Η Χλόη θα παντρευόταν τον άντρα που της υπέδειξε ο πατέρας της, πώς θα μπορούσε να κάνει και διαφορετικά; Δεν ήθελε φασαρίες, ούτε προβλήματα, δεν ήταν της επανάστασης, δεν ήταν στη φύση της, εξάλλου ήταν το καλό παιδί της οικογένειας. Από την άλλη δεν πίστευε στις αγάπες και τα λουλούδια, κάπως την πείσανε ότι αυτά σε οδηγούν μοιραία στην καταστροφή, υπήρχε όμως αμοιβαία εκτίμηση και σεβασμός μεταξύ τους κι αυτό της αρκούσε. Ένα παραπάνω, με αυτό το γάμο θα έφευγε μακριά από την καταπίεση, την αυστηρότητα και την αλαζονεία του πατέρα, ίσως βοηθούσε και κάπως η απόσταση την κατάσταση της μητέρας της, ίσως με την απουσία, την έλλειψη του παιδιού της ερχόταν στα συγκαλά της και την αναζητούσε, ακόμη ίσως θα μπορούσε να την πείσει να πάει κοντά τους.
Χρόνια τώρα η μαμά της απείχε από οτιδήποτε, κλεισμένη στα ιδιαίτερά της ολημερίς, διαρκώς με δικαιολογίες για την κακή της υγεία, δεν είχε ποτέ χρόνο και όρεξη να ενδιαφερθεί για τίποτα άλλο. Υπήρχαν στιγμές που η Χλόη ξεχνούσε και την ύπαρξή της, πολλές φορές ξαφνιαζόταν όταν εμφανιζόταν από το πουθενά μπροστά της αθόρυβα, χλομή και άνευρη σαν φάντασμα. Κάποιες προσπάθειες από την ίδια να έρθουν πιο κοντά σαν μαμά με κόρη, έστω να επικοινωνήσουν κάπως, ή ίσως να δούνε κάποιον ειδικό πέσανε στο κενό, ο πατέρας της δεν ήθελε καν να το συζητήσει αδιαφορώντας για όλη την κατάσταση που επικρατούσε, η ίδια η μητέρα της απλώς αποχωρούσε στην κάμαρή της προφασιζόμενη ακόμη έναν πόνο.
Έτσι ένα ανοιξιάτικο πρωινό πήρε τις βαλίτσες της, τον σύζυγό της κι ένα βελούδινο κόκκινο κουτί, που έβαλε με το ζόρι αλλά διακριτικά η μητέρα της, δείχνοντας κάποια σημάδια ζωής μετά από πολλά χρόνια, στα χέρια της τελευταία στιγμή και ξεκίνησε να γνωρίσει τη νέα της ζωή. Ανέβηκε στο πλοίο αποφασιστικά διώχνοντας κάθε αρνητική σκέψη και μετά από μήνες έφτασε στην πατρίδα του συζύγου της, έκπληκτη και εντυπωσιασμένη με όσα είδε και με την εγκάρδια υποδοχή από τους γονείς του συζύγου της και τους φίλους, συνειδητοποίησε ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Προσαρμόστηκε στα πάντα πολύ γρήγορα, ακόμη και την άγνωστη γλώσσα την μίλησε σχεδόν αμέσως, όσο για τα πεθερικά της, ήταν ακριβώς το αντίθετο από αυτό που ήταν οι γονείς της, βρήκε την αγάπη και το ενδιαφέρον που λαχταρούσε. Συνάμα και οι δουλειές του συζύγου πήγαιναν περίφημα. Η ζωή τους κυλούσε υπέροχα και ευτυχισμένα παρά τις άκαρπες προσπάθειες να αποκτήσουν παιδιά, αλλά η Χλόη δεν το έβαζε κάτω. ‘Κι αν δεν μπορέσουμε να αποκτήσουμε παιδί, θα υιοθετήσουμε και ένα και δύο και όσα θέλουμε!’ έλεγε χαμογελώντας στον Τόμας κι εκείνος την αγκάλιαζε τρυφερά λέγοντας ‘Και δέκα, γιατί όχι; Το σπίτι είναι τόσο μεγάλο που χωράει τόση χαρά άνετα!’.
