Τέρμα Θεού, αρχές Αλλάχ – 2

Προηγούμενο

– Θέλεις κάτι άλλο να σου φέρω παλικάρι μου; τον ρώτησε η κυρά Χαρίκλεια με λαχτάρα

– Τι άλλο να φέρεις ρε μάνα; Και του πουλιού το γάλα έχεις ετοιμάσει! Ολόκληρος ο λόχος θα μπορούσε να χορτάσει! της χαμογέλασε

– Ε, πώς αγόρι μου; Τόσο καιρό έχεις να φας σπιτικό φαγητό! Έφτιαξα και καρυδόπιτα…

– Δεν θα χρειαστεί να πάρω το τρένο για να επιστρέψω, θα ζητήσω να με κυλίσουν αν τα φάω όλα αυτά! Χα χα χα!

– Γερός να είσαι αγόρι μου! Δυο μέτρα παλικάρι, αν δεν φας εσύ, τότε ποιος;

– Εσένα όμως μάνα, αδυνατισμένη σε βλέπω, δεν τρως; 

– Τρώω γιαβρί μου, πώς δεν τρώω! Μη σε μέλλει για μένα, καλά είμαι!

– Μάνα, καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, καλά τα είπαμε, αλλά λέω να πάω καμιά βόλτα τώρα με τα παιδιά…

– Ούτε πρόλαβα να σε δω… Ας είναι, δίκιο έχεις κι εσύ, να βγεις να ξεσκάσεις. Να προσέχεις μόνο, ναι; 

– Και ζακέτα θα πάρω κυρά Χαρίκλεια και θα προσέχω μη μου ρίξουν και τίποτα στο ποτό! της είπε κοροϊδευτικά και της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο

Περπατώντας προς το στέκι που τον περίμεναν οι φίλοι του, σκεφτόταν πού να βρισκόταν η Μυρτώ. Ήταν μέρες που είχε σταματήσει να απαντά στα τηλεφωνήματα και στα μηνύματά του. Ήξερε τι συνέβαινε, του τα είχαν προλάβει οι κολλητοί του, αλλά του φαινόταν αδιανόητο να μην έχει καν το θάρρος να του τα πει η ίδια. Του άξιζε αν μη τι άλλο ένας ξεκάθαρος χωρισμός μετά από σχεδόν δύο χρόνια σχέσης.

Με φωνές, χειροκροτήματα και σφυρίγματα τον υποδέχτηκαν στο μαγαζί. Χρόνια τον ήξεραν όλοι, χρόνια τον αγαπούσαν. Τους χαιρέτησε όλους έναν έναν, παρήγγειλε μια μπύρα και κάθισε στο τραπέζι που τον περίμεναν ήδη ο Αργύρης κι ο Πέτρος. Τους είπε με κάθε λεπτομέρεια πώς περνούσε, τον ενημέρωσαν με κάθε λεπτομέρεια για τα τεκταινόμενα όσο έλειπε, όσο όμως και να το καθυστερούσαν, εντέλει έπεσε στο τραπέζι και το θέμα της Μυρτώς. Ο Μάνος τους είπε πως είχε μέρες να της μιλήσει κι ο Πέτρος κι ο Αργύρης πως είχαν μέρες να τη δουν.

– Αυτά κερασμένα από το μαγαζί για τον φαντάρο! άφησε η Στέλλα, η σερβιτόρα, τρία ποτά στο τραπέζι

– Α ρε Στελλάρα! φώναξε ενθουσιασμένος ο Πέτρος και πήρε το ένα ποτό στο χέρι του

– Στελλάρα! Τι Στελλάρα μωρέ Πέτρο; Ο Καζαντζίδης είμαι; είπε ελαφρώς ενοχλημένη η Στέλλα, ενώ με την άκρη του ματιού της κοιτούσε το Μάνο, που τον γλυκοκοιτούσε από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε, ένα χρόνο πριν

– Ντάξει! Μη βαράς! Για καλό το είπα! 

Η Στέλλα στραβομουτσούνιασε κι έκανε να φύγει.

– Όπα! Πού πας; Εσύ δε θα πιείς ένα ποτό μαζί μας; συνέχισε ο Πέτρος

– Έχω δουλειά βρε Πέτρο… 

– Μια γουλιά μωρέ να πιείς, εδώ, για το φανταράκι μας… της είπε με νόημα. Να, πιες μια γουλιά απ’ το δικό μου ποτό, δεν έχω πιεί ακόμη, ίσα να του ευχηθείς καλός πολίτης. Λίγοι μήνες του έμειναν… και της έβαλε στο χέρι το ποτό που κρατούσε

Η Στέλλα δίστασε για λίγα δευτερόλεπτα, μα τσούγκρισε το ποτήρι της με αυτό του Μάνου που ήταν ακόμη πάνω στο τραπέζι και κόλλησε το βλέμμα της πάνω του, για να τραβήξει και το δικό του. Ο Μάνος την κοίταξε και της χαμογέλασε μελαγχολικά, σήκωσε το ποτήρι του και το τσούγκρισε μαζί της.

– Στην υγειά σου φαντάρε! Καλός πολίτης! Με το καλό να μας έρθεις πίσω! του είπε κι ήπιε μια γουλιά, έχοντας κολλημένα τα μάτια της στα δικά του

– Σ’ ευχαριστώ Στέλλα μου…

– Και με μια καλή τύχη πες του, γιατί ως τώρα όλο με κάτι κaριόleς έμπλεκε… συνέχισε ο Πέτρος και αγνόησε το έντονο βλέμμα του Αργύρη που έπεσε πάνω του, σε μια προσπάθεια να τον κάνει να σταματήσει

– Κόφ’ το ρε μαλάka! είπε ο Αργύρης, βλέποντας πως ο Μάνος είχε έρθει σε πολύ δύσκολη θέση

– Μα πες μου τώρα κι εσύ ρε Στέλλα… αντικειμενικά δηλαδή… το φιλαράκι μου δεν αξίζει την καλύτερη; συνέχισε ο Πέτρος σαν να μην είχε ακούσει τον Αργύρη, σαν να μην είχε δει το βλέμμα του Μάνου

– Αυτό είναι το μόνο σίγουρο! Ο Μάνος αξίζει μια γυναίκα που να ξέρει την αξία του και να την εκτιμάει… 

– Όχι σαν την Μυρτώ! ανέβασε τον τόνο ο Πέτρος

– Η Μυρτώ ψάχνει άλλα πράγματα, αυτό φαινόταν απ’ την αρχή και απορώ πώς δεν το βλέπατε τόσο καιρό! Αυτή θέλει λεφτά και λούσα και καλοπέραση! Γι’ αυτό σε τόσο λίγο καιρό πήρε την απόφαση να φύγει με τον άλλον…

– Πες τα ρε κορίτσι μου! Γιατί τους τα λέω και με λένε κακό! συνέχισε ο Πέτρος, κρυφά ικανοποιημένος από μέσα του, που η Στέλλα είχε πέσει στην παγίδα και θα τους έλεγε όσα ήθελαν να μάθουν

– Ε μα τώρα, δύο μήνες τραβιέται με τον άλλον κι έτσι απλά τα παρατάει όλα και φεύγει για Αθήνα; Γιατί; Επειδή ο τύπος είχε φράγκα; Της πήρε εκεί δυο κοσμήματα και θαμπώθηκε; Τόσο εύκολα δηλαδή ξεχνάς τον άνθρωπό σου; Τόσο καιρό ήσασταν μαζί… συνέχισε η Στέλλα κι ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του Μάνου

– Έτσι είναι ρε Στέλλα! Όλα τα μάζεψε σε μια στιγμή και άλλαξε τη ζωή της, για τα λεφτά!

– Ποια όλα μάζεψε; Τίποτα δεν πήρε! Με μια βαλιτσούλα με τα απαραίτητα έφυγε! Θα της πάρει καινούρια ο λεγάμενος, είπε. Έχει σπιταρόνα δίπλα στη θάλασσα, λέει και θα της τα παρέχει όλα αυτός, λέει. Και παπαριes! Η μάνα της σκασμένη είναι! Κι ο πατέρας της ντρέπεται να βγει στη γειτονιά… 

– Λίγα είναι τα καλά κορίτσια φίλε Μάνο! είπε με νόημα ο Πέτρος. Σε φωνάζουν από το πίσω τραπέζι Στέλλα… όταν βρεις κενό ξαναέλα να τα πούμε… 

Η Στέλλα άφησε το ποτήρι του Πέτρου που ακόμη κρατούσε στο χέρι της, χαμογέλασε κι έφυγε να συνεχίσει τη δουλειά της.

– Διaόλou κάλτσα είσαι ρε μαλάka! γέλασε ο Αργύρης

– Καλό κορίτσι η Στέλλα και γκομενάρα, αλλά τέρμα βλήμα! Ζωάρα θα κάνει όποιος την πάρει! είπε ο Πέτρος κι ακούμπησε το χέρι του πάνω στο χέρι του Μάνου. Και τώρα φιλάρα που τα ξέρουμε όλα, τραβάμε ένα τεράστιο Χ και πάμε παρακάτω! Άντε, γιατί πολύ ασχοληθήκαμε με την άκυρη! 

Ο Μάνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του σκεπτικός. Ήξερε ότι η Μυρτώ είχε αγάπη στο χρήμα, αλλά η αλήθεια είναι πως πίστευε πως τον αγαπούσε και πως αν μη τι άλλο, αν τον άφηνε, θα το έκανε με μεγαλύτερο σεβασμό. Δεν ήταν πια ερωτευμένος μαζί της ούτε εκείνος, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα την άδειαζε έτσι. Παρόλα αυτά ο Πέτρος είχε δίκιο, τραβάμε ένα Χ και πάμε παρακάτω, όσο κι αν είχε πληγωθεί ο εγωισμός του, δεν είχε κανένα νόημα να το ψάξει παραπάνω. Είχε σημαντικότερα πράγματα στο κεφάλι του απ’ την ελαφρόμυαλη Μυρτώ. Σε λίγους μήνες θα ήταν πια πολίτης και θα έπρεπε να οργανώσει το μέλλον του.

Οι λιγοστές μέρες της άδειας κύλησαν ήρεμα. Ο Μάνος χάρηκε τη θαλπωρή του σπιτιού του και την φροντίδα της μάνας του, χάρηκε την παρέα των κολλητών του και τη ζεστασιά της πόλης του, αυτής της πόλης που μεγάλωσε, που ανδρώθηκε και που τόσο αγαπούσε.

– Σου έβαλα και λίγη τυρόπιτα που σ’ αρέσει, να έχεις για το δρόμο! είπε η κυρά Χαρίκλεια μπαίνοντας στο δωμάτιο του Μάνου, την ώρα που ετοίμαζε το σάκο του

– Δεν μπορώ να κουβαλάω τάπερ μαζί μου ρε μάνα! της είπε δίχως να την κοιτάζει, προσπαθώντας να στριμώξει τα ρούχα του

– Σε αλουμινόχαρτο στην έβαλα λεβέντη μου, ξέρω ότι δεν μπορείς να κουβαλάς τάπερ! Άσε που θα μου το χάσεις κιόλας και ποιος σε σώζει απ’ τα χέρια μου μετά! του είπε προσπαθώντας να κάνει κάποιο αστείο, για να ελαφρύνει το βάρος που ένιωθε μέσα της για την αποχώρηση του γιου της

– Μάνα μου… μανούλα μου… 

Την πλησίασε και την έκλεισε στην αγκαλιά του. Πότε ήταν που τον έκλεινε η ίδια μέσα στα χέρια της, τότε, που μια σταλιά παιδί έτρεχε στη δική της αγκαλιά για χάδια, προστασία και αγάπη! Πότε είχαν περάσει τόσο τα χρόνια, που η γυναίκα που κάποτε του φαινόταν θεόρατη, έφτασε να γίνει μια σταλίτσα μέσα στα χέρια του! Πόσο διαφορετικά ήταν όλα τότε! Τότε, που ήταν ακόμη ο πατέρας του κοντά του, τότε που τους είχε και τους δύο…

Ήταν δεν ήταν δέκα χρονών όταν τον χάσανε. Για πότε διαγνώστηκε με καρκίνο, για πότε έφυγε, κανείς τους δεν κατάλαβε. “Καλπάζουσα επιθετική μορφή” είχαν πει οι γιατροί, δεν πρόλαβε καν να προσπαθήσει να το πολεμήσει. Κι έμεινε η κυρά Χαρίκλεια, χήρα στα 45 της μ’ ένα μικρό παιδί στα χέρια και βοήθεια από πουθενά. Μα σήκωσε μανίκια η δόλια κι έπιασε και δεύτερη δουλειά, να καταφέρει να ζήσει το παιδί της και την ίδια. Και τα κατάφερε. Με δυσκολίες πολλές, μα τα κατάφερε. Κι ο Μάνος πάντα της αναγνώριζε τις προσπάθειες που είχε κάνει όλα αυτά τα χρόνια και της είχε μεγάλη αδυναμία, πάντα την είχε έγνοια. Όταν ήταν μικρότερος της έλεγε “Μη φοβάσαι μαμά, όταν θα μεγαλώσω θα γίνω πλούσιος και σπουδαίος και θα σου πάρω ένα μεγάλο σπίτι κι ένα καινούριο αυτοκίνητο! Κι εκεί καμιά δουλειά δεν θα κάνεις! Όλα έτοιμα θα τα βρίσκεις!”. Και μπορεί να μην είχε καταφέρει ακόμη να γίνει πλούσιος όπως ήλπιζε, αλλά είχε γίνει ένας σπουδαίος άντρας, ένας μοναδικός άνθρωπος κι η κυρά Χαρίκλεια καμάρωνε για το πόσο καλόκαρδος, φιλότιμος κι ευγενικός ήταν ο γιός της.

Η κόρνα που ακούστηκε έξω απ’ το σπίτι, την έβγαλε απ’ την αγκαλιά του. Ταράχτηκε.

– Δεν θα προλάβεις παλικάρι μου, πρέπει να φύγεις! Να μη σε περιμένουν τα παιδιά!

– Ησύχασε μάνα, δεν παθαίνουν τίποτα να περιμένουν και δυο λεπτά! Εξάλλου έτοιμος είμαι. Έλα να σου δώσω ένα φιλί να σε χαιρετήσω…

– Τα κουτιά με τα τσουρέκια τα πήρες;

– Τα πήρα μάνα!

– Σίγουρα να μην έρθω στο σταθμό;

– Όχι μάνα, θα με πάνε τα παιδιά, μη στεναχωριέσαι. Θα τα ξαναπούμε σύντομα, ναι;

– Ναι, γιαβρί μου! Ναι! του είπε και τον φίλησε τρυφερά

Το ταξίδι για τον Έβρο, του φάνηκε αυτή τη φορά πιο μακρύ, πιο δύσκολο. “Λογικό είναι ρε Μάνο να μη νιώθεις καλά! Φεύγεις πάλι τέρμα Θεού!” του είχε πει ο Αργύρης. “Τέρμα Θεού, αρχές Αλλάχ, πες το καλύτερα! Πιο σύνορο πεθαίνεις!” συμπλήρωσε γελώντας ο Πέτρος. “Μη μασάς ρε φίλε! Σε λίγο καιρό τελειώνεις και θα δεις, με το που θα γυρίσεις όλα θα πάρουν το δρόμο τους! Σε λίγους μήνες θ’ αρχίσουμε όλοι μαζί την καινούρια μας ζωή!” του είπαν κι οι δυο λίγο πριν βάλει το σάκο στην πλάτη για να μπει στο τρένο.

Έβγαλε απ’ το πάνω μέρος του σάκου το αλουμινόχαρτο με την τυρόπιτα που του είχε βάλει η μάνα του. ‘Α ρε κυρά Χαρίκλεια…’ σκέφτηκε κι ενώ έτρωγε άφησε το βλέμμα του να χαθεί έξω απ’ το παράθυρο. ‘Λίγοι μήνες μείνανε… υπομονή και μετά όλα θα γίνουν…’ χαμογέλασε στη σκέψη των φίλων του.

Έφτασε στο σταθμό το μεσημέρι. Είχε ώρα ακόμη μπροστά του μέχρι να πρέπει να μπει στο στρατόπεδο. Έβαλε στον ώμο το σάκο του και τακτοποίησε τα κουτιά με τα τσουρέκια στη σακούλα. Την προηγούμενη το απόγευμα είχε πάει η μάνα του στο κέντρο να πάρει τα φημισμένα τσουρέκια Θεσσαλονίκης φρέσκα φρέσκα, να τα πάει ο Μάνος πεσκέσι σ’ εκείνον τον κύριο που τον είχε βοηθήσει ένα βράδυ. ‘Ντροπής πράγματα να πας να πεις ευχαριστώ με άδεια χέρια!’ του είχε πει κι ενώ ο Μάνος στην αρχή ένιωθε λίγο άβολα να κυκλοφορεί με μια σακούλα με τυλιγμένα κουτιά, φαντάρος πράμα, της την έκανε τη χάρη, εξάλλου ίσως είχε και δίκιο, ευχαριστώ και συγνώμη μ’ άδεια χέρια θα έλεγε;

Φτάνοντας έξω απ’ το μαγαζί του Μπόρα, κοντοστάθηκε κι έστρωσε όπως όπως τα ρούχα του, πήρε μια βαθιά ανάσα, κράτησε πιο σφιχτά το σάκο του και μπήκε στο μαγαζί. Δεν υπήρχαν πολλοί πελάτες εκείνη την ώρα, μεσημέρι κι οι ντόπιοι είχαν πάει μάλλον σπίτι τους για φαγητό και ξεκούραση, μια μικρή παρέα με νεαρούς – φαντάρους μόνο, ήταν σε μια γωνιά και μιλούσαν και γελούσαν χαμηλόφωνα. Αμέσως φάνηκε μπροστά του ο πιτσιρικάς που είχε δει και την προηγούμενη φορά. Ο μικρός που αμέσως τον θυμήθηκε, έτρεξε να τον εξυπηρετήσει.

– Γειά σας! Καλώς ήρθατε! Ελάτε! Καθίστε!

– Γειά σου! Ευχαριστώ! κάθισε σ’ ένα τραπέζι και του χαμογέλασε ο Μάνος

– Τι να σας φέρω; Καφέ, μπύρα, ούζο; Τι;

– Όχι, όχι αλκοόλ! Ευχαριστώ!

– Μήπως πεινάτε; Έχουμε ωραία φαγητά! Η αδερφή μου έφτιαξε μαντί με κρέας, σουτζουκάκια και ιμάμ για σήμερα! είπε ο μικρός ενθουσιασμένος

– Έχεις δοκιμάσει κι εσύ; τον ρώτησε ο Μάνος δήθεν συνωμοτικά κι ο μικρός του έκλεισε πονηρά το μάτι. Τότε φέρε μου όποιο νομίζεις εσύ καλύτερο απ’ αυτά που έφτιαξε η αδερφή σου!

– Μαντί θα σας φέρω. Είναι το καλύτερο σ’ ολόκληρο τον κόσμο το μαντί της Ιφέτ!

– Ιφέτ την λένε την αδερφή σου; Κι εσένα, πώς σε λένε;

– Ασλάν!

– Εμένα Ασλάν, με λένε Μάνο! Βγαίνει απ’ το Εμμανουήλ, που σημαίνει ‘ο Θεός μαζί μας’!

– Ασλάν θα πει ‘λιοντάρι’! τόνισε μία μία τις συλλαβές ο μικρός κι ο Μάνος του χαμογέλασε

– Και Ιφέτ τι θα πει; Ξέρεις; τον ρώτησε δήθεν αθώα ο Μάνος

– Ξέρω… Ιφέτ θα πει, τίμια, καθαρή… αυτό σημαίνει!

– Ωραία! Θα πας να μου φέρεις να φάω τώρα απ’ τα χεράκια της αδερφής σου;

– Ναι, ναι! είπε ο μικρός κι έφυγε τρέχοντας στην κουζίνα

Ο Μάνος παρέμεινε χαμογελαστός μετά την κουβέντα που είχε με τον μικρό Ασλάν κι άναψε ένα τσιγάρο, ενώ με το βλέμμα του έψαχνε διακριτικά μπας και εντοπίσει την κοπέλα με τα μαγικά μάτια, την Ιφέτ, την τίμια, καθαρή γυναίκα. Αντί όμως της Ιφέτ, από την κουζίνα βγήκε ένας ψηλός, γεροδεμένος άντρας, με κατσαρά μαλλιά και μεγάλο μουστάκι. Αυτός πρέπει να ήταν ο Μπόρα, τον θυμόταν! Με το που συναντήθηκαν τα βλέμματά τους, χαμογέλασαν κι οι δυο κι ο Μπόρα πήγε προς το μέρος του.

– Σε θυμάμαι εσένα, έχεις ξανάρθει. Πώς είσαι παλικάρι μου; τον ρώτησε

– Είμαι πολύ καλά! Σας ευχαριστώ! είπε ο Μάνος και σηκώθηκε όρθιος από σεβασμό τείνοντάς του το χέρι του.

– Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω! του είπε ο Μπόρα κι ανταπέδωσε την χειραψία.

Εμφανώς αγχωμένος ο Μάνος, πήρε απ’ την καρέκλα δίπλα του τη σακούλα με τα τσουρέκια που του είχε δώσει η μάνα του και του τα έδωσε.

– Αυτά είναι για σας! Τα στέλνει η μάνα μου για ευχαριστώ που με φροντίσατε εκείνο το βράδυ… Γι’ αυτό ήρθα… για να σας ευχαριστήσω κι εγώ και να ζητήσω συγνώμη αν προκάλεσα κάποια αναστάτωση…

Ο Μπόρα τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω ανέκφραστος, προσπαθώντας ίσως να μετρήσει τις προθέσεις του, μα σύντομα χαμογέλασε, τα μάτια αυτού του νεαρού ήταν καθαρά.

– Καμία αναστάτωση δεν προκάλεσες, είχες κι εσύ τον σεβντά σου, όλοι έχουμε περάσει δύσκολα. Να πεις ευχαριστώ στη μάνα σου, δεν υπήρχε λόγος να μπει σε έξοδα. Κάτσε να σε κεράσω ένα ούζο! του είπε και κάθισε απέναντί του στο τραπέζι

– Α όχι όχι! Όχι ούζο! Ένα νεράκι είναι μια χαρά! του είπε γελώντας ο Μάνος. Εξάλλου τώρα περιμένω να μου φέρει ο Ασλάν και το φημισμένο μαντί σας!

– Βλέπω συστήθηκε ο μπουνταλάς! χαμογέλασε κάτω απ’ τα μουστάκια του ο Μπόρα. Ναι, έχουμε το καλύτερο μαντί της περιοχής, απ’ τα χέρια της κόρης μου, που, ζωή να έχει, το κάνει ίδιο με της μακαρίτισσας της μάνας της!

Και κάθισαν μαζί οι δυο τους και έφαγαν και μίλησαν και γέλασαν κι ο Μάνος δέχτηκε με ευχαρίστηση τις συμβουλές και τις παραινέσεις του Μπόρα, που σαν πατέρας του μιλούσε. Και μέσα σε λίγη ώρα του είπε ο Μάνος για τη ζωή του στη Θεσσαλονίκη, την απώλεια του πατέρα του, την αγάπη της μάνας του και τα όνειρά του με το που θα απολυθεί απ’ το στρατό. Και του είπε κι ο Μπόρα για τον χαμό της γυναίκας του και για τα δυο παιδιά του που μεγάλωνε μόνος από χρόνια. Κι όταν ήρθε η ώρα να φύγει ο Μάνος για να επιστρέψει στο στρατόπεδο, αποχαιρετήθηκαν σαν παλιόφιλοι αγαπημένοι.

– Να σε βλέπουμε τώρα που γνωριστήκαμε… του είπε ο Μπόρα δίνοντάς του το χέρι του

– Στην επόμενη έξοδο θα έρθω να πιούμε καφέ!

– Να έρθεις! Κι όπως είπαμε… μη φοβάσαι τίποτα, σε λίγο καιρό τα δύσκολα τελειώνουν!

Κι όπως χαμογέλασε στον Μπόρα κι έκανε να γυρίσει να φύγει ο Μάνος, με την άκρη του ματιού του είδε δυο σμαραγδί μάτια να τον κοιτάζουν απ’ την πόρτα της κουζίνας. Δυο σμαραγδί μάτια που έλαμπαν πάνω σ’ ένα πορσελάνινο πρόσωπο, με δυο υπέροχα, ζουμερά χείλη κι ένα γκρι χιτζάμπ στο κεφάλι σαν πλαίσιο ζωγραφικού πίνακα.

‘Θα ξανάρθω…’ της υποσχέθηκε άηχα με το βλέμμα. ‘Θα ξανάρθω Ιφέτ…”.

Κική Γιοβανοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Τέρμα Θεού, αρχές Αλλάχ – 2”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading