Η Ελένη πάντα πίστευε ότι η φιλία ήταν ένα από τα πιο ιερά δώρα στη ζωή. Από τα παιδικά της χρόνια, ήταν εκείνη που πάντα στήριζε τους φίλους της. Η πρώτη που θα εμφανιζόταν αν κάποιος είχε ανάγκη, η πρώτη που θα προσέφερε έναν ώμο να κλάψουν. Έτσι ήταν πάντα η Ελένη: γενναιόδωρη, ευαίσθητη και αφοσιωμένη. Κι όμως, τα τελευταία χρόνια, άρχισε να νιώθει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Οι φίλοι της είχαν αλλάξει. Της ζητούσαν διαρκώς πράγματα—χρόνο, βοήθεια, υποστήριξη—αλλά όταν εκείνη χρειάστηκε την παραμικρή συναισθηματική στήριξη, η απουσία τους ήταν εκκωφαντική. Αρχικά το απέδιδε σε περιστάσεις. «Ίσως είναι απασχολημένοι», σκέφτηκε. «Ίσως δεν κατάλαβαν πόσο σημαντική είναι αυτή η στιγμή για μένα».
Όμως, όσο περνούσε ο καιρός, η αχαριστία τους έγινε πιο ξεκάθαρη. Όταν η Ελένη πέρασε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της ζωής της, κανένας από αυτούς δεν βρέθηκε εκεί. Είχε χάσει τη δουλειά της, και το άγχος της είχε χτυπήσει κόκκινο. Χρειαζόταν απεγνωσμένα κάποιον να της πει ότι όλα θα πάνε καλά.
Μια μέρα πήρε τηλέφωνο τον Πέτρο, τον φίλο της από τα σχολικά χρόνια. «Θα έρθεις για καφέ;» του ζήτησε διστακτικά. «Πραγματικά χρειάζομαι να μιλήσω με κάποιον».
Η απάντησή του ήταν γεμάτη δικαιολογίες. «Δεν μπορώ σήμερα, Ελένη. Έχω κάτι δουλειές». Την επόμενη εβδομάδα το ίδιο. Και την επόμενη. Μέχρι που κατάλαβε την αλήθεια: ο Πέτρος και οι άλλοι φίλοι της την ήθελαν κοντά τους μόνο όταν τους βόλευε. Η φιλία τους δεν ήταν αμοιβαία. Ήταν μονόπλευρη. Έδινε συνέχεια χωρίς να λαμβάνει τίποτα σε αντάλλαγμα.
Μια βραδιά, καθώς καθόταν μόνη της και σκεφτόταν τις σχέσεις της, ένιωσε ένα κύμα θυμού να την πλημμυρίζει. Όχι τόσο προς τους φίλους της, αλλά προς τον εαυτό της. Πώς είχε επιτρέψει να συμβεί αυτό; Πώς είχε αφεθεί να γίνει το θύμα αυτής της ανισότητας; Η Ελένη άρχισε να συνειδητοποιεί ότι η δική της ανάγκη να είναι αποδεκτή και να προσφέρει, την είχε παγιδέψει σε μια σχέση όπου έδινε διαρκώς, χωρίς να λαμβάνει τίποτα σε αντάλλαγμα.
Η αυτογνωσία άρχισε να κατακάθεται. Συνειδητοποίησε ότι οι αχάριστοι φίλοι δεν είναι πραγματικοί φίλοι. Η Ελένη δεν ήθελε να ζει άλλο έτσι. Δεν ήθελε να είναι η «βολική φίλη» που πάντα βρίσκεται εκεί, αλλά ποτέ δεν έχει τη δική της στιγμή υποστήριξης. Έπρεπε να προστατεύσει τον εαυτό της, να βάλει όρια και να απομακρυνθεί από εκείνους που δεν νοιάζονταν πραγματικά για εκείνη.
Από εκείνη τη στιγμή, η Ελένη πήρε μια ξεκάθαρη απόφαση: θα σταματούσε να είναι διαθέσιμη για αυτούς που δεν τη σεβάστηκαν ποτέ. Η πρώτη της κίνηση ήταν απλή. Σταμάτησε να αναζητά τους φίλους της. Όταν ο Πέτρος ή η Κατερίνα την καλούσαν μόνο για να μιλήσουν για τα δικά τους προβλήματα, εκείνη απαντούσε ευγενικά αλλά τους έθετε όρια. Δεν θα ήταν πια η ψυχολογική τους αποκούμπι.
Ο καιρός πέρασε και η Ελένη άρχισε να νιώθει πιο δυνατή. Η ζωή της μπορεί να είχε λιγότερες κοινωνικές επαφές, αλλά ήταν πιο αυθεντική. Οι «φίλοι» που την έβλεπαν ως δεδομένη άρχισαν να απομακρύνονται.
Μόλις οι φίλοι της συνειδητοποίησαν την απόστασή της, άρχισαν να την ψάχνουν. Ο Πέτρος άρχισε να της στέλνει μηνύματα, πιο συχνά τώρα, ρωτώντας γιατί είχε απομακρυνθεί. «Ελένη, τι έχει γίνει; Χάθηκες». Η Κατερίνα της τηλεφώνησε και προσπάθησε να κάνει κουβέντα όπως παλιά. «Μου λείπεις. Θέλεις να βρεθούμε;». Η Ελένη μπορούσε να δει τη διαφορά στον τόνο τους – ένιωθαν την αλλαγή. Όμως εκείνη είχε ήδη πάρει την απόφασή της.
Δεν υπήρχαν σκληρές κουβέντες ή θυμός από την πλευρά της Ελένης. Απλά δεν απάντησε όπως θα έκανε κάποτε. Αντί να τρέξει πίσω με χαρά, όπως συνήθιζε, κρατούσε τις αποστάσεις της. Ήξερε πλέον ότι αυτές οι προσπάθειες δεν ήταν πραγματική ανησυχία για εκείνη, αλλά περισσότερο η αγωνία τους να επαναφέρουν την άνεση που προσέφερε η παρουσία της.
Αυτή τη φορά, όμως, δεν θα γύριζε πίσω. Δεν ήταν πλέον η γυναίκα που θα άφηνε τα συναισθήματα της αχαριστίας να την κάνουν να νιώθει μικρή.
Με τον καιρό, η Ελένη βρήκε νέες ισορροπίες στη ζωή της. Έμαθε να εμπιστεύεται περισσότερο τον εαυτό της και να επιλέγει προσεκτικά τους ανθρώπους που την περιέβαλλαν. Άρχισε να χτίζει φιλίες με άτομα που τη σέβονταν και εκτιμούσαν τη συνεισφορά της. Έμαθε να μην επιτρέπει σε κανέναν να την εκμεταλλεύεται συναισθηματικά.
Και έτσι, χωρίς δράματα και κατηγορίες, η Ελένη απομακρύνθηκε οριστικά από τους παλιούς της «φίλους». Δεν ήταν πια η γυναίκα που προσπαθούσε να ευχαριστήσει τους πάντες. Είχε πλέον τη δύναμη να προστατεύει τον εαυτό της και να επιλέγει συνειδητά ποιοι θα είναι κοντά της. Και αυτή ήταν η μεγαλύτερη νίκη της.
Αντζελίνα Πελοπίδα
