Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Το μαχαίρι της μούμιας

[Σημείωση: Φέτος (2024), εκτός απροόπτου, θα δημοσιευτεί το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματός μου σε συνέχειες, «Η Εντολή της Κόμισσας». Μέχρι τότε, θα δημοσιευτούν μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]

***

 

Το μαχαίρι της μούμιας

του Τζον Μπάρλοου
(Τεύχος Ιουλίου, 1887, σελ. 8-16)

Αγαπημένε μου αναγνώστη,
Έχουμε ήδη παρουσιάσει ιστορίες με μούμιες από την Αρχαία Αίγυπτο, σε προηγούμενα Τεύχη του Weird Literature. Δεν θα αναλωθούμε ξανά στις λεπτομέρειες της μουμιοποίησης των νεκρών, αλλά θα σας εξιστορήσω ένα περιστατικό που μου έγινε γνωστό από έναν πολύ καλό συνεργάτη που έχω. Του το ανέφερε ένας οικείος του, ο οποίος επέστρεψε από ένα ταξίδι που έκανε πρόσφατα στην Αίγυπτο. Κυκλοφορούν πολλές φήμες και διαδόσεις για τις κατάρες που θα πέσουν πάνω σε όσους δε δείχνουν τον δέοντα σεβασμό. Έχω κάνει ένα ταξίδι στην Αίγυπτο και έχω ακούσει με τα ίδια μου τα αυτιά μερικές εξ αυτών, δύο εκ των οποίων έγιναν διηγήματα σε προηγούμενα Τεύχη του Weird Literature, όπως είπαμε.
Η ακόλουθη ιστορία δεν είναι από τις πιο εκτενείς που έχουμε δημοσιεύσει, αλλά οφείλω να σου πω, αγαπημένε μου αναγνώστη, ότι έχει κάποιες πολύ δυσάρεστες λεπτομέρειες προς το τέλος. Το έχω πει κι άλλες φορές, αλλά οφείλω να το επαναλάβω: να μη διαβάσεις αυτή την ιστορία το βράδυ και ειδικά άμα έχεις δειπνήσει. Αν, δε, ήταν και ωραίο το φαγητό, τότε θα ήταν πραγματικά κρίμα να πάει χαμένο.
Τζον Μπάρλοου

Οι νύχτες είναι σαφώς πιο ψυχρές στην Αίγυπτο απ’ ό,τι συμβαίνει τις ημέρες, κάτι που ικανοποιούσε δεόντως τους ξένους που επισκέπτονταν (ή κατακτούσαν) τη χώρα. Αυτή την περίοδο, υπήρχε αναβρασμός λόγω της εξέγερσης των Ουραμπί απέναντι στους Άγγλους και τους Γάλλους, μια εξέγερση που κρατούσε τρία χρόνια τώρα. Αλλά, παρά την έκρυθμη κατάσταση, διάφοροι πλούσιοι Ευρωπαίοι έρχονταν στην Αίγυπτο, για να θαυμάσουν τις πυραμίδες, τη Σφίγγα, το Αμπού Σιμπέλ και όλα τα άλλα μνημεία και τους ναούς που είχαν ανακαλυφτεί. Συνήθως, έφερναν μαζί τους δύο ή τρεις σωματοφύλακες/κουβαλητές, αλλά όταν έφταναν φρόντιζαν να βρουν ντόπιους, που θα τους παρείχαν καμήλες και θα τους οδηγούσαν εκεί όπου ήθελαν. Οι Ευρωπαίοι χρησιμοποιούσαν ανθρώπους που είχαν γεννηθεί και ζούσαν χρόνια στην Αίγυπτο και που με λίγα χρήματα θα έκαναν ό,τι τους ζητούσε οποιοσδήποτε. Φυσικά, δεν έλειπαν οι κλεψιές και η εκμετάλλευση από τους Αιγύπτιους προς τους ξένους, ενώ είχαν ακουστεί και περιπτώσεις ανθρώπων που εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς, αφού πρώτα τους είχαν παρατήσει σύξυλους στην έρημο, η οποία κατατρώγει όποιον άτυχο και ανήξερο βρεθεί να τη διασχίζει. Άλλοι δεν άντεχαν τον καυτό ήλιο και άλλοι πέθαιναν από τσιμπήματα σκορπιών και φιδιών. Περιστασιακά, ακούγεται πως κάποιος λευκός σκοτώθηκε από ντόπιους, με μαχαίρι ή άλλο όπλο –το πιο σύνηθες, βέβαια, είναι το ανάποδο. Όμως, τίποτα από αυτά δεν απέτρεπε όποιον ήθελε να επισκεφτεί τη χώρα και να κλέψει από αυτήν, έχοντας την άδεια ακόμα και των ίδιων της των ανθρώπων, οι οποίοι ήθελαν απλώς να επιζήσουν με τις οικογένειές τους, οπότε ελάχιστα ασχολούνταν με τα μνημεία και την κληρονομιά των προγόνων τους.