Πράγματι το ζευγάρι απευθύνθηκε σε όλα τα ορφανοτροφεία της περιοχής, η υιοθεσία όμως ήταν αρκετά δύσκολη και χρονοβόρα υπόθεση, παρότι ο σύζυγός της ήταν επιφανής πολίτης. Χρειάστηκε τελικά να περάσουν μερικά χρόνια για να τους ειδοποιήσουν πως ήρθε η ώρα να γίνουν γονείς, όχι μόνο για ένα, αλλά για δύο παιδιά και μια ανακαίνιση του πάνω ορόφου ώστε να ετοιμαστούν τα παιδικά δωμάτια, ήταν η αιτία να βρει σε μια γωνιά καταχωνιασμένο και ξεχασμένο το κόκκινο βελούδινο κουτί που της έδωσε η μαμά της με το ζόρι τη μέρα που έφυγε για πάντα από το πατρικό της.
Φωτογραφίες κιτρινισμένες, φθαρμένες, θολές οι γονείς της, αυτή, σε κάποιες ένα αρκετά μεγαλύτερο κορίτσι από την ίδια δίπλα τους, σε μια ήταν η ίδια πολύ μικρή και το άγνωστο κορίτσι την κρατούσε στην αγκαλιά της. Κοίταξε προσεκτικά όσο μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπό της, της φάνηκε πως μοιάζανε, μάλλον ήταν η αδερφή της κάπου στα δεκάξι που πέθανε από βαριά αρρώστια, όπως της είχαν πει οι γονείς της. Δεν τη θυμόταν πολύ καλά, κάτι σκόρπιες θύμησες, ένα παιδικό τραγουδάκι, ξανθά μακριά μαλλιά, γέλια, πολύ καιρό μετά άκουγε μόνο κλάματα και φωνές. Ποτέ δεν έμαθε λεπτομέρειες για την αδερφή της, όσο κι αν ρώτησε τους γονείς της, κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτήν, ξαφνικά μια μέρα τα πράγματά της δεν ήταν πια στο δωμάτιο, οι φωτογραφίες εξαφανίστηκαν και έμοιαζε σαν να μην υπήρξε ποτέ. Ο πατέρας απαγόρεψε οποιαδήποτε αναφορά και ερώτηση στο πρόσωπό της, η μητέρα από την άλλη διαρκώς είχε πονοκεφάλους και αποτραβιόταν στο δωμάτιό της. Η Χλόη σεβάστηκε αυτή την κατάσταση, προφανώς τον πόνο τους και δεν ξαναμίλησε για την αδερφή της ποτέ ξανά.
Μέσα στο σωρό καθώς έψαχνε, μια φωτογραφία της τράβηξε ιδιαίτερα την προσοχή, δύο ξανθά κορίτσια κοντά στην ηλικία μεταξύ τους, αγκάλιαζαν σφιχτά τα πόδια μιας κοπέλας. Τα ρούχα τους φτωχικά, τα πρόσωπά τους αποστεωμένα, ξυπόλυτα. Η κοπέλα ήταν απεριποίητη, τα λίγα ξανθά μαλλιά που της είχαν απομείνει ήταν βρώμικα και κολλημένα στο πρόσωπό της, φαινόταν κουρασμένη, πως με το ζόρι στεκόταν όρθια, υποβασταζόμενη στους ώμους των παιδιών. Έδειχνε άρρωστη, πολύ αδύνατη, καμία από τις τρεις δεν κοιτούσε το φακό, ήταν ξεκάθαρο πως κάποιος τράβηξε την φωτογραφία χωρίς να το γνωρίζουν, κι όσο την παρατηρούσε τόσο κάτι της θύμιζε η μορφή της. Γύρισε τη φωτογραφία με τρεμάμενο χέρι ελπίζοντας σε κάποιο στοιχείο κι αντίκρυσε έκπληκτη τα όμορφα καλλιγραφικά γράμματα της μαμάς της που έγραφαν Αυγή, Χρυσή, Δροσιά. Ημερομηνίες γέννησης, το ονοματεπώνυμο ενός άντρα και με κεφαλαία ‘ΝΑ ΤΙΣ ΒΡΕΙΣ’. Άφωνη και έκπληκτη η Χλόη αναρωτιόταν πώς είναι δυνατόν να είναι η αδερφή της αυτή, ζούσε τελικά; Δεν ήταν άρρωστη; Δεν πέθανε; Κι όχι μόνο ζούσε, αλλά είχε παντρευτεί και είχε παιδιά; Και πού ήταν τόσα χρόνια; Γιατί δεν ήρθε σε επαφή; Τι είχε συμβεί; Γιατί όλα αυτά; Ποιος να της απαντήσει, οι γονείς της που αρνήθηκαν την ύπαρξή της; Πού να τις βρει, πώς να τις βρει;
Η Χρυσή και η Δροσιά δεν έζησαν καλά, μεγάλωσαν χώρια χωρίς αγάπη, στοργή και φροντίδα, γνώρισαν ως το μεδούλι τους την κακιά πλευρά της ζωής, μα ένα τυχαίο γεγονός έγινε η αιτία για να αλλάξουν όλα. Όταν μπήκε αθόρυβα η Δροσιά ένα ξημέρωμα από το παραθύρι στο υπόγειο του σπιτιού που δούλευε η Χρυσή για να κλέψει, πού να φανταστεί ότι εκεί κοιμόταν η παραδουλεύτρα και πόσο μάλλον ότι αυτή ήταν και η αδερφή της… Μια στιγμή χρειάστηκε να δει το κοιμισμένο πρόσωπο και να της πέσει το μαχαίρι κάνοντας εκκωφαντικό θόρυβο στην υγρή πέτρα, δυο ζευγάρια μάτια συναντήθηκαν στο φως του κεριού, εκεί, στο κρύο υπόγειο και γέμισαν δάκρυα, τα λόγια περιττά, πέσανε η μία στην αγκαλιά της άλλης. Ξαφνικά η ζωή πήρε άλλη ρότα, ο δρόμος που περπάτησαν μαζί τα έκανε όλα πιο εύκολα και ανεκτά και τους έφερε εκεί που έπρεπε κι όλα μπήκαν στη θέση τους. Μετά από λίγο καιρό τα δύο ορφανά ταξίδεψαν, υπό διαφορετικές συνθήκες αυτή τη φορά, προς υιοθεσία, φτάνοντας σε ένα πολύ μακρινό λιμάνι από τα μέρη τους. Ο ξένος τόπος τους υποδέχτηκε φιλόξενα χωρίς ίχνος βροχής και κρύου, κι οι άνθρωποι εκεί έδειχναν καλοταϊσμένοι, χαρούμενοι, καλοί. Πολλά παιδιά παίζανε και τρέχανε ευτυχισμένα ανάμεσα στους απλωμένους πάγκους με τα χίλια δυο καλούδια, που για πρώτη φορά στη ζωή τους βλέπανε τα κορίτσια. Σκεπασμένα με ζεστές μοσχοβολιστές κουβέρτες, δύο αχθοφόροι μετέφεραν από το πλοίο αγκαλιά τα ταλαιπωρημένα παιδιά, με μεγάλη προσοχή και ευλάβεια τ’ ακούμπησαν στα βελούδινα ευρύχωρα καθίσματα μιας άμαξας. Δυο ζευγάρια γαλανά μάτια την περιεργαζόταν με φόβο και απορία, κάτι τους είπε με απαλή φωνή τραγουδιστή, μα δεν έδωσαν σημασία στις λέξεις, έμοιαζε τόσο με τη φωνή της μαμάς και τα μάτια! Ξάφνου μια μυρωδιά γνώριμη γέμισε την άμαξα κι έφτασε στα ρουθούνια τους, χαμομήλι, σαν τη μυρωδιά των μαλλιών της Αυγής κάποια ευτυχισμένα καλοκαίρια όταν ήταν ακόμη καλά. Της χαμογέλασαν, ένιωσαν ασφαλείς για πρώτη φορά μετά από πολύ πολύ καιρό, τα βλέφαρα βάρυναν, γρήγορα ο ύπνος τις πήρε στην αγκαλιά του, ο ήλιος άρχισε να ανεβαίνει ψηλότερα ολόλαμπρος, ο ουρανός ήταν ολοκάθαρος χωρίς ίχνος σύννεφου. Χρωματιστές πεταλούδες τους συνόδευσαν στροβιλίζοντας γύρω τους σε όλη τη διαδρομή.
Αφού έλεγξε η Χλόη τα κορίτσια αν ήταν άνετα και σκεπασμένα καλά, τακτοποιήθηκε ανάμεσά τους απλώνοντας τα χέρια της στην καθεμιά σαν φτερούγες προστασίας, τις κοίταξε καθησυχαστικά χαμογελώντας ευτυχισμένη.
‘Τις βρήκα μαμά!’, ‘Αυγή είναι μαζί μου, για πάντα!’ ψιθύρισε και χαρούμενη χτύπησε την οροφή της άμαξας με τον ομπρελίνο της. Έξι λευκά άλογα ξεχύθηκαν να καλπάσουν προς τη νέα ζωή των κοριτσιών, κι ευθύς η άμαξα γέμισε ξανά με μυρωδιά χαμομήλι.
Magic Garden
Τέλος
