριακούς του λιμανιού εκτός πόλης να σφάζονται, να μαστουρώνουν, να μεθούν, να ζουν σε έναν δικό τους κόσμο, χωρίς να ενοχλούν την ανάπτυξη των υπόλοιπων συνοικιών.

Έξω από τα Βούρλα σύχναζε και ο Φώτης, το παιδί της Μαρίας που δεν βρέθηκε ποτέ, τριών χρονών το πήρε ο Πεπονής, ένας από τους παράγοντες των Βούρλων, με σκοπό να γίνει ο άνθρωπός του στον υπόκοσμο. Ήταν τα αυτιά και τα μάτια του, διότι ο καθωσπρεπισμός του δεν του επέτρεπε να συχνάζει στις «δύσκολες» γειτονιές. Ο Φώτης με τα εκφραστικά γαλανά μάτια, γνώριζε απλά πως η μάνα του ήταν πόρνη. Δεν την αναζήτησε ποτέ, δεν άκουσε ποτέ την Διαμάντω να ρωτά, ακόμα και όταν από στόμα σε στόμα το συνάφι ρωτούσε αν κάποιος ήξερε τι απέγινε το αγοράκι της Μαρίας, εκείνος δεν απαντούσε. Για ποιο λόγο άλλωστε; Ο κύριος Πεπονής τον πρόσεχε, είχε δουλειά και δικό του σπίτι, μπορούσε να πηγαίνει και τις αγαπητικές του εκεί, μια χαρά περνούσε. Άλλωστε δεν την θυμόταν την μάνα του, και μέσα του δεν ήθελε να έχει σχέσεις μαζί της. Δεν την δικαιολογούσε, δεν τον ενδιέφερε! Υπερασπιζόταν με λύσσα τα Βούρλα, ενδόμυχα τα θεωρούσε σπίτι του, ήταν δική του περιοχή και τα δικά του κανείς δεν τ’ αγγίζει!

Η Μαρία, δέκα χρόνια μετά, δεν είχε βγει από την φυλακή. H Αγγελική ξεκινώντας δικαστικό αγώνα εναντίον των συμφερόντων των Βούρλων, δεν κατάφερε να βρει αποδείξεις πως βρισκόταν σε άμυνα και να την αθωώσει. Οι μάρτυρες εξαφανίστηκαν, όταν η ίδια αρνήθηκε να αποσύρει την μήνυση κατά του Πεπονή. Τον είχε στριμώξει άγρια, αυτή την φορά θα τον ανάγκαζε να παρουσιαστεί στο δικαστήριο, είχε έγγραφα στα χέρια της που τον «έκαιγαν» και αφορούσαν χρήματα που είχε λάβει ο ίδιος για την βελτιοποίηση των συνθηκών ζωής των ενοίκων των Βούρλων, που ποτέ δεν έφτασαν στους τελικούς αποδέκτες. Βασικοί μάρτυρες ήταν η μητέρα της, η Διαμάντω και άλλες τρεις γυναίκες πρώην ένοικοι των Βούρλων.

Η δίκη πλησίαζε και έτσι επισκέφτηκε ακόμα μια φορά την μητέρα της. Στο τέλος της συζήτησης η Μαρία όπως πάντα της ανέφερε τον Φώτη.
«Αγγελικούλα μου, εσύ που κυκλοφορείς στον έξω κόσμο, τον Φωτάκη μας να βρεις κορίτσι μου, τα μάτια του είναι σαν τα δικά μου, θα τον καταλάβεις από το βλέμμα…» έλπιζε η Μαρία πριν κλείσει τα μάτια της να βρεθεί και το μικρό της παιδί.
«Μητέρα μου έννοια σου και θα τον βρω» την καθησύχαζε η Αγγελική, αλλά γνώριζε πως δεν θα τον έβρισκε εύκολα, γιατί είχε προσπαθήσει χωρίς αποτέλεσμα. Είχε φύγει από τα Βούρλα μετά τα μαχαιρώματα, μα κανείς δεν γνώριζε πού πήγε, ακόμα και η ίδια θυμόταν πως ξύπνησε και δεν τον βρήκε. Υπέθεσε πως τρόμαξε, κάπου κρύφτηκε έξω από τα Βούρλα και δεν ήξερε τον τρόπο να επιστρέψει. Ευχόταν να ζει.

Έκλεισε τον χαρτοφύλακά της και πήρε τον δρόμο της επιστροφής στο σπίτι της Τριανταφυλλιάς, την ίδια ώρα που ο Πεπονής έδινε οδηγίες στον Φώτη να την «τελειώσει», μην γνωρίζοντας πως είναι αδελφή του.

Λίγο πριν φτάσει στην αυλή με το αγιόκλημα, μια σκιά πέρασε από δίπλα της. Γύρισε να δει καλύτερα όταν μαχαίρι την βρήκε στην κοιλιά και δυο γαλανά μάτια την κοίταξαν, καθώς πλημμύριζε από αίμα.
«Φώτη μου! Φώτη μου σε βρήκα!» του είπε η αδελφή του, και ξεψύχησε στην αγκαλιά του.

Λίγες ημέρες μετά, τα Βούρλα κάηκαν ολοσχερώς, ο Φώτης είπαν έβαλε την φωτιά, και όλοι τότε θυμήθηκαν πως ήταν το παιδί της Μαρίας που το έψαχνε τόσα χρόνια, εκείνο που ο Πεπονής έκρυβε από όλους. Κάηκε, υπέθεσαν γιατί ποτέ κανένας δεν τον είδε ξανά!

Ελένη Ρέγγα

Γεγονότα, πρόσωπα και ονόματα, αποτελούν προϊόν μυθοπλασίας

*Βούρλα: Μηχανή του Χρόνου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading