Τέρμα Θεού, αρχές Αλλάχ – 1

– Έβρο με στέλνουν ρε μaλάkα! Έβρο!

– Ηρέμησε ρε αδερφέ! Υπάρχουν και χειρότερα… Σκέψου τον Αργύρη, που αναγκάστηκε να βγάλει ολόκληρη θητεία σε στρατόπεδο, 100 μέτρα απ’ το σπίτι του! Χα χα χα!

– Μη γελάς ρε γελοίε! Μα, στον Έβρο; Τέρμα Θεού ρε! Θα σαλτάρω!

– Μην κάνεις έτσι ρε Μάνο! Έλα να πιούμε καμιά μπύρα το βράδυ στο στέκι. Θα είναι όλοι εκεί. Έμαθαν τα χαμπέρια σου και θέλουν να σ’ αποχαιρετήσουν.

– Ν’ αρχίσουν την καζούρα εννοείς!

– Έλα ρε συ, άμα δεν κάνουμε και λίγη πλακίτσα, βγαίνει; Έλα, θα περάσουμε καλά!

Ο Μάνος έκλεισε το τηλέφωνο και βλαστήμησε χαμηλόφωνα, μην τυχόν και τον ακούσει η μάνα του, που πάντα ήταν θεούσα, μα από τότε που έχασε τον άντρα της, τον πατέρα του, το είχε ρίξει στις νηστείες και τις προσευχές νυχθημερόν. Όταν έμαθε κι εκείνη, η κυρά Χαρίκλεια, για την μετάθεση του γιού της, φαρμακώθηκε, μα δεν ήθελε να το δείξει, τον έβλεπε ήδη τσιτωμένο. “Να μην στεναχωριέσαι παλικάρι μου, όλα για τους ανθρώπους είναι. Λίγος είναι ο καιρός, θα δεις! Ούτε θα καταλάβεις το πότε θα απολυθείς. Έχεις και τη μειωμένη θητεία σαν προστάτης, νεράκι θα περάσει ο καιρός!” του είχε πει. Προστάτης τάχα και μαλαkίεs… Δηλαδή αν δεν θεωρούνταν προστάτης οικογενείας, πού θα τον έστελναν;

Ντυμένος στα χακί, ακουμπισμένος στο παράθυρο του τρένου, προσπαθούσε να μην βάλει τα κλάματα. Στο λαιμό του είχε σταθεί αυτή η μετάθεση. Μα… Αθήνα, Ναύπλιο και μετά Έβρο; Όλοι είχαν έρθει να τον αποχαιρετήσουν, οι φίλοι του, και οι δυο από καταβολής κόσμου κολλητοί του, η μάνα του, όρθια σε μια γωνιά, μ’ ένα χαρτομάντηλο στο δεξί της χέρι – έτοιμη να τα μπήξει με το που άκουγε το σφύριγμα του τρένου, ο θείος του, ο αδερφός του πατέρα του και οι δυο αγαπημένες ξαδέρφες του, που είχαν μεγαλώσει μαζί και περισσότερο για αδερφές τις λογάριαζε. Όλοι… όλοι εκτός από εκείνη, την Μυρτώ, που τάχα τον αγαπούσε, τάχα τον σκεφτόταν και τάχα δεν άντεχε τους αποχωρισμούς. Ενάμιση χρόνο μαζί και μια φορά δεν πήγε σ’ ένα επισκεπτήριο να τον δει. “Είναι πολύ μακριά ρε μωρό! Πώς να έρθω από Σαλονίκη;” του είχε πει μια φορά, μασώντας τσίχλα επιδεικτικά ως συνήθως. Το πώς είχε κρατηθεί και δεν της είχε πάρει την τσίχλα απ’ το στόμα να την κολλήσει στα μαλλιά της να μη βγαίνει ούτε με τάμα, δεν ήξερε! Η απόσταση που είχαν από τότε που πήγε στο στρατό, είχε ξεκάθαρα δείξει πως η μεταξύ τους ιστορία δεν θα προχωρούσε πολύ, θέμα χρόνου ήταν να το λήξουν. Ψυχορραγούσαν τα όποια συναισθήματα είχαν κι οι δυο στις αρχές, μα θα έμπαιναν όλα στη θέση τους όταν με το καλό απολυόταν, εκτός αν του την έκανε εκείνη νωρίτερα, κάτι που δεν θα τον εξέπληττε καθόλου, γιατί την έβλεπε, είχε αλλάξει…

Ανάθεμα τώρα πότε θα ξαναπήγαινε Θεσσαλονίκη! Χάθηκε ο κόσμος να είχε κι αυτός ένα μέσον να μην τον στείλουν εκεί; Να, σαν τον Αργύρη, που έβγαλε σχεδόν όλη τη θητεία του δίπλα στο σπίτι του. Στη σκοπιά εμφανιζόταν η μάνα του με ταπεράκι κι όλοι οι άλλοι έκλαιγαν απ’ τα γέλια. Ας γελούσαν και μ’ αυτόν, δεν τον πείραζε… Να ήταν μόνο δίπλα στο σπίτι του, να έβλεπε τη μάνα του, που ζούσε μοναχή της και πάντα την είχε έγνοια. Να έβλεπε τα κολλητάρια πού και πού, έστω για μια ώρα σκαστός. Κι ίσως και με την Μυρτώ να ήταν αλλιώς τα πράγματα αν δεν είχε φύγει. Αυτή η απόσταση τους είχε διαλύσει… ‘Τράβα τώρα μaλάkα Μάνο να φυλάς τα σύνορα, δίπλα στην Τουρκιά!’.

– Θα σαλτάρω Αργύρη! Θα σαλτάρω! Μας έχουν πεθάνει στα καψόνια και τις αγγαρείες κι έχουμε και να μας στέλνουν και στο φυλάκιο! 

– Εντάξει ρε φίλε, μη…

– Τι εντάξει ρε αδερφέ; Τι εντάξει; Ξέρεις τι θα πει φυλάκιο στον Έβρο; Στο ενάμιση μέτρο έχεις τον Τούρκο και χαιρετιέστε δια χειραψίας! 

– Θα πήξεις ψάρακα! Χα χα! άκουσε τη φωνή του Πέτρου, που καθόταν δίπλα στον Αργύρη

– Γελάτε! Γελάτε! Τη μάνα μου ρε να προσέχετε! Ακούτε ρεμάλια; 

– Φέρ’ τον εδώ! άρπαξε το κινητό ο Πέτρος απ’ τα χέρια του Αργύρη. Άκου μaλάkα! Την κυρά Χαρίκλεια, το ξέρεις, πάνω από μάνα μας την έχουμε! Κάθε μέρα περνάμε και τη βλέπουμε. Καλά είναι. Μόνο μην την στεναχωρείς όταν μιλάτε στο τηλέφωνο που κλαίγεσαι σα χαζογκόμενα! Μόνο εσύ πήγες φαντάρος; Άντε ηρέμησε λίγο! τον μάλωσε

– Δεν…

– Ακούς τι σου λέω; Ακούω τόση ώρα να γκρινιάζεις και να λες παπaρiές κι ο μaλάkαs ο Αργύρης προσπαθεί να σε παρηγορήσει κιόλας! Μην κλαίγεσαι σαν γκομενίτσα! Κάνε τη θητεία σου και τελείωνε να έρθεις Θεσσαλονίκη να το προχωρήσουμε με το μαγαζί που λέγαμε…

– Ρε! Τι λες τώρα; Βρήκες τα λεφτά; 

– Τα βρήκα ρε μaλάkα! Τα βρήκα! “Τα τρία αδέρφια” θα το πούμε, κατάλαβες; 

Κατάλαβα... είπε και σταμάτησε για λίγο να μιλάει, προσπαθώντας να πνίξει έναν λυγμό που είχε ανέβει στο λαιμό του.

Από πάντα το ονειρεύονταν αυτό το μαγαζί οι τρεις τους. Καφέ, μπουγάτσα και τα σχετικά. “Και το βράδυ μπύρες και κοκτέιλ!” έλεγε γελώντας ο Πέτρος, που απ’ τα 15 του δούλευε καλοκαίρια στο μαγαζί του θείου του και είχε μάθει τα πάντα για τα κοκτέιλ. “Και μπύρες και κοκτέιλ ρε φίλε! Ό,τι γουστάρεις!” του έλεγε γελώντας κι ο Μάνος, που κι αυτός απ’ τα 15 του δούλευε πότε από εδώ και πότε από εκεί, να μαζέψει το δικό του μερίδιο για το μαγαζί. Κι ο Αργύρης, που καμιά ανάγκη δεν είχε να γίνει συνέταιρος στο μαγαζί των ονείρων τους, γιατί οι γονείς του είχαν επιχειρήσεις και τον περίμεναν πώς και πώς να τις αναλάβει, σιγόνταρε τους δύο κολλητούς του κι ας ήξερε πως εντέλει μπορεί να αποχωρούσε απ’ τα “τρία αδέρφια”. Καλά κρυμμένη αλήθεια μέσα του πως καμιά φορά τους ζήλευε για το ότι είχαν όνειρα δικά τους, ολόδικά τους και την ευκαιρία να τα πραγματοποιήσουν. Τα δικά του μονοπάτια ήταν από πάντα προδιαγεγραμμένα, βατά και μάλλον εύκολα, μα προδιαγεγραμμένα κι αυτός ήταν ο λόγος που οι άλλοι δυο συχνά πυκνά τον πείραζαν. “Φίλε Αργύρη, πολύ σε σκεφτόμαστε που θα ζοριστείς τόσο στη ζωή σου! Να οδηγείς τις αμαξάρες του πατέρα σου, να μένεις στη σπιταρόνα σας και μια ωραία πρωία να γίνεις αφεντικό σε, βάλε με το νου σου πόσους, υπαλλήλους!”. Καλά κρυμμένη αλήθεια μέσα τους, πως καμιά φορά τον ζήλευαν που δεν θα έπρεπε ποτέ του να ζοριστεί ιδιαίτερα, σε αντίθεση μ’ αυτούς που συχνά δεν είχαν ψιλά ούτε για καφέ. Μα πόσο αγαπιόντουσαν μεταξύ τους και πόσο στεκόταν ο ένας στον άλλον στις δύσκολες στιγμές! Και παρά τις αντιθέσεις τους, είχαν δικούς τους κώδικες επικοινωνίας και κανείς δεν είχε καταφέρει να σπάσει το μεταξύ τους δέσιμο.

– Εξοδούχος επιτέλους ρε καρντάσια! ακούστηκε χαρούμενη η φωνή του Μάνου, όταν βγαίνοντας απ’ το στρατόπεδο τηλεφώνησε στους φίλους του

– Καλά να περάσεις αδερφέ! ακούστηκε παράξενη η φωνή του Αργύρη

– Πιες μια μπύρα στην υγειά μας! ακούστηκε απ’ το βάθος η φωνή του Πέτρου

– Όλα καλά εκεί; ρώτησε ο Μάνος και κάτι στη φωνή του έδειχνε πως είχε καταλάβει πως κάτι περίεργο συνέβαινε

– Όχι, όχι, όλα καλά! Θα τα πούμε κι όταν έρθεις από κοντά. Την άλλη βδομάδα δεν είναι η άδειά σου;

– Ναι, την άλλη βδομάδα… Έγινε κάτι;

– Όχι αδερφέ, τι να γίνει; Όλα κομπλέ! είπε διστακτικά ο Αργύρης

– Αργύρη τι έγινε; Η μάνα μου είναι καλά, τώρα μιλούσαμε. Είναι… Δεν είναι;

– Η κυρά Χαρίκλεια; Ναι ρε συ! Πετάει που ξέρει ότι θα σε δει σε λίγες μέρες! Πέρασα το μεσημέρι από εκεί και με φόρτωσε με πίτες και γλυκά!

– Τότε τι; επέμεινε ο Μάνος

– Τότε… τίποτα! Τίποτα ρε φίλε! Όλα είναι μια χαρά!

– Αργύρη, δώσε μου τον Πέτρο! είπε ο Μάνος αποφασιστικά, έκανε νόημα στους άλλους φαντάρους να προπορευτούν κι άναψε τσιγάρο

– Έλα ρε μaλάkα! Όλα καλά σου λέμε, τι σ’ έπιασε;

– Κόψε τα χαζά Πέτρο και λέγε τι έγινε! Κάτι με τη Μυρτώ, έτσι δεν είναι; Από χτες δεν απαντάει στο τηλέφωνο…

– Όχι ρε συ… Καλά είναι κι η Μυρτώ, την είδαμε χτες… δαγκώθηκε ο Πέτρος για μια στιγμή, προσπάθησε να παραμείνει ψύχραιμος και συνέχισε. Καλά είναι! Πολύ καλά! 

– Πέτρο λέγε… επέμεινε ο Μάνος

Κι ο Μάνος επέμεινε κι ο Πέτρος του μίλησε. Του τα είπε όλα! Πως η Μυρτώ τραβιέται μ’ έναν τύπο τελευταία και πως όταν την έπιασε να της μιλήσει, του μήνησε πως της είχε τελειώσει ό,τι ένιωθε για τον Μάνο. Πως ούτως ή άλλως σαν χωρισμένοι ήταν και πως όταν ο Μάνος επέστρεφε απ’ την άδεια, θα του εξηγούσε.

– Ξέρω πως τα έχετε σχεδόν σπάσει ρε Μάνο, αλλά μου την έδωσε να την βλέπω να κυκλοφορεί αγκαζέ με τον τύπο! Που δεν μου φταίει σε τίποτα ο άνθρωπος δηλαδή, αλλά εκείνη… δεν μπορούσε να περιμένει λίγο; Τόσο καιρό είστε μαζί! Δεν ξέρω ρε φίλε αν έπρεπε να στα πω, αλλά δεν την παλεύω να σου κρατάω τίποτα κρυφό, το ξέρεις…

– Όχι αδερφέ… καλά έκανες… Καλύτερα να ξέρω τι με περιμένει όταν κατέβω… Εντάξει, το περίμενα κιόλας… Καλά έκανες και μου μίλησες, όλα καλά, μην το σκέφτεσαι καν…

– Σίγουρα ρε φίλε;

– Σίγουρα ρε φίλε… 

Σχεδόν σηκωτό τον γύρισαν οι συνάδελφοί του στο στρατόπεδο. Κι έκαναν αμάν να τον περάσουν απ’ την πύλη χωρίς να καταλάβει κανείς πόσο πιωμένος ήταν. Γιατί με τη Μυρτώ είχαν από καιρό φτάσει στο τέλος, το ήξερε, μα ήταν σε τόσο ευάλωτη θέση το τελευταίο διάστημα… μακριά απ’ το σπίτι του, μακριά απ’ τη μάνα του, τους φίλους του, τη ζωή του… το τελευταίο που χρειαζόταν ήταν αυτό! Ας περίμενε να κατέβει Θεσσαλονίκη, να του ξηγηθεί στα ίσια κι ας έκανε ό,τι ήθελε μετά! Σχεδόν δυο χρόνια ήταν μαζί! Δεν μπορούσε λίγο να τον σεβαστεί;

Την επόμενη μέρα σερνόταν και μετά το μεσημεριανό φαγητό, που κάθισε να κάνει ένα τσιγάρο μ’ ένα συνάδελφό του, τον Κοσμά, τον ρώτησε για το προηγούμενο βράδυ.

– Δεν θυμάμαι τίποτα από ένα σημείο και μετά! Ένας Θεός ξέρει πόσο ήπια…

– Κι ο Θεός κι ο Αλλάχ αδερφέ! του είπε ο Κοσμάς γελώντας. Απ’ τη μια προσπαθούσαμε να σε μαζέψουμε εμείς κι απ’ την άλλη ο Μπόρα με την κόρη του!

– Ποιος; 

– Ο Μπόρα, ο τύπος που έχει το μαγαζί. Σε κοιτούσε ώρα που έπινες ό,τι πίνεται κι από ένα σημείο και μετά απαγόρευσε στην κόρη του να σου σερβίρει οτιδήποτε άλλο. Αφού ήπιες το μισό Βόσπορο σε αλκοόλ, σε ποτίζανε νερό ρε φίλε!

Ο Μάνος τον κοίταξε παραξενεμένος. Προσπαθούσε να φέρει στη μνήμη του όσα του έλεγε ο Κοσμάς, αλλά του φαινόταν αδύνατον. Θυμόταν το μαγαζί που είχαν καθίσει, θυμόταν που κατέβαζε το ένα ποτήρι μετά το άλλο, θυμόταν πόσο χάλια ήταν, μα του ήταν αδύνατον να θυμηθεί πώς έφυγαν απ’ το μαγαζί, πώς πέρασαν την πύλη και πώς βρέθηκε στο κρεβάτι του.

– Είναι ωραίος τύπος ο Μπόρα, τον ξέρω από τότε που παρουσιάστηκα εδώ. Σκέψου πως σε είδε πώς είσαι, με ρώτησε τι έπαθες κι όταν του είπα, στα κέρασε όλα. ‘Χαλάλι το παλικάρι μ’ αυτό που έπαθε’ είπε. 

Ο Μάνος κόλλησε το βλέμμα του στο χώμα. Ένιωσε ντροπή! Να εξευτελιστεί έτσι; Και γιατί; Για τη Μυρτώ;

– Πες μου ότι δεν έκανα καμιά μαλαkiα…

– Όχι ρε φίλε, κυριλέ ήσουν! Ούτε φασαρίες, ούτε τίποτα! Απλά καθόσουν στην καρέκλα σου, έπινες, κάπνιζες, αναστέναζες και πού και πού σκούπιζες κανένα δάκρυ! Εντάξει, ρόμπα έγινες, αλλά κυριλέ! Γaμηsέ την ρε! Όλες πουtaνeς είναι! είπε ο Κοσμάς, τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη κι έφυγε

Λίγες μέρες μετά, έπαιρνε επιτέλους την άδειά του. Είχε μπροστά του λίγες ώρες πριν φύγει το τρένο και νιώθοντας ακόμη άσχημα για το πώς είχε φερθεί εκείνο το βράδυ, αποφάσισε να πάει στο μαγαζί του Μπόρα. ‘Τουλάχιστον δεν δημιούργησα κανένα χοντρό σκηνικό! Αλλά ένα συγνώμη κι ένα ευχαριστώ το οφείλω σ’ αυτόν τον άνθρωπο’ σκεφτόταν όσο περπατούσε κατά ‘κει.

Όταν έφτασε, πήρε μια βαθιά ανάσα κι άνοιξε την πόρτα. Ήταν ακόμη πρωί και η βαριά μυρωδιά του ελληνικού καφέ γέμισε τα ρουθούνια του και τον έκανε να χαλαρώσει. Εντόπισε ένα άδειο τραπέζι, κάθισε, πήρε μια βαθιά ανάσα και σταύρωσε τα χέρια του. Ήλπιζε πως θα θυμόταν το πρόσωπο του άντρα, το τελευταίο που του χρειαζόταν ήταν ν’ αρχίσει τα συγνώμη και τα ευχαριστώ σε κανέναν άσχετο! Έκανε ένα γύρο με το βλέμμα του μπας και τον εντοπίσει. Τζίφος! Πέραν των λιγοστών πελατών, δεν έβλεπε κανέναν άλλον. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, μια ψιλόλιγνη φιγούρα, μ’ ένα μακρύ, καφετί φόρεμα και μια μαντήλα στις ίδιες αποχρώσεις, βγήκε απ’ την κουζίνα κρατώντας ένα δίσκο. Θα ρωτούσε εκείνη. Εκείνη θα ήξερε πού θα έβρισκε τον κύριο Μπόρα.

Η κοπέλα άφησε τους καφέδες στο διπλανό τραπέζι και γύρισε χαμογελαστή προς το μέρος του. Για κλάσματα δευτερολέπτου σαν να κόμπιασε, μα χαμήλωσε το βλέμμα και στάθηκε μπροστά του.

– Καλημέρα! του είπε χωρίς να τον κοιτάξει στα μάτια. Να σας φέρω κάτι; 

– Ναι… έναν καφέ παρακαλώ. Ελληνικό, σκέτο.

Η κοπέλα έγνεψε καταφατικά κι έκανε να φύγει.

– Με συγχωρείτε… μήπως γνωρίζετε πού μπορώ να βρω τον κύριο Μπόρα;

Η κοπέλα σήκωσε τα μάτια της και τα κόλλησε στα δικά του. Ξαφνιάστηκε ο Μάνος, σαν για λίγα δευτερόλεπτα να έκανε βουτιά σ’ έναν άλλο κόσμο, χαμένος στα σμαραγδί μάτια της. Πρώτη φορά έβλεπε τέτοια μάτια. Πρώτη φορά είχε κολλήσει τόσο μέσα σ’ ένα βλέμμα. Ένιωσε τα πόδια του να κόβονται. ‘Χαλάρωσε μaλάkα Μάνο κι εδώ δεν παίζουν. Πες της τι θέλεις, να φύγει από μπροστά σου, γιατί αν μείνει λίγο ακόμη προβλέπεται χοντρό μπλέξιμο!’ σκέφτηκε.

– Το μαγαζί του κυρίου Μπόρα δεν είναι; Έκανα λάθος; είπε προσπαθώντας να βρει την αυτοκυριαρχία του

– Ναι, ο Μπόρα είναι ο πατέρας μου. Θα έρθει το μεσημέρι. Σας θυμάμαι… είπε εκείνη και τις τελευταίες λέξεις σχεδόν τις ψιθύρισε, ήταν ξεκάθαρο πως είχε μετανιώσει που τις ξεστόμισε

– Ωχ! Δεν είναι πολύ καλό αυτό! γέλασε ο Μάνος, μα βλέποντάς την να κατεβάζει πάλι το βλέμμα στο πάτωμα, μαζεύτηκε. Με συγχωρείτε… Θα ήθελα απλά να του μιλήσω, να τον ευχαριστήσω που ήταν τόσο ευγενικός και γενναιόδωρος μαζί μου χωρίς καν να με γνωρίζει. Και φυσικά να του ζητήσω συγνώμη για την όποια αναστάτωση προκάλεσα…

– Δεν… δεν χρειάζεται. Ο μπαμπάς… θέλω να πω… Όπως θέλετε, μα μάλλον θα πρέπει να ξαναπεράσετε αργότερα. 

– Δυστυχώς δεν θα τα καταφέρω, φεύγω με άδεια ξέρετε, μα θα ξαναπεράσω… Μόλις γυρίσω από Θεσσαλονίκη και πριν καν μπω στο στρατόπεδο, θα ξαναπεράσω…

Πιο πολύ με υπόσχεση στην ίδια ακούστηκαν στ’ αυτιά της αυτές οι φράσεις, μα δεν αντέδρασε, χαμογέλασε συγκρατημένα χωρίς να τον κοιτάξει και γύρισε στην κουζίνα. Λίγα λεπτά αργότερα, άφησε στο τραπέζι του έναν αχνιστό ελληνικό καφέ με παχύ καϊμάκι κι ένα πιατάκι με λουκουμάκια και μπισκότα.

– Ευχαριστώ πολύ! της είπε και κράτησε το βλέμμα του κολλημένο πάνω της κι εκείνη σαν να το ένιωσε και δεν σήκωσε καν τα μάτια, κούνησε καταφατικά το κεφάλι και ξαναμπήκε στην κουζίνα

Μισή ώρα αργότερα είχε ήδη πιεί τον καφέ του και σηκώθηκε για να φύγει, ψάχνοντάς την με το βλέμμα του για να πληρώσει. Δεν φαινόταν πουθενά, ένας πιτσιρικάς μόνο γύρω στα 12 τριγυρνούσε ανάμεσα στα τραπέζια, να τα καθαρίζει και ν’ αλλάζει τα τασάκια.

– Θέλετε να πληρώσετε κύριε; Δυόμισι ευρώ… του είπε χαμογελαστός

Ο Μάνος έβγαλε ένα πεντάευρω απ’ την τσέπη του και το ακούμπησε στο χέρι του μικρού, κλείνοντάς του το μάτι. Βγήκε απ’ το μαγαζί με βαριά καρδιά. Δεν είχε καταφέρει να βρει τον κύριο Μπόρα και να του πει όσα ήθελε, αλλά πιο πολύ τον πείραζε που δεν είχε καταφέρει να ξαναδεί το κορίτσι με τα σμαραγδί μάτια, που μέσα σε λίγα λεπτά είχε μαγέψει το βλέμμα του. Μα θα ξαναερχόταν, σίγουρα θα ξαναερχόταν και τότε, ποιος ξέρει, ίσως ήταν πιο τυχερός…

Κική Γιοβανοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Τέρμα Θεού, αρχές Αλλάχ – 1”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading