Τ’ αποφόρια

Είκοσι επτά χρονών ήταν η Βούλα όταν χήρεψε. Ο άντρας της, ο Παναγιώτης, ήταν ο εφηβικός της έρωτας. Ήταν συντοπίτες από ένα πανέμορφο παραθαλάσσιο χωριουδάκι της Πελοποννήσου. Οι δουλειές λιγοστές και οι προοπτικές για ένα νέο ζευγάρι δυσοίωνες. Ο πατέρας της Βούλας πούλησε τα χωράφια του και αγόρασε στη θυγατέρα του ένα δυαράκι στην Πλατεία Αμερικής.
Τον Παναγιώτη τον πήρε στη δούλεψή του ένας κουμπάρος του που ήταν στην οικοδομή. Μετακόμισαν λοιπόν μετά το γάμο στη ‘μεγάλη πόλη’. Η Βούλα έμεινε αμέσως έγκυος. Με δόσεις είχαν αγοράσει τα απαραίτητα για το μικρό τους διαμέρισμα. Όταν γεννήθηκε ο Χρήστος τους, τα πάντα ήταν στην εντέλεια. Ο Παναγιώτης δούλευε μεροκάματο και η Βούλα ανέσταινε τον μονάκριβό τους. Σαν πριγκιπόπουλο τον είχαν.

Εφτά χρονών ήταν το παιδί, μόλις είχε αρχίσει τη Β’ δημοτικού, όταν έφτασε στην πολυκατοικία το κακό μαντάτο. Ο Παναγιώτης έπεσε από την οικοδομή και σκοτώθηκε. Της ήρθε ο ουρανός σφοντύλι της Βούλας. Τόσο νέα, με ένα μικρό παιδί και μόνη. Τα έξοδα έτρεχαν. Ο πατέρας της τής παράγγειλε να νοικιάσει το διαμέρισμα και να γυρίσει στο χωριό. Εκεί οι γονείς της και ο αδελφός της θα μπορούσαν να τη συνδράμουν. Ούτε να τη διανοηθεί αυτή τη λύση η Βούλα. Ο γιος της ήταν άριστος μαθητής και ένα χαρισματικό παιδί. Είχε τη σειρά του. Το μικρό της ψαροχώρι είχε ελάχιστους κατοίκους και το σχολείο είχε πια κλείσει ελλείψει παιδιών. Δε θα στερούσε από το παιδί της τις ευκαιρίες που θα μπορούσε να του προσφέρει η πρωτεύουσα.

Μόλις πέρασε το αρχικό σοκ, ανασκουμπώθηκε. Ανάκτησε την αυτοκυριαρχία της, οπλίστηκε με θάρρος και με πείσμα και έστυψε το μυαλό της να βρει λύσεις. Σπίτι δικό της είχε. Η απαλλαγή από το ενοίκιο ήταν μεγάλο ατού. Οι δόσεις είχαν εξοφληθεί για τα έπιπλα και την οικοσκευή. Η Βούλα ήταν οικονόμα. Δεν έκανε σπατάλες, ούτε ξόδευε σε λούσα και εξόδους. Δεν είχε κομπόδεμα, ούτε όμως χρωστούσε. Υπήρχαν βέβαια τα έξοδα της καθημερινότητας και οι λογαριασμοί που αθροίζονταν σε ένα σεβαστό μηνιαίο ποσό.
Οκτώ χρόνια στην πολυκατοικία είχε γνωρίσει αρκετές κυρίες με τις οποίες κατά καιρούς έπιναν καφέ. Πότε στο σπίτι της μιας και πότε στης άλλης. Οι περισσότερες διέθεταν μεγαλύτερα διαμερίσματα από το δικό της και ήταν σαφώς σε καλύτερη οικονομική κατάσταση.
Η Βούλα δεν ήθελε ελεημοσύνη και λύπηση. Ήταν περήφανη κοπέλα. Να δουλέψει ήθελε. Μόρφωση και εξειδικευμένες γνώσεις δεν διέθετε. Ήξερε ωστόσο τα πάντα από νοικοκυροσύνη. Παρακάλεσε τις ‘άλλοτε’ φίλες της να της δώσουν δουλειά και να καθαρίζει τα σπίτια τους. Ανέλαβε και τις σκάλες της πολυκατοικίας.

Η Καίτη, που είχε το ρετιρέ, αμέσως δέχτηκε. «Και βέβαια χρυσό μου! Και έψαχνα μια παραδουλεύτρα εμπιστοσύνης!», της είπε όλο στόμφο και έπαρση όταν η Βούλα της έκανε δειλά δειλά νύξη. Ο άντρας της είχε μεγάλη αντιπροσωπεία αυτοκινήτων και είχαν χρήμα με ουρά. Είχε κι αυτή ένα γιο, το Μάνο, που τον είχε κάνει σαν τα μούτρα της. Ήταν συνομήλικος του Χρήστου. Ο Μάνος βέβαια πήγαινε σε πανάκριβο ιδιωτικό σχολείο. Στα γράμματα ήταν ‘ντουβάρι’. Πόσες εκθέσεις του είχε γράψει ο Χρήστος και πόσα προβλήματα μαθηματικών του είχε λύσει στη διάρκεια των μαθητικών τους χρόνων.

Πολλές φορές, αφού τελείωνε το καθάρισμα, η Βούλα έφευγε από το σπίτι της Καίτης με μια τσάντα αποφόρια του Μάνου. Τα παιδιά είχαν παρόμοιο ύψος και σωματότυπο. Τα πρώτα ρούχα ήταν σε άψογη κατάσταση. Μετά όμως, όταν ο Μάνος κατάλαβε ότι τα ‘παλιά’ του ρούχα πήγαιναν στον Χρήστο, τον οποίο δεν χώνευε καθόλου, άρχισε να τα καταστρέφει. Άλλα τα έσκιζε, άλλα άρχισε να τα λεκιάζει σε εμφανή σημεία με υλικά που δεν καθάριζαν, ώστε να φαίνονταν ελαττωματικά όταν τα φορούσε ο ‘φίλος’ του ο Χρήστος. Η καημένη η Βούλα τα μπάλωνε και τα μεταποιούσε όπως μπορούσε καλύτερα, γιατί δεν περίσσευε ούτε μια δραχμή για καινούργια ρούχα. Δεν υπήρχε τα χρόνια εκείνα το fast fashion, όπως σήμερα, που μπορεί κανείς να βρει οικονομική ένδυση. Έτσι, λοιπόν, ο Χρήστος έβγαλε όλο το σχολείο φορώντας τα αποφόρια του Μάνου.

Ο Μάνος διέθετε κακή ποιότητα χαρακτήρα από πολύ μικρός. Μεγαλώνοντας έμπλεξε με κακές παρέες, απέκτησε επικίνδυνες εξαρτήσεις όπως το αλκοόλ και τη τον τζόγο, ‘εφαγε’ τα λεφτά του πατέρα του, φαλίρισε την οικογενειακή επιχείρηση και οδήγησε τους γονείς του σε ένα πρόωρο θάνατο λόγω της στεναχώριας και της άθλιας οικονομικής κατάστασης. Έφυγαν από το ρετιρέ και μετακόμισαν στο δυαράκι της Βούλας, η οποία με τη σειρά της είχε αναγκαστεί σε κάποια φάση να το πουλήσει γιατί χρειαζόταν τα χρήματα. Η οικογένεια του Μάνου στεκόταν καλούτσικα ακόμα οικονομικά όταν το αγόρασε. Αυτό το δυαράκι ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που τους έμεινε στο τέλος. Πριν λίγο καιρό το έχασε κι αυτό στα χαρτιά ο Μάνος. Ευελπιστούσε όμως με λίγη τύχη να ‘ρεφάρει’.

Κάποια παραμονή της πρωτοχρονιάς, που η θερμοκρασία ήταν υπό το μηδέν, εμφανίστηκε στα ‘Επέιγοντα’ δημόσιου νοσοκομείου με έντονο βήχα και φανερά καταβεβλημένος ο Μάνος.
‘Γράψε μια αντιβίωση να φύγω και σβέλτα’, διέταξε με ύφος βλοσυρό τον ειδικευόμενο γιατρό που βρισκόταν σε εφημερία. Την προσταγή δεν την ‘έβγαλε’ με την πρώτη, καθώς μεσολάβησε παροξυσμός και πτύση κιτρινοπράσινων φλεμάτων.

«Δε γίνεται κύριε να φύγετε! Είστε βαριά άρρωστος! Πρέπει να γίνει εισαγωγή!» επέμεινε ο γιατρός.
Ο Μάνος ήταν ανένδοτος.
«Απόψε θα γίνει μεγάλος ντόρος! Παραμονή πρωτοχρονιάς είναι. Δε θα χάσω μια τέτοια ευκαιρία να τα οικονομήσω. Έχω κανονίσει μεγάλο παιχνίδι…», ‘εξήγησε’ στον αδαή γιατρουδάκο, όπως τον χαρακτήριζε από μέσα του ο Μάνος. Όλες αυτές τις φράσεις βέβαια είχε κατακοκκινήσει από το βήχα για να τις ‘βγάλει’.

Ο ειδικευόμενος, μην μπορώντας να πάρει πάνω του την ευθύνη, κάλεσε επειγόντως τον επιμελητή γιατρό, ο οποίος είχε μόλις τελειώσει τη βάρδια του και ήταν έτοιμος να αναχωρήσει για το σπίτι του και να ‘αλλάξει τον χρόνο’ με την οικογένειά του.
«Τι έχουμε εδώ; Γιατί ο κύριος δε συνεργάζεται; Η ακτινογραφία σας…», ξεκίνησε να εξηγεί ο επικεφαλής γιατρός όταν διεκόπη ξαφνικά από μια φωνή που έμοιαζε με ιαχή.
«Ρε Χρήστο εσύ είσαι;!!!», κραύγασε ο ασθενής.
«Ο Χρήστος ο Βέργος δεν είσαι;», επέμενε.
Η έκπληξη του γιατρού, ο οποίος ήταν όντως αυτός που διατεινόταν ο άντρας, μεγάλωνε καθώς αδυνατούσε να αναγνωρίσει αυτόν τον ρακένδυτο, ταλαιπωρημένο άντρα, που του μιλούσε με άνεση στον ενικό.

«Ο Μάνος είμαι ρε μαλάκα!», κατάφερε να πει πριν τον ξαναπιάσει βήχας.
Ο Χρήστος ακόμα να αναγνωρίσει τον άντρα.
«Ο Μάνος ο Αποστολόπουλος είμαι ρε, ο Μάνος από την Πλατεία Αμερικής», επεξήγησε ο ασθενής ασθμαίνοντας.

Στήλη άλατος έμεινε ο Χρήστος. Είχε μπροστά του το πλουσιόπαιδο που του έκανε bullying καθ’ όλη τη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας. Ούτε καν σκιά του άλλοτε παντοδύναμου εαυτού του δεν ήταν.
«Μάνο…», κατάφερε να ψελλίσει, ενεός, ο Χρήστος.
«Ασ’ τα φίλε… Ήρθαν τα πάνω κάτω στη δική μου ζωή. Συ όμως βλέπω έπιασες την καλή…», σχολίασε με μία τεράστια δόση ειρωνείας και διάχυτης ζήλιας.

Ο Χρήστος είχε όντως αλλάξει τη ζωή του προς το καλύτερο. Σπούδασε ιατρός και έκανε μετεκπαίδευση στο εξωτερικό. Γι’ αυτό πούλησε τότε η Βούλα το δυάρι, για το μεταπτυχιακό του Χρήστου της.

Αφού ξεπεράστηκε το πρώτο σοκ, η συζήτηση συνεχίστηκε.
«Αφού επιμένεις να φύγεις, πάμε στο γραφείο μου να σου γράψω μια δυνατή αγωγή. Θα υποσχεθείς όμως ότι θα την ακολουθήσεις», επέμεινε ο Χρήστος.

Όταν έφτασαν, ο Μάνος πρόσεξε πάνω στο γραφείο του Χρήστου τη φωτογραφία της Σόφης. Η Σόφη ήταν το ‘επίσημο’ κορίτσι του χρόνια πριν. Ένα πανέμορφο και καλοσυνάτο πλάσμα που πλήγωσε με το χειρότερο τρόπο. Ο Χρήστος τη βοήθησε να σταθεί στα πόδια της μετά τον άσχημο χωρισμό της με το Μάνο και αρκετό καιρό αργότερα έγιναν ζευγάρι. Είχαν αποκτήσει, μετά από αρκετές προσπάθειες εξωσωματικής δίδυμα. Ο Μάνος είχε αναγκάσει το κορίτσι να προβεί σε αμβλώσεις το διάστημα που ήταν μαζί. Στην τελευταία μάλιστα κινδύνευσε η ζωή της.

«Μάνο, έξω κάνει ψοφόκρυο. Είσαι πολύ ελαφρά ντυμένος. Εδώ έχω ένα δέμα που ετοίμασε η γυναίκα μου με ρούχα. Θα τα έδινα κάτω στην κοινωνική υπηρεσία για ασθενείς που έχουν ανάγκη. Είναι όλα σε άριστη κατάσταση. Έχει πουλόβερ και ένα ολόμαλλο παλτό. Σε παρακαλώ πάρ’ τα να τα βάλεις».
«Ευχαριστώ ρε φίλε θα τα πάρω, μη με γυρίσει σε καμιά πνευμονία. Μακάρι να είναι και γούρικα και να κερδίσω απόψε στο χαρτί».

Χαιρετήθηκαν και ο Μάνος αποχώρησε. Βγαίνοντας από το νοσοκομείο φόρεσε το παλτό του παλιού του ‘φίλου’.
«Για κοίτα ρε πούstη μου πού κατάντησα! Να κυκλοφορώ με τα αποφόρια του Χρήστου!», μουρμούρισε ο Μάνος στο δρόμο για την χαρτοπαιχτική λέσχη.

Αναστασία Λαζαράκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading