Το μυστικό της Θωμαής

Ο Στράτος κάθισε στη μπάρα, ακούμπησε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και το πορτοφόλι του στα δεξιά του και έκανε νόημα στον μπάρμαν να έρθει κοντά
-Ένα ουίσκι σκέτο πιάσε μου…
-Αμέσως!

Το ήπιε σαν σφηνάκι και του ζήτησε ένα ακόμη.
– Μήπως να πας σε κάτι πιο ελαφρύ; Σε βλέπω και με αυτοκίνητο…, του είπε ο μπάρμαν και τότε ο Στράτος σήκωσε το βλέμμα του. Πριν προλάβει να απαντήσει, τον πλησίασε μια γυναίκα.
– Καλησπέρα!, του είπε χαμογελαστή και τον ακούμπησε στον ώμο

Ο μπάρμαν έμεινε έκπληκτος με το θέαμα. Ψηλή, αδύνατη, μελαχρινή, με μελί μάτια, τεράστιο χαμόγελο, κλασσάτη, ενώ το άρωμά της ήδη είχε κατακλύσει τον χώρο του μπαρ.
“Φίλε, θα βάλω και το δεύτερο”, του είπε χαριτολογώντας ο μπάρμαν και έστρεψε το βλέμμα του στη γυναίκα.
-Εσείς;
-Ένα ποτήρι λευκό κρασί, ξηρό, παρακαλώ.
-Δεν περίμενα κάτι λιγότερο…, την φλέρταρε ανοιχτά και απομακρύνθηκε προς την άλλη μεριά του μπαρ για να ετοιμάσει τα ποτά και τα συνοδευτικά τους.

– Γιατί τέτοια μούτρα;, ρώτησε η Θωμαή τον Στρατό
– Δεν έχω μούτρα… Απλά ήταν μια δύσκολη μέρα… Τι ώρα θα πρέπει να φύγεις σήμερα;, ρώτησε χωρίς καν να την κοιτάξει
– Δεν βιάζομαι απόψε. Ο Αποστόλης έχει ιατρείο μέχρι αργά., του απάντησε η Θωμαή και με το δάχτυλό της ακούμπησε και ανασήκωσε το πηγούνι του
– Κι εγώ πρέπει να χαρώ τώρα, έτσι;, είπε φανερά εκνευρισμένος ο Στράτος
– Α να σου πω! Μην μου τη χαλάσεις τη βραδιά, και περίμενα να σε δω πώς και πώς…, του είπε ναζιάρικα η Θωμαή ενώ πλησίασε να τον φιλήσει

“Ένα κρασί για την κυρία και ένα ουίσκι για τον κύριο. Καλά να περάσετε”, τους είπε ο μπάρμαν και έκλεισε το μάτι στον Στράτο, ο οποίος δεν φάνηκε να ενοχλείται που ένας άγνωστος την ‘έπεφτε στεγνά’ στην παρέα του.

– Στην υγειά μας!, πήρε το λόγο η Θωμαή και ακούμπησε το ποτήρι της σε αυτό του Στράτου
Εκείνος ήπιε και πάλι μονοκόμματα το ουίσκι και έκανε νόημα και για τρίτο, το οποίο ήρθε πολύ γρήγορα αυτή τη φορά.
– Σαν πολύ δεν πίνεις απόψε;, τον ρώτησε η Θωμαή
– Για να γίνει αυτό που θέλεις, θα πρέπει να πιώ πολύ…
– Δεν συμφωνώ!, του απάντησε κι έβαλε το χέρι της πάνω στο ποτήρι του. Εγώ θέλω να έχεις πλήρη συναίσθηση του τι θα μου κάνεις απόψε και πίστεψέ με… Ανυπομονώ!, ολοκλήρωσε και δάγκωσε το κάτω χείλος της
– Θωμαή…, ξεκίνησε να της απαντήσει ο Στράτος, μα εκείνη έσκυψε και τον φίλησε με πάθος. Τόσο πάθος, που τον έκανε να ξεχάσει κάθε δεύτερη σκέψη και να την πάρει να φύγουν.

Έφτασαν στο αμάξι του που ήταν παρκαρισμένο πίσω από το μαγαζί κι εκεί έγιναν όλα. Ρούχα που βγήκαν γρήγορα, αχόρταγα φιλιά, βαριές ανάσες, τζάμια που θόλωσαν, δύο κορμιά που έγιναν ένα, αδιαφορώντας για την επικινδυνότητα της κατάστασης… Και μετά, σιωπή!

Ντύθηκαν αθόρυβα, έκαναν από ένα τσιγάρο αμίλητοι και τότε ο Στράτος ρώτησε:
– Θα σε πάω σπίτι ή έχεις έρθει με αυτοκίνητο;
– Έχω έρθει με το δικό μου. Θα μιλήσουμε για να ξαναβρεθούμε., του είπε αυστηρά η Θωμαή, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε

Ο Στράτος χτύπησε δυνατά τα χέρια πάνω στο τιμόνι.
“Διάβολε! Πώς το κάνει κάθε φορά και με ξεφτιλίζει έτσι; Κι εγώ ο μ@λ@κ@ς κάθομαι! Αλλά αυτό το άρωμα, αυτό το κορμί, αυτή η χημεία… Πρέπει να το ξεκόψω την επόμενη φορά!”, είπε στον εαυτό του, καθάρισε με ένα πανάκι τους υδρατμούς που είχαν απομείνει στο παρμπρίζ και έβαλε μπροστά τη μηχανή.

Στο μεταξύ η Θωμαή έφτασε σπίτι και για καλή της τύχη ήταν ακόμα κλειδωμένα, που σήμαινε ότι ο Αποστόλης δεν είχε γυρίσει ακόμη.
Έβαλε τα ρούχα της για πλύσιμο και μπήκε για ένα καυτό ντουζ. Βγαίνοντας με την πετσέτα τυλιγμένη γύρω της, άκουσε τα κλειδιά στην πόρτα. Ξεφύσηξε αγανακτισμένα. Φόρεσε ένα πανέμορφο, ψεύτικο χαμόγελο και πήγε να υποδεχτεί τον σύζυγό της.
– Γεια σου Αποστόλη μου!, του είπε και τον φίλησε πεταχτά στο στόμα
– Καλησπέρα αγάπη μου!, της είπε και πήγε να την αγγίζει κάτω από την πετσέτα
– Αχ μη, δεν μπορώ! Είμαι πολύ κουρασμένη! Καλύτερα να σου βάλω να φας κάτι και να πάω να ξαπλώσω, ναι;, του είπε η Θωμαή και πήγε αμέσως να ντυθεί και να στρώσει τραπέζι.

Ο Αποστόλης για άλλη μια φορά απογοητεύτηκε, μιας και η γυναίκα του είχε ένα εξάμηνο τώρα που δεν ήθελε ούτε να την αγγίζει ούτε να είναι μαζί του στο κρεβάτι. Συχνά, πέρα από την κούραση, επικαλούνταν ως δικαιολογία και το σοκ που είχε βιώσει πριν ένα χρόνο, όταν ούσα στον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης, έχασε το παιδί και ισχυριζόταν πως της ήταν πολύ δύσκολο, προς το παρόν, να προσπαθήσουν ξανά. Κι έτσι περίμενε…

*****
Πέρασαν κάποιες βδομάδες και η Θωμαή δεν σήκωνε τα τηλέφωνα του Στράτου, ούτε απαντούσε στα μηνύματά του.
Ώσπου ένα βράδυ εμφανίστηκε στο μπαρ που συνήθιζαν να συναντιούνται και τα συναισθήματα του Στράτου ήταν ανάμεικτα. Από τη μια ένιωθε ότι ήθελε να την αρπάξει και να τη κάνει δική του και από την άλλη προσπαθούσε να συνετίσει τον εαυτό του και να της κάνει αυτή τη ‘μεγάλη κουβέντα’ απόψε.
Αλλά τον πρόλαβαν τα γεγονότα…

Αυτή τη φορά η Θωμαή δεν του χαμογέλασε πονηρά όπως έκανε συνήθως, μα έκατσε δίπλα του και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια.
– Πρέπει να μιλήσουμε., του είπε αυστηρά και ο Στράτος κούνησε καταφατικά το κεφάλι
– Να σας φέρω κάτι;, διέκοψε ο γνωστός μπάρμαν και η Θωμαή του είπε πως θα αρκεστεί στο νερό της
– Λοιπόν…, ξερόβηξε και ξεκίνησε. Δεν έχω γνωρίσει άλλον άντρα σαν εσένα Στράτο. Αυτό που μου δίνεις στο κρεβάτι δεν μου το δίνει κανείς και το πάθος που ανάβει μεταξύ μας κάθε φορά που βρισκόμαστε, είναι μοναδικό. Μπορεί να μην ξέρουμε πολλά ο ένας για τον άλλο και τα πράγματα να ήρθαν έτσι που ένα καλοκαιρινό αθώο φλερτ να κατέληξε στην πιο γλυκιά απιστία…
Αν και υπήρξε παύση στο λόγο της ο Στράτος δεν μίλησε. Πρώτη φορά την άκουγε να του μιλάει τόσο ειλικρινά και να του εξομολογείται τον έρωτά της.

– Είμαι έγκυος.
Εκεί γούρλωσε τα μάτια και την κοίταξε όλο έκπληξη. Δεν ήξερε τι να κάνει.
– Είναι του Αποστόλη. Αυτό ήρθα να σου πω και να φύγω.

Ο Στράτος την έπιασε από το μπράτσο και δεν την άφησε να φύγει. Με βλέμμα σκληρό, που ποτέ δεν το είχε δει η Θωμαή και ομολογουμένως την τρόμαξε, την πρόσταξε να κάτσει στη θέση της.
– Είπες ό,τι είχες να πεις, ήρθε η σειρά μου τώρα! της είπε αναψοκοκκινισμένος, προσπαθώντας να κρατήσει χαμηλά τον τόνο της φωνής του
– Ήθελα να σου μιλήσω κι εγώ σήμερα για να λήξει πια αυτή η ιστορία! Δεν γίνεται σαν σειρήνα να με μαγεύεις κάθε φορά που στέκεσαι δίπλα μου και μετά να εξαφανίζεσαι! Και τώρα μου λες ότι πλάγιαζες και με τους δύο μας! Πόσο ανασφαλής είσαι πια; Δεν θέλω να σε ξαναδώ! Με πλήγωσες πολύ Θωμαή… Με πλήγωσες πολύ…, της είπε και με βουρκωμένα μάτια άφησε ένα εικοσάρικο στο μπαρ κι έφυγε.

Η Θωμαή έμεινε μόνη της και έβαλε τα κλάματα. Μέσα σε ένα μπαρ γεμάτο κόσμο και χαλαρωτική μουσική, εκείνη ένιωθε τόσο πιεσμένη και μόνη… Τι να του έλεγε; Ότι το παιδί ήταν δικό του; Ότι δεν είχε πάει με άλλον άντρα από τη στιγμή που την κοίταξε στα μάτια και το ίδιο βράδυ έγιναν ένα; Ότι τον αγάπησε όσο τον πόθησε; Αλλά και ο Αποστόλης τι έφταιγε; Που στεκόταν κερί αναμμένο δίπλα της και της προσέφερε όλες τις ανέσεις… Όχι μόνο υλικές. Ήταν εκεί, με υπομονή, να τη στηρίξει μετά την αποβολή, να ανεχτεί την αλλαγή της συμπεριφοράς της, όλα!

Σκούπισε με το μανίκι της τα δάκρυά της και γύρισε σπίτι της. Ο Αποστόλης ήταν εκεί.
-Καλώς την. Πώς πήγε η δουλειά;
-Αποστόλη μου, δεν θέλω τίποτε άλλο απόψε. Μόνο να πάμε στο κρεβάτι μας.

Ο Αποστόλης χάρηκε πάρα πολύ με τις λέξεις που βγήκαν από το στόμα της Θωμαής.
Έπρεπε κάπως να δικαιολογήσει την σύλληψη… Ήταν το πιο δύσκολο βράδυ της ζωής της! Ναι, ήταν ο άντρας της, μα δεν τον ποθούσε πια και γι’ αυτό έπρεπε να προσποιηθεί ότι της αρέσει κάθε άγγιγμα, κάθε φιλί, η ίδια η πράξη.
Έκανε ένα κρύο ντουζ και έτριβε ξανά και ξανά το κορμί της να ‘βγάλει’ από πάνω της τη μυρωδιά του Αποστόλη και έκλαψε πολύ, πάρα πολύ.

*****
Μετά από λίγες βδομάδες ανακοίνωσε την εγκυμοσύνη της και η χαρά του Αποστόλη ήταν ανείπωτη.
Όμως τώρα και η Θωμαή ένιωθε πιο καλά.
Πλέον θα έφερνε στον κόσμο ένα πλάσμα που για εκείνη θα συμβόλιζε για πάντα τον μεγάλο της έρωτα!
Κι ας το ήξερε μόνο αυτή και το ‘φασολάκι’ της…

Αγγελική Ανδριοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading