«Πω πω! Πάλι μαζί της θα βγούμε;»
«Ρε Διονύση, τι σκ@τ@ σου έχει κάνει και την αντιπαθείς τόσο; Η Ουρανία είναι εξαιρετικό πλάσμα!»
«Να την κεράσουμε μια πάστα τότε! Δεν είναι ανάγκη, όποτε είμαι εγώ, να έρχεται και εκείνη! Να βγαίνετε χωριστά!»
«Ρε! Πας καλά; Τι λες; Τι νομίζεις ότι είμαστε για να έχουμε τόόόόόόο ελεύθερο χρόνο ώστε να βγαίνουμε δύο φορές; Συγκεντρώσου! Η Ουρανία είναι το καλύτερο κορίτσι. Μας βοήθησε τόσο πολύ για να πάρουμε πτυχίο και της το χρωστάμε!»
«Επειδή δηλαδή εσείς είστε άχρηστες και δεν μπορέσατε να πάρετε πτυχίο μόνες σας, πρέπει εγώ να τη φορτώνομαι σε κάθε έξοδο; Η γνώμη μου δεν μετράει;»
«Βρε Διονύση μου! Βρε Διονύση μου! Γιατί ψυχή μου; Ένα καφέ είπαμε να πιούμε… Γιατί πρέπει να γίνεσαι ο κακός εαυτός σου και να μας τον βγάλεις από τη μύτη; Γιατί Θεέ μου; Δεν μπορείς να κάνεις υπομονή; Δύο ώρες είναι μόνο…»
Η πόρτα του καφέ άνοιξε και μια αιθέρια -ουράνια καλύτερα!- ύπαρξη έκανε την εμφάνισή της. Μαύρα μαλλιά… Δέρμα λευκό… Μάτια τόσο γαλάζια -σχεδόν άσπρα-… Το σώμα της άκρως γυναικείο παρά το νεαρό της ηλικίας της και τα άκρα της τόσο λεπτεπίλεπτα που σε μάγευαν κάθε φορά που τα κοιτούσες.
«Ουρανία! Ουρανία! Εδώ!», της φώναξε η Κλαίρη. Εκείνη χαμογέλασε πλατιά και πήγε προς το μέρος τους…
«Γεια σου κουκλίτσα μου!», της είπε η Δανάη και την αγκάλιασε σφιχτά.
«Γεια σας κορίτσια μου! Γεια σου Διονύση!», είπε χαμογελώντας και έκατσε στην άδεια θέση δίπλα του.
«Τι; Εδώ θα κάτσει; Αποκλείεται!», είπε στα κορίτσια ο Διονύσης και τινάχτηκε όρθιος λες και τον χτύπησε ρεύμα.
Η Κλαίρη και η Δανάη κοκκίνησαν από ντροπή, ενώ η Ουρανία κατέβασε το κεφάλι.
«Ρε Διονύση!», είπαν και οι δυο με μια φωνή βλέποντας την Ουρανία με κατεβασμένο το κεφάλι.
«Τι ‘ρε Διονύση!’; Σας το είπα! Ούτε στιγμή δεν μπορώ! Πόσο μάλλον δυο ώρες! Η αλλάξτε θέση ή φεύγω!».
«Δεν χρειάζεται, Διονύση! Θα φύγω εγώ!», είπε η Ουρανία και όλοι κοκκάλωσαν. «Δεν χρειάζεται να το κάνουμε θέμα! Δεν με συμπαθείς και είναι ολοφάνερο, οπότε θα στο κάνω πιο εύκολο! Φεύγω κορίτσια μου! Σας ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση, αλλά θα κανονίσουμε άλλη φορά!».
Η Ουρανία σηκώθηκε από τη θέση της, πήρε τα πράγματά της και κατευθύνθηκε προς την έξοδο, ενώ ο Διονύσης σωριάστηκε αρκετά ταραγμένος πίσω στη θέση του. Τα κορίτσια που μέχρι πρότινος κοιτούσαν το σκηνικό με ανοιχτό το στόμα, έστρεψαν το βλέμμα τους προς εκείνον γεμάτες θυμό.
«Δεν έχεις τον Θεό σου πια! Ξέραμε ότι είσαι μονόχνοτος, αλλά όχι και έτσι!», είπε η Δανάη.
«Τι έχεις πάθει παιδί μου; Εσύ ποτέ δεν ήσουν αγενής! Μονόχνοτος, ναι! Περίεργος, ναι! Ορισμένες φορές αντιπαθητικός, ναι! Αγενής ποτέ! Τι έχεις πάθει με το κορίτσι; Γιατί της μίλησες έτσι; Τι σου συμβαίνει, Διονύση μου; Σε ξέρουμε από μικρό παιδάκι… Μπορείς να μας πεις!».
Ο Διονύσης δεν μιλούσε. Μονάχα έπαιζε με τα χέρια του από αμηχανία… Όσο και αν τις αγαπούσε τις κοπέλες μπροστά του, τόσο τις φοβόταν! Τον είχαν δει στις καλύτερες και στις χειρότερες φάσεις του. Τον ήξεραν απ’ έξω και ανακατωτά και αυτό τον τρόμαζε. Φοβόταν μην καταλάβουν…
«Δεν μου έχει κάνει κάτι η Ουρανία, απλά δεν την θέλω…», είπε ο Διονύσης με κατεβασμένο το κεφάλι.
«Ή την θέλεις πολύ!», είπε η Κλαίρη.
«Ορίστε; Τι βλακείες είναι αυτές;», ανταπάντησε εκείνος.
«Μα δεν μπορούμε με τίποτα να εξηγήσουμε αυτή τη συμπεριφορά. Την στεναχώρησες την κοπέλα. Έφυγε τρέχοντας… Εφ..»
Ο ήχος ενός μηνύματος διέκοψε τη συζήτηση…
«Χίλια χρόνια θα ζήσει! Έστειλε μήνυμα!», είπε η Δανάη.
«Διάβασέ το δυνατά τώρα!», είπε ο Διονύσης και η Δανάη εκτέλεσε την εντολή του
‘Κορίτσια μου συγγνώμη που έφυγα έτσι, απλά δεν ήθελα να ενοχλώ με την παρουσία μου τον Διονύση. Ζητήστε του συγγνώμη εκ μέρους μου και πείτε του πως υπόσχομαι να τον αποφεύγω για πάντα. Αρκεί να είναι ήρεμος! Θα είμαι στο μικρό καφέ στην πλατεία. Αν θέλετε, όταν χωριστείτε με εκείνον, περάστε να σας δω έστω και φευγαλέα!’.
«Ορίστε! Τώρα χαλάρωσες; Δεν θα την ξαναδείς!», του είπε η Κλαίρη γεμάτη απογοήτευση. Ο Διονύσης όμως δεν μπορούσε να χαλαρώσει. Αντιθέτως καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα.
«Φεύγω!», τους είπε και εξαφανίστηκε από μπροστά τους αφήνοντάς τες να τον κοιτούν με το στόμα ανοιχτό.
Μόλις βγήκε από το μαγαζί άρχισε να τρέχει και να τρέχει και να τρέχει, μέχρι που τα πόδια του τον έφεραν έξω από το μικρό καφέ της πλατείας. Εκεί όπου ήταν η Ουρανία. Δεν είχε ξαναπάει ποτέ σε αυτό το καφέ. Άνοιξε την πόρτα και σκάναρε αστραπιαία τον χώρο με το βλέμμα του. Όταν κατάφερε να την εντοπίσει, ένιωσε μια δύναμη να τον τραβάει προς το μέρος της. Αφέθηκε. Στάθηκε μπροστά της, έριξε την τσάντα του στο πάτωμα και γονάτισε. Η Ουρανία τα είχε χαμένα.
«Συγνώμη!», της είπε και ακούμπησε τα χείλη του στα χέρια της, τα οποία κρατούσε σφιχτά. «Συγνώμη! Είμαι απαράδεκτος. Είμαι αγενής και κακός και άξεστος και κακός και αγενής καιιιι… δεν θυμάμαι τι επίθετα είπα…»
«Διονύση; Τι λες; Δεν είσαι τίποτα από αυτά. Είσαι απλά ταραγμένος! Σήκω, σε παρακαλώ!»
«Όχι, Ουρανία! Όχι! Όχι! Πρέπει να με συγχωρέσεις…»
«Ωραία! Σε συγχωρώ! Σήκω και κάτσε να πιούμε ένα τσάι να συζητήσουμε!».
Ο Διονύσης, κατακόκκινος από ντροπή, σηκώθηκε και έκατσε απέναντί της. Τα είχε χαμένα! Δεν ήξερε πως βρήκε το θάρρος να πάει να τη βρει…
«Τώρα που πίνεις το τσάι σου και έχεις ηρεμήσει, μπορείς να μου πεις τι συμβαίνει;», τον ρώτησε με ήρεμη και καθαρή φωνή η Ουρανία.
«Με μισείς;», ρώτησε ο Διονύσης.
«Όχι! Πώς γίνεται να σε μισήσει κάποιος; Είσαι ένας ακαταμάχητα ιδιαίτερος χαρακτήρας. Εσύ με μισείς και δεν ξέρω τον λόγο!»
«Δεν σε μισώ!», ψιθύρισε ο Διονύσης.
«Τι;», ρώτησε η Ουρανία
«Δεν σε μισώ!», της είπε πιο δυνατά.
«Τότε;»
«Σήκω!».
Ο Διονύσης πέταξε ένα χαρτονόμισμα πάνω στο τραπέζι, την έπιασε από το χέρι και βγήκαν σαν τρελοί στο δρόμο. Παραλίγο να πέσουν πάνω στη Δανάη και την Κλαίρη, που τους κοιτούσαν στα χαμένα, αλλά ο Διονύσης δεν πτοήθηκε. Κρατούσε την Ουρανία σφιχτά από το χέρι και την πήγαινε στο μεγάλο σιντριβάνι της πλατείας.
Όταν σταμάτησε μπροστά στο σιντριβάνι, την έστρεψε προς το μέρος του και την κοίταξε βαθιά στα μάτια…
«Στο αγαπημένο σου βιβλίο, ‘Τη γλυκιά μοναξιά’, η Λούσι ρώτησε τον Φρεντ γιατί τη μισεί. Θυμάσαι;», τη ρώτησε.
«Ναι! Ναι! Και ο Φρεντ την πήγε στο σιντριβάνι και τη φίλησε! Πόσο μαγικό! Μα… πώς ξέρεις ότι είναι το αγαπημένο μου βιβλίο;» γούρλωσε τα σχεδόν άσπρα μάτια της.
«Ξέρω τα πάντα! Ή μάλλον άκουγα τα πάντα όταν βγαίναμε όλοι μαζί. Δεν σε μισώ, Ουρανία! Είμαι πάρα πολύ ερωτευμένος μαζί σου!».
«Τι;»
«Δεν με άκουσες;»
«Όχι, όχι! Σε… Σε άκουσα! Και όλο αυτό;»
«Μου ήταν αδύνατο να διαχειριστώ όσα ένιωθα και την παρουσία σου ταυτόχρονα. Είμαι ένας δειλός, άξεστος, κακός, αγενής, αλλά πάρα πολύ ερωτευμένος άντρας που σε ερωτεύτηκε από την πρώτη στιγμή που σε είδε να μπαίνεις στο καφέ με τα κορίτσια πριν δύο χρόνια! Συγνώμη για όλα! Για τη συμπεριφορά μου, για το γεγονός ότι δεν σου είπα ή έδειξα κάτι νωρίτερα… Για το γεγονός ότι τώρα με κοιτάς λες και είδες φάντασμα. Συγνώμη αλλά δεν μπορούσα να κάτι άλλο. Ήταν πάνω από τις δυνάμεις μου. Είναι πάνω από τις δυνάμεις μου! Όταν έστειλες το μήνυμα στα κορίτσια, τα έχασα. Δεν γινόταν να μην σε ξαναδώ!».
Η Ουρανία χαμογέλασε και τον πλησίασε σε απόσταση αναπνοής. Οι καρδιές τους χτυπούσαν τόσο δυνατά…
«Εγώ συγνώμη Διονύση μου!»
«Εσύ συγνώμη; Γιατί;»
«Γιατί σε ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή που σε είδα και ποτέ μα ποτέ δεν στο έδειξα! Και συγνώμη και για το μήνυμα. Μου ήταν πολύ δύσκολο να το γράψω, αλλά θεωρούσα πως έκανα το σωστό. Ούτε εγώ θα άντεχα να μην σε βλέπω!».
Τώρα ο Διονύσης την κοιτούσε στα χαμένα.
«Διονύση μου, είμαστε απλά δύο ερωτευμένοι άνθρωποι που δεν συγχρονίστηκαν!»
«Όπως ακριβώς στο βιβλίο;»
«Όπως ακριβώς στο βιβλίο!»
Αμέσως την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε απαλά στα χείλη. Εκεί. Μπροστά στο σιντριβάνι. Όπως ακριβώς στο αγαπημένο της βιβλίο.
Κατερίνα Μοχράνη