Οι μούμιες που ανακαλύπτονταν, καθώς και τα φυλαχτά και τα δοχεία όπου φυλάσσονταν τα εσωτερικά όργανα των μουμιοποιημένων ανθρώπων-πάλαι ποτέ φαραώ, ήταν πολύ αγαπητά μελλοντικά εκθέματα σε κάποιο μουσείο ή στην προσωπική συλλογή κάποιου μεγαλομανούς πλούσιου αριστοκράτη. Ήταν μπελαλίδικη αποστολή αυτή και ενίοτε υπήρχαν αντιδράσεις, που όμως λύνονταν με ένα σεβαστό ποσό, αλλά η όλη περιπέτεια και τα τρόπαια που θα συνόδευαν τον πλούσιο πίσω στην πατρίδα του δεν άφηναν μεγάλα περιθώρια για αμφιβολίες και παραιτήσεις. Το αυτό ίσχυε και για τις περίφημες κατάρες που λεγόταν ότι περιέρρεαν τους τάφους και ιδίως τις μούμιες που αναπαύονταν εντός τους. Ελάχιστοι ξένοι ήταν αυτοί που πίστευαν ότι μπορεί να τους συμβεί κάτι κακό αν έπαιρναν μερικούς από τους θησαυρούς και τα κειμήλια της Αιγύπτου. Δεν πίστευαν στους θεούς των Αιγυπτίων, άρα ούτε και στις κακοτοπιές που θα ρίζωναν στους καταπατητές. Κι αυτή η ασέβεια ήταν κάτι που πλήρωναν με την πνευματική τους ακεραιότητα ή και με την ίδια τους την ζωή. Όχι όλοι, αλλά κάποιοι από δαύτους είχαν μετανιώσει οικτρά για την έλλειψη σεβασμού που επέδειξαν –αν επιζούσαν αρκετά, δηλαδή. Ακόμα και «απλά πράγματα» όπως το τσίμπημα ενός εντόμου συνέβαινε πολλές φορές αφού κάποιος είχε συλήσει έναν τάφο.

Οι ντόπιοι τις περισσότερες φορές προειδοποιούσαν τους προσωρινούς αφέντες τους για τις συνέπειες των πράξεών τους, αλλά ως επί το πλείστον δεν τους έπειθαν. Κάτι η ταπεινή καταγωγή τους, κάτι η εξωτερική τους εμφάνιση, κάτι η συχνά ταραγμένη-μη κατανοητή ομιλία τους, κάτι η χώρα που δεν έμοιαζε με τις βιομηχανικές μεγαλουπόλεις της Ευρώπης, όλα αυτά μαζί ή ανά συνδυασμούς, μετέτρεπαν σε ακίνδυνους παιδικούς φόβους την αγωνία και τον πιθανό θάνατο που διέτρεχε τα λόγια των Αιγυπτίων. Όση δύναμη είχε ένα φύλλο δέντρου, τόση επιρροή είχαν τα λόγια των ανθρώπων αυτών προς τους γνωστικούς Ευρωπαίους.
Αλλά πολλές φορές, οι Αιγύπτιοι προτιμούσαν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό σε ό,τι αφορούσε τις κατάρες, αν υπήρχαν τέτοιες φήμες δηλαδή, γιατί τους ενδιέφεραν τα χρήματα που τους έφερναν οι ξένοι, με αποτέλεσμα να εξαπολυθεί πάνω σε όλους τους το Κακό που είχε θαφτεί και για πάμπολλα χρόνια μείνει μακριά από τους ζώντες. Μια τέτοια περίπτωση είναι η ακόλουθη.

Σε μια ερημική τοποθεσία της αρχαίας πόλης της Θήβας, ανακαλύφτηκε ένας υπόγειος ναός. Ήταν μια χαμηλή, σχεδόν υπόγεια συμπαγής κατασκευή με μεγάλες κίτρινες πέτρες, που την είχαν σφραγίσει με έναν βαρύ ωοειδή ογκόλιθο. Χρειάστηκαν δέκα άτομα για να παραμερίσουν την πύλη και παραλίγο να καταπλακωθούν δύο εξ αυτών. Ο χώρος μέσα ήταν γεμάτος από πάνω ως κάτω με άμμο, από την οποία πετάγονταν συνεχώς σκορπιοί και φίδια, νεκρά ή ζωντανά. Μισή μέρα πέρασε για να καθαριστεί και ο ευγενής από την Ευρώπη να μπει με το φανάρι του να φωτίζει το μέρος, για να δει να κείτεται στην μέση ένα ακίνητο πτώμα, τυλιγμένο με επιδέσμους, και γύρω του να υπάρχουν τα δοχεία με τα εσωτερικά του όργανα. Όλα ήταν αφημένα όπως-όπως. Και δεν υπήρχε σαρκοφάγος για την μούμια, ενώ κανένα ιερογλυφικό δεν κοσμούσε τους τοίχους, ούτε εντός ούτε εκτός του τάφου, πράγμα παράξενο, γιατί έτσι κανείς δεν θα μπορούσε να πει ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος που πριν από χιλιάδες χρόνια είχαν μουμιοποιήσει και θάψει. Που παράτησαν μάλλον ή που πέταξαν, σκέφτηκε ο πλούσιος και βγήκε από τον τάφο, δίνοντας εντολή στους Αιγύπτιους να κρατήσουν καθαρό το μέρος και να τον ξυπνήσουν αν τυχόν εμφανιζόταν κανείς, ξένος ή ντόπιος.

Ο Σμπίγκνιεφ Σμόεκ ξεφύσησε, καθώς απομακρυνόταν από το μικρό μπουλούκι που κουβαλούσε μαζί του. Ήταν ένας ευκατάστατος μεσήλικας Πολωνός εξερευνητής και συλλέκτης. Μόλις είχε δώσει στους ντόπιους ένα μέρος των χρημάτων που του ζήτησαν και είχε επιστρέψει στην σκηνή που είχε για να αναπαύεται, είχε βγάλει το καπέλο, τις μπότες, τα γάντια και το σακάκι του και είχε ξαπλώσει στο ράντζο που ανάγκαζε τους ντόπιους υπηρέτες και οδηγούς του να κουβαλούν. Αναστέναξε ξανά και έψαξε το παγούρι με το νερό του. Δεν του είχε μείνει πολύ, αλλά δεν ανησυχούσε κιόλας. Αν χρειαζόταν, θα έπαιρνε λίγο από τον Νείλο, το πασίγνωστο ποτάμι της Αιγύπτου που υπήρχε λίγο πιο πάνω από εκεί όπου είχαν σκάψει. Ο Σμόεκ κοίταξε λίγο το αντικείμενο που είχαν βρει να κείτεται πλάι στον νεκρό: ένα σκουριασμένο μαχαίρι με ξύλινη λαβή. Ήξερε ότι τους νεκρούς τους έθαβαν συχνά με αντικείμενα που τους ανήκαν, αλλά αυτού του υποτιθέμενου ιερέα του έδωσαν να τον συντροφεύει ένα μαχαίρι; Βέβαια, αν είχε κάνει το έγκλημα της μοιχείας, όπως έμαθε ο Σμόεκ, τότε μήπως το μαχαίρι συμβόλιζε τον τρόπο με τον οποίο τον είχαν σκοτώσει;

Δεν ήξερε και δυστυχώς δεν υπήρχε κάποια καταγραφή, για να μάθει. Ίσως ρωτούσε ειδικούς στο Κάιρο ή στην Αλεξάνδρεια ή όταν επέστρεφε στη Βαρσοβία. Αλλά είτε μάθαινε είτε όχι, ήταν ένα πολύτιμο αντικείμενο, ειδικά αφού θα το έπαιρνε στην πατρίδα μαζί με τον άντρα στον οποίο ανήκε.

Ο Σμόεκ έσβησε το φανάρι που αναπαυόταν σιμά του, κουκουλώθηκε με την κουβέρτα του και γύρισε πλευρό. Κάτω από το λευκό μαξιλάρι του είχε ένα πιστόλι, ενώ στην τσέπη του φυλούσε ένα μαχαίρι. Από τότε που είχε φτάσει σε τούτη τη χώρα, φοβόταν. Δεν εμπιστευόταν τους Αιγυπτίους, ούτε καν τον πενηντάρη Χαμίμ, που ήταν από τους παλιούς, ικανούς και, απ’ όσο ήξερε από τα λεγόμενα συμπολιτών του που είχαν έρθει στην Αίγυπτο, από αυτούς που προτιμούσαν οι Ευρωπαίοι να έχουν σαν επικεφαλής των ντόπιων, και επειδή μιλούσε πολύ καλά αγγλικά, αλλά και γιατί είχε τη δική του ομάδα συνοδείας-εργασιών.

Ο Χαμίμ ήταν από αυτούς που μπορούσαν να συντονίσουν τους άλλους, αλλά ήταν και άνθρωπος που είχε τα αυτιά και τα μάτια του ανοιχτά για οτιδήποτε μπορεί να ήταν χρήσιμο. Όπως το να ξέρει τις φήμες για κάποιον ξεχασμένο τάφο στην Θήβα, όπου φημολογούνταν ότι είχε θαφτεί ένας ιερέας του Όσιρι που τόλμησε να ερωτοτροπήσει με μια amiraton, μια πριγκίπισσα. Υπήρχαν αντικρουόμενες απόψεις για το ποιοι ήταν αυτοί οι δύο, σε ποια Δυναστεία έζησαν κλπ, αλλά τον Χαμίμ τον ένοιαζε πώς θα εξασφάλιζε εύκολα χρήματα από κάποιον αφελή πλούσιο, και ο Σμόεκ ήταν το κατάλληλο θύμα: είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και το μόνο που ήθελε ήταν να πάρει κάτι από την Αίγυπτο, για να το επιδεικνύει στους φίλους του. Με το που είδε τον Σμόεκ, έναν άνθρωπο με ρούχα καθαρά, που κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια γύρω του, που δεν είχε ιδέα σε ποιον να απευθυνθεί και που ίδρωνε λες και άδειαζαν νερό στο κεφάλι του, ήξερε ότι είχε βρει τον άνθρωπό του. Τώρα, ξέροντας ότι ο Σμόεκ κοιμόταν ήσυχος-ήσυχος, ο Χαμίμ είπε στους άλλους να μην πειράξουν τίποτα και πήγε στη δική του σκηνή, την οποία δεν μοιραζόταν με κανέναν. Αύριο θα φόρτωναν την μούμια και τα δοχεία και θα αποχαιρετούσαν τον Σμόεκ, που θα τους έδινε τα υπόλοιπα χρήματα. Αυτός ο Πολωνός ήταν από τους πιο alhamqaa, από τους πιο ανόητους που είχε γνωρίσει ο Χαμίμ. Ούτε καν είχε επιμείνει να μάθει ποιανού τον τάφο θα άνοιγαν, απλά δέχτηκε ό,τι του είχε πει ο Χαμίμ, ο οποίος ανακάτεψε τις φήμες που είχε ακούσει, φτιάχνοντας μια πειστική ιστορία για την καταγωγή του ανθρώπου που θα έβρισκαν θαμμένο.

Οι πρώτες βραδινές ώρες πέρασαν ήρεμα. Ο Σμόεκ και ο Χαμίμ κοιμούνταν στις σκηνές τους, ενώ οι άλλοι εννιά Αιγύπτιοι της ομάδας του Χαμίμ είχαν αποφασίσει να ξεκουράζονται και να φυλάνε σκοπιά ανά δύο άτομα, για περίπου τρεις ώρες το κάθε ζευγάρι. Τις καμήλες και το κάρο τα είχαν αφήσει παράμερα. Όλοι ανυπομονούσαν να έρθει το πρωί, για να τελειώσουν τη δουλειά και να γυρίσουν στα σπίτια τους, αλλά κυρίως για να φύγουν μακριά από τούτο τον τάφο και για να ξαποστείλουν τον νεκρό μαζί με τον Πολωνό. Κανείς τους δεν ένιωθε καλά όσο ήταν κοντά στον τάφο και στο πτώμα που αναπαυόταν εντός του. Το είχαν πει στον Χαμίμ, ότι δεν έπρεπε να ανακατευτούν με αυτόν τον νεκρό, γιατί οι παλιοί έλεγαν ότι, λόγω του έρωτά του για την νεαρή amiraton Σίτκαμους, είχε χτυπήσει με τα γυμνά χέρια του ή σφάξει με το μαχαίρι του τους μισούς ακόλουθους του φαραώ Καμόζε, πριν τον πιάσουν και τον μουμιοποιήσουν και τον πετάξουν εδώ. Το μαχαίρι που είχαν βρει και είχε πάρει ο Πολωνός ήταν ένα όργανο θανάτου, δολοφονιών, το οποίο στην εποχή που είχε ζήσει κανείς δεν ήθελε και το άφησαν μαζί με τον κάτοχό του στον τάφο του. Δεν έπρεπε να πειράξουν κάτι και τώρα οι εννιά άντρες ήταν οπλισμένοι με τουφέκια, αλλά φοβούνταν. Το φεγγάρι και τα αστέρια είχαν παραταχτεί από πάνω τους. Η δροσιά του αέρα κυμάτιζε τις κελεμπίες τους και τους ανατρίχιαζε. Οι σκοποί κοιτούσαν μια τον ανοιγμένο τάφο, ένα σκοτεινό κέλυφος που φωτιζόταν μονάχα από ένα φανάρι και που η πύλη του έχασκε σαν στόμα γίγαντα, και μια τις καμήλες και την ανοιχτή έκταση που απλωνόταν προς κάθε κατεύθυνση σχεδόν. Από μακριά, άκουγαν να θροΐζουν τα φύλλα των φοινίκων. Ήξεραν ότι περνούσαν καράβια στον Νείλο, αλλά όχι τέτοια ώρα. Μέχρι το πρωί, θα ήταν μόνοι, κανείς δεν θα τους αναζητούσε. Ενδόμυχα, λόγω της προσβολής που είχαν διαπράξει, περίμεναν ότι κάτι θα γινόταν, αν και το απεύχονταν. Είχαν τις κάννες των όπλων στραμμένες προς την είσοδο του τάφου, αλλά τα είχαν αφήσει δίπλα τους, νιώθοντας ότι, αν τα κρατούσαν, θα προκαλούσαν ακόμα περισσότερο την οργή του νεκρού φονιά.

Όταν ήταν να αλλάξουν βάρδια, ξύπνησαν τους φίλους τους, αλλά όλοι τους σταμάτησαν τις κινήσεις και τα λόγια και πάγωσαν από τον τρόμο που ξεχύθηκε στο κορμί του καθενός. Αυτοί που μόλις είχαν ξυπνήσει ανακάθισαν και οι ξυπνητοί γύρισαν προς το σημείο απ’ όπου είχαν ακούσει το σύρσιμο. Δύο σήκωσαν τα φανάρια και οι άλλοι δύο βρήκαν τα δαδιά τους και τα άναψαν. Όλοι προσευχήθηκαν και κοίταξαν προς τον ανοιχτό τάφο.

Η πύλη παρέμενε κατ’ ουσίαν σκοτεινή, με το φανάρι που είχαν αφήσει κοντά να μην αναδεικνύει τι υπήρχε στο εσωτερικό. Άκουγαν, όμως. Κάτι κινιόταν εκεί μέσα, με αργό ρυθμό. Άκουγαν το χώμα που παραμεριζόταν. Κι ύστερα, άκουσαν ένα μουγκρητό, σαν κάποιος να πνιγόταν.

Οι άντρες άρχισαν να τσακώνονται για το τι έπρεπε να κάνουν και το ποιος θα πήγαινε να ελέγξει τι συνέβαινε, οπότε ο Χαμίμ σηκώθηκε και βγήκε από την σκηνή του χωρίς να φορέσει τα παπούτσια του. Μάλωσε τους άντρες που τον είχαν ξυπνήσει, καθώς και οι υπόλοιποι της ομάδας άνοιγαν τα μάτια τους και πετάγονταν όρθιοι, παίρνοντας τα όπλα στα χέρια τους. Ο Χαμίμ χτύπησε στο κεφάλι τους άλλους που είχαν κάνει φασαρία και ετοιμαζόταν να το επαναλάβει, αλλά τότε άκουσε και αυτός τα μουγκρητά. Κοίταξε προς τον τάφο, τη στιγμή που οι καμήλες ξυπνούσαν και σηκώνονταν και τρέπονταν σε φυγή στην έρημο, σηκώνοντας άμμο και βγάζοντας δυνατά γρυλίσματα.
«Ο Αλλάχ να μας προστατεύει» είπε ο συγκλονισμένος Χαμίμ, βλέποντας την είσοδο του τάφου να παραβιάζεται για άλλη μια φορά. Μόνο που τώρα δεν έμπαινε κάποιος στον τάφο, αλλά έβγαινε από αυτόν.

Ο αδύνατος, μουμιοποιημένος άνθρωπος εμφανίστηκε μπροστά τους, φωτισμένος από το φανάρι που είχαν αφήσει. Οι άκρες από τις λωρίδες των επιδέσμων του κρέμονταν σα φίδια, ενώ ελάχιστα μπορούσαν να διακρίνουν το μαυρισμένο, σχεδόν αποσκελετωμένο πρόσωπό του. Το στόμα του έχασκε, φανερώνοντας όσα σάπια δόντια του είχαν απομείνει. Τα νύχια στα χέρια και στα πόδια ήταν μακριά σαν του αετού. Μάτια δεν είχε, καθώς οι κόγχες δεν ήταν τίποτα περισσότερο από σκοτεινές, άνυδρες εσοχές. Αλλά οι Αιγύπτιοι ένιωθαν στο κορμί τους ότι τους έβλεπε.

«Τι… τι περιμένετε;» είπε στους άλλους ο Χαμίμ, κοιτώντας τη μούμια. «Ρίξτε του. Πυροβολήστε τον! Πυροβολήστε τον, ανόητοι!»
Ένας-ένας, δειλά-δειλά, οι άλλοι σήκωσαν τα όπλα τους και η σιγή του τάφου καταστράφηκε από τις δυνατές ριπές. Κάποιες από αυτές, οι περισσότερες, δε βρήκαν το στόχο τους, παρά εξοστρακίστηκαν στις πέτρες πίσω ή δίπλα από την αναγεννημένη μούμια. Σύντομα, οι οπλισμένοι έπρεπε να γεμίσουν ξανά τα τουφέκια τους, όμως κανένας τους δεν τολμούσε να το κάνει.
Γιατί η μούμια, έχοντας αποκτήσει πέντε έξι πληγές και έχοντας χάσει λίγη από τη σκόνη των αιώνων που είχε αγκαλιάσει το κορμί της, μούγκρισε με θυμό και περπάτησε με γοργό βήμα προς αυτούς. Ο πρώτος που βρέθηκε στο διάβα της, ένα τρομοκρατημένο παλικάρι ούτε δεκαεπτά ετών, ένιωσε τα βρόμικα νύχια του όντος να μπήγονται στα μάτια του και να τυφλώνουν την ζωή του, αφήνοντας ένα ξεψυχισμένο κουβάρι να πέσει στην άμμο.

Από τους άλλους, πρόλαβαν και έφυγαν οι οκτώ. Πέταξαν τα όπλα και το έβαλαν στα πόδια, φωνάζοντας.
Ο Χαμίμ, όμως, δεν κουνήθηκε από την θέση του. Γονάτισε μπροστά στη μούμια και έμεινε να την ατενίζει καθώς ερχόταν κοντά του. Σήκωσε τα χέρια του και προσπάθησε να ζητήσει την εύνοια της, την μεγαλοψυχία και τη συγχώρεσή της. Ακόμα και δούλος της θα γινόταν, της είπε. Για μια στιγμή, φάνηκε να πιστεύει ότι θα γλίτωνε έναν μαρτυρικό θάνατο, αφού η μούμια στεκόταν κοντά του χωρίς να τον αγγίζει. Όταν έσκυψε και έπιασε με φαινομενική εγκαρδιότητα τα μάγουλα του Χαμίμ, ο άντρας επανέλαβε τα παρακάλια του, κάνοντας τα σκύψει το κεφάλι, για να επιβεβαιώσει την υποδούλωσή του. Αλλά η μούμια δεν τον άφησε, παρά έχωσε τα δάχτυλα του ενός χεριού στο στόμα του Χαμίμ και του ξερίζωσε την γλώσσα. Ύστερα, το άλλο χέρι της κατευθύνθηκε προς το στήθος του άντρα, στο ύψος της καρδιάς του, που για τους αρχαίους Αιγυπτίους ήταν πιο σημαντική από τον εγκέφαλο.

Ο Σμόεκ είχε κουλουριαστεί κάτω από την κουβέρτα του μέσα στην σκηνή του. Κρατούσε το πιστόλι και το μαχαίρι του, τρέμοντας, περιμένοντας τον εισβολέα να κάνει την ανοησία να τον πλησιάσει, για να τον βλάψει. Δεν ήξερε τι είχε τρομάξει τόσο πολύ τους Αιγύπτιους και γιατί είχαν πέσει τόσο πολλοί πυροβολισμοί, αλλά αυτός δεν είχε σκοπό να το μάθει, παρά μόνο αν τον ανάγκαζαν. Θα έμενε εδώ, κρυμμένος, έτοιμος να πυροβολήσει και να μαχαιρώσει, αν χρειαζόταν. Ήθελε να φανεί γενναίος, αλλά όχι τόσο ανόητος που να βγει και να πέσει στην παγίδα του εχθρού.

Άκουσε τα φύλλα της σκηνής να παραμερίζονται, να σκίζονται, και αδύναμα βήματα να εισβάλλουν στο χώρο του. Ο Σμόεκ έκλεισε τα μάτια και αναθεμάτισε που είχε κάνει ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, φεύγοντας από τη Βαρσοβία όπου ήταν γόνος σπουδαίας οικογένειας και που οι Αρχές έκαναν ό,τι μπορούσαν για να του παρέχουν ό,τι θελήσει, και είχε έρθει εδώ, όπου μπορεί να πέθαινε και κανείς να μην το ανακάλυπτε παρά πολύ αργότερα, μετά από εβδομάδες, μήνες, ίσως και χρόνια.
Υποσχέθηκε, όμως, ότι δεν θα έφευγε έτσι, δεν θα πέθαινε δίχως να πάρει μαζί του το άθλιο κάθαρμα που κατέστρεφε την ανακάλυψή του. Ακούγοντας τα βήματα να πλησιάζουν, αποφάσισε ότι θα σκότωνε τον εισβολέα και έπειτα θα το έσκαγε, έχοντας μόνο το μαχαίρι που είχε βρει στον τάφο. Από το να γυρίσει με άδεια χέρια, προτιμούσε να έχει μαζί του ένα άχρηστο όπλο.

Ο Σμόεκ άκουσε τα μουγκρητά και μύρισε μια αψιά δυσωδία, σαν αυτή που είχε μυρίσει όταν μπήκε στον τάφο της μούμιας. Παραξενεύτηκε. Από το μυαλό του, πέρασε η ιδέα μήπως ήταν κάποιος από τους Αιγύπτιους, που ίσως είχε μπει ξανά στον τάφο και ήρθε εδώ, για… Για ποιο λόγο, άραγε; Για να τον βλάψει; Για να τον απειλήσει; Μπορεί ο Χαμίμ να ήθελε κι άλλα λεφτά και έκανε όλο αυτό το θεατρικό, για να τον φοβερίσει; Δεν θα του φαινόταν περίεργο. Αυτοί οι άνθρωποι ζούσαν σαν ζώα, σε μια εξαθλιωμένη χώρα. Ήταν προφανές για αυτόν ότι θα έκαναν τα πάντα για να βγάλουν το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος, μη δίνοντας σημασία σε αρχές και αξίες. Όπως είχε διδαχθεί από μικρός, άνθρωποι που μεγάλωναν φτωχοί, συχνά κάκιωναν χειρότερα και από κακομαθημένους πλούσιους.

Αυτή η τελευταία σκέψη εκνεύρισε τον Σμόεκ, που αποφάσισε να δράσει. Πέταξε από πάνω του την κουβέρτα και πρόταξε το πιστόλι του, έτοιμος να ρίξει.
Ένα ξεραμένο, μπανταρισμένο χέρι, όμως, τον άρπαξε από τον λαιμό πριν σηκωθεί και τον κράτησε αιχμάλωτο. Ο Σμόεκ ένιωσε τη σφιχτή λαβή σαν να ήταν σκυλί που του περνούσαν ένα λουρί που σκοπό είχε να πνίξει το ζωντανό, παρά να το συγκρατήσει. Δεν υπήρχε φως μέσα στη σκηνή, πέραν από το αμυδρό που έμπαινε από τις εσοχές, αλλά αυτό έκανε χειρότερη την κατάσταση του άντρα, καθώς η μούμια αποκαλυπτόταν εμπρός του. Μπόρεσε να δει τους επιδέσμους και το κατεστραμμένο από τους αιώνες σώμα που κρυβόταν από κάτω. Όταν ατένισε τα άψυχα μάτια της μούμιας, ο Σμόεκ ένιωσε να χάνει η καρδιά του τα βήματά της. Δε δοκίμασε καν να απελευθερωθεί, παρά άφησε ακόμα και το πιστόλι του να πέσει στο αμμώδες έδαφος. Είχε προετοιμαστεί να χτυπήσει με το μαχαίρι που κρατούσε στο άλλο του χέρι, μα δεν το έκανε. Αφόπλισε ο ίδιος τον εαυτό του, παραδιδόμενος στον εκπρόσωπο του θανάτου που είχε εμφανιστεί στη σκηνή του.

Η μούμια άπλωσε το ελεύθερο χέρι της προς τον Σμόεκ, δίχως ωστόσο να τον βλάψει. Είχε ανοιχτή την γροθιά της, σαν να ζητούσε ελεημοσύνη από το θύμα της. Έβγαλε ένα υπόκωφο μουγκρητό, που παραδόξως θύμισε στον Σμόεκ το πεινασμένο νιαούρισμα που βγάζουν οι γάτες. Ήταν τόσο αλλόκοτο για εκείνον, μα και τόσο ξεκάθαρο. Ήξερε τι ήθελε η μούμια: το μαχαίρι της, φυσικά. Και το είχε εκείνος.

Ο Σμόεκ κατένευσε και έψαξε και βρήκε το παμπάλαιο μαχαίρι. Δεν λυπήθηκε που δεν το κράτησε ούτε στιγμή παραπάνω, αλλά το παρέδωσε στον πραγματικό ιδιοκτήτη του. Ήθελε να το ξεφορτωθεί, έχοντας την ελπίδα ότι η μούμια θα τον άφηνε στην ησυχία του –αν έβρισκε ποτέ ξανά πνευματική ησυχία, δηλαδή.

Το ον πήρε το όπλο του πίσω. Γύρισε από την άλλη και βγήκε από την σκηνή. Επέστρεψε στον τάφο του.

Ο Σμόεκ ούρλιαζε όλη αυτή την ώρα και όση ακόμα η μούμια εκπλήρωνε τον αιμοσταγή σκοπό της. Τον κουβάλησε εκεί που την είχαν θάψει, καθήλωσε κάτω τον Σμόεκ και άρχισε να τον γδύνει. Ταυτόχρονα με τα ρούχα, χάραζε το δέρμα του και απέκοπτε και αφαιρούσε ένα-ένα τα όργανά του, τα οποία τα έβαζε στα άδεια δοχεία που υπήρχαν στον τάφο. Τα μόνα όργανα που άφησε για το τέλος ήταν η καρδιά, ο εγκέφαλος και οι πνεύμονες. Ο Σμόεκ, αδύναμος, παγωμένος από το κρύο και από τον τρόμο, ετοιμοθάνατος, είδε την μούμια να βγάζει τους επιδέσμους της και να αρχίζει να τυλίγει εκείνον με αυτούς. Προτού χάσει δια παντός τις αισθήσεις του, πρόλαβε να δει ότι η μούμια δεν είχε όσχεο, ενώ στο ύψος του στήθους υπήρχαν δύο χαρακιές και κανένα σημάδι από θηλή. Δεν είναι άντρας, αλλά γυναίκα που κατέστρεψαν το σώμα της, σκέφτηκε ο Πολωνός και πέθανε από την αιμορραγία.

Αγαπημένε μου αναγνώστη,
Η ιστορία τελειώνει εδώ. Μπορεί να αναρωτιέσαι ποια ήταν τελικά αυτή η μούμια και τι απέγινε. Οι απόψεις διίστανται περί αυτού, δεν είναι ξεκάθαρο αν ήταν πράγματι άντρας ή γυναίκα, αν ήταν ιερέας ή πριγκίπισσα… Αν είχε κάνει όντως εγκλήματα όσο ζούσε ή όχι. Αν έμεινε στον τάφο ή αν βγήκε για να περπατήσει στη σύγχρονη Αίγυπτο. Πάντως, η κατά τα άλλα ταπεινή ταφή του παραπέμπει σε κάποιο πρόσωπο που είτε είχε μηδαμινή σημασία, είτε είχε κάποια θέση εξουσίας, αλλά δεν ήθελαν να του προσδώσουν τις ανάλογες τιμές. Μέχρι να ανακαλυφτεί κάποιος πάπυρος ή κάποιο άλλο στοιχείο που να διαλευκάνει την υπόθεση, δεν μπορούμε να πούμε τίποτα άλλο ελαφρά τη καρδία.
Η δική μου προτροπή, πάντως, προς εσένα είναι να προσέχεις και να μην ανακατεύεσαι με τους νεκρούς, όχι περισσότερο από όσο σε προειδοποιούν να πράξεις, δηλαδή. Και αν πας ποτέ στην Αίγυπτο και ειδικά αν βρεθείς κοντά στα ερείπια της παλιάς Θήβας, καλό θα ήταν να μην είσαι μόνος σου και να μην σταματήσεις άμα δεις ένα απομονωμένο πετρόχτιστο μέρος. Ειδικά άμα έχει και μια ανοιχτή είσοδο. Γιατί θα αμφιβάλλεις: άνοιξαν την πόρτα απ’ έξω ή από μέσα;

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading