Η Ασπασία περίμενε δύο μέρες πάνω από το τηλέφωνο… Ενάμιση χρόνο τώρα που ήταν σε σχέση με τον Ντίνο, είχε καθιερωθεί να μιλάνε κάθε βράδυ, ανεξάρτητα από το αν ήταν ή δεν ήταν όλη μέρα μαζί. Δεν είχαν πάρει ακόμη τη μεγάλη απόφαση να συγκατοικήσουν, παρόλο που η Ασπασία νοίκιαζε μόνη της. Εκείνος, από την άλλη, έμενε με τους γονείς του. Έκανε part time δουλειές κι έτσι ούτε σταθερό ωράριο είχε, ούτε τα απαραίτητα χρήματα για να μοιραστεί ένα νοίκι ή να βγάλει εις πέρας πάγια έξοδα. Αυτό όμως δεν την πείραζε καθόλου. Το μόνο που ήθελε ήταν να είναι μαζί του. Να είναι το κορίτσι του.
Ο πολυπόθητος ήχος επιτέλους ακούστηκε! Η Ασπασία άρπαξε το κινητό από το τραπεζάκι που ήταν μπροστά της και ήταν έτοιμη να πατήσει το πράσινο κουμπί για να απαντήσει στην κλήση, όταν στην οθόνη είδε το όνομα της αδελφής της και όχι του Ντίνου. Το άφησε πάλι πίσω ενώ αυτό έτριζε από τη δόνηση και ακουμπώντας την πλάτη της στον καναπέ, περίμενε. Μόλις σταμάτησε ο ήχος κλήσης, ακούστηκαν κλειδιά στην πόρτα και μέσα μπήκε η Τζίνα.
– Έλεος! Εδώ και δύο μέρες δεν μου σηκώνεις τα τηλέφωνα! της είπε έντονα και βρόντηξε την εξώπορτα.
– Αχ μην φωνάζεις σε παρακαλώ! απάντησε με αγανάκτηση η Ασπασία
– Για τον μ@λ@κ@ είσαι έτσι; Κοπέλα μου, του έχει τελειώσει! Πώς το λένε; Και είναι τόσο χ€στης, που ούτε καν μέσα από ένα μήνυμα δεν σου λέει τι θέλει! Χάρη σου κάνει, δεν το καταλαβαίνεις; Ξεφορτώσου τον πια! έλεγε δυνατά η Τζίνα ενώ συγύριζε το σαλόνι που είχε τα χάλια του.
Χοντρά δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλα της Ασπασίας, ενώ το κλάμα της ήταν βουβό.
– Έχεις ξεχάσει όσα σου έχει πει τον τελευταίο καιρό; Λίγη αυτοεκτίμηση δεν έχεις; συνέχισε η αδελφή της, αδιαφορώντας για τα κλάματα. Έλα, έλα, εντάξει είμαι λίγο απότομη, το ξέρω. Αλλά στα λέω γιατί σε αγαπάω. Δεν μπορώ να σε βλέπω να μαραζώνεις για έναν άντρα! Ντύσου να πάμε μια βόλτα… της πρότεινε και σκούπισε με τους αντίχειρες τα δάκρυα από το πρόσωπό της
– Μήπως να τον πάρω πρώτα ένα τηλέφωνο; ρώτησε σχεδόν μέσα από τα δόντια της η Ασπασία
– Ααα! Εσύ είσαι αδιόρθωτη!” είπε η Τζίνα και χτύπησε τις παλάμες στα πόδια της. Ξέρεις κάτι; Παρ’ τον να τελειώνουμε! Και μετά θα ντυθείς να πάμε έστω για ένα περπάτημα.
Η Ασπασία πήρε το κινητό και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Το κοίταζε επίμονα για κάποια λεπτά. Πάτησε τα νούμερα που σχημάτιζαν τον αριθμό του Ντίνου και τον κάλεσε…
– Έλα… απάντησε και το στομάχι της έγινε κόμπος. Από τη μια χαιρόταν που άκουγε τη φωνή του και από την άλλη φοβόταν για το πού θα κατέληγε αυτή η συζήτηση
– Γεια. Τι κάνεις; ρώτησε με τρεμάμενη φωνή η Ασπασία
– Καλά μωρέ, εσύ;
– Καλά. Έχουμε να μιλήσουμε δύο μέρες. Σε έπαιρνα και χτες, αλλά δεν το σήκωσες. Μήπως έχει γίνει κάτι;
– Να μωρέ… Ξέρεις… Δεν ήθελα… Βασικά δεν πάει άλλο…
– Με χωρίζεις; ρώτησε με μάτια κόκκινα και γουρλωμένα η Ασπασία
– Ναι.
– Γιατί;
– Έχω κουραστεί…
– Από τι;
– Καλύτερα να το λήξουμε. Τα λέμε… ήταν τα τελευταία του λόγια και η Ασπασία έμεινε με το στόμα ανοιχτό και το ακουστικό στο αυτί να βουίζει.
Της πήρε κάποια δευτερόλεπτα να συνειδητοποιήσει τι άκουσε και ξέσπασε σε λυγμούς. Η Τζίνα την άκουσε και όρμησε στο δωμάτιο.
– Είσαι καλά; Τι έγινε; Μιλήσατε; είπε και την πήρε αγκαλιά
– Με χώρισε Τζίνα! Έτσι απλά! Κουράστηκε λέει!
– Κοριτσάκι μου, ηρέμησε. Όλα καλά θα πάνε. Έπρεπε να γίνει. Τόσα σημάδια είχες τους τελευταίους μήνες. Αρνιόσουν να τα δεις. Δες τα τώρα και δόξασε τον Θεό που σε γλύτωσε από τον μ@λ@κ@. της είπε με μια πρωτοφανή ηρεμία η αδερφή της και ίσως αυτή να ήταν και ο λόγος της απρόσμενης απάντησης της Ασπασίας…
– Πάω να πλύνω το πρόσωπό μου και να ετοιμαστώ. Θέλω να πάω να περπατήσω μόνη μου. Να σκεφτώ. Να ανασυγκροτηθώ.
Η Τζίνα συμφώνησε με τον όρο να κοιμηθεί εκεί απόψε, για να διασφαλίσει ότι η αδελφή της δεν θα ρίξει άλλο δάκρυ για αυτόν…
Ήταν εντεκάμιση το βράδυ όταν η Ασπασία βγήκε με μια γκρί φόρμα, ένα μαύρο φούτερ και τα μαλλιά της κότσο να περπατήσει. Ήταν Οκτώβρης και οι νύχτες ‘κρατούσαν’ ακόμη. Δεν έκανε κρύο, ούτε ζέστη. Και ο αέρας μύριζε βροχή.
Περπάτησε αρκετά και με γρήγορο βηματισμό μέχρι που έφτασε στο άλσος της περιοχής. Ήταν σχεδόν άδειο. Έκατσε σε ένα παγκάκι και πήρε μια βαθιά ανάσα. Έκλεισε τα μάτια της και πίεσε το μυαλό της να ανακαλέσει όλα όσα είχαν συμβεί με τον Ντίνο το τελευταίο διάστημα, για τα οποία εθελοτυφλούσε, όπως την κατηγορούσε ξανά και ξανά η αδερφή της.
Ξεκίνησε με τις καλοκαιρινές διακοπές, στις οποίες εκείνη είχε περάσει τόσο όμορφα, αποσιωπώντας φράσεις όπως “Έχεις παχύνει, το ξέρεις;”, “Έχεις κυτταρίτιδα, τι μπούτια είναι αυτά;”, “Αυτά θα βάλεις; Ποιος σου είπε ότι σου πάνε;” και άλλες παρόμοιες, που τώρα ήχησαν σαν καμπάνες στα αυτιά της τα οποία άρχισαν να βουίζουν ενώ ξαφνικά ένιωσε τόσο άσχημη! Δεν παραιτήθηκε όμως. Υπέμεινε το βάσανο και συνέχισε με το ταξίδι στο εξωτερικό που είχαν πάει και της μιλούσε συνέχεια για άλλες κοπέλες, συγκρίνοντάς τες με την ίδια. Και στις πιο πρόσφατες στιγμές στο γραφείο, που ερχόταν δήθεν για να τη δει και το βλέμμα του ήταν συνέχεια στραμμένο σε μια συνάδελφό της, την Ευαγγελία, την οποία εκθείαζε με κάθε ευκαιρία…
Δεν άντεξε άλλο! Άνοιξε τα μάτια της και ποτάμια κατέληγαν τα δάκρυα στο τσιμέντο. Το κορμί της όλο τρανταζόταν από το κλάμα. Δεν έκλαιγε όμως για αυτόν. Όχι! Για την αφέλειά της έκλαιγε και για την κακιά της συνήθεια να επενδύει στους ανθρώπους!
Πέρασε περίπου μία ώρα που δεν είχε σταματήσει να κλαίει, ενώ κι άλλα σκηνικά εξευτελισμού της ξετυλίγονταν μέσα στο μυαλό της, όταν ένα χέρι την ακούμπησε στον ώμο και πετάχτηκε πάνω έντρομη. Ήταν πια περασμένες μία και εκείνη ήταν μόνη σε ένα πάρκο.
Πάλεψε να ξεθολώσει τα μάτια της για να δει τη φιγούρα που είχε μπροστά της και μόλις κατάλαβε ποιος ήταν, αφενός ξεαγχώθηκε, αφετέρου ένιωσε μεγάλη ντροπή.
– Συγνώμη! Δεν ήθελα να σε τρομάξω. Είσαι καλά; της είπε ο άντρας που στεκόταν απέναντι της
– Ναι, σε ευχαριστώ πολύ. του απάντησε κοφτά και γύρισε να φύγει, αλλά παραπάτησε γιατί δεν έβλεπε καλά, μιας και τα μάτια της ήταν πρησμένα.
Το ίδιο χέρι την κράτησε!
– Δεν ξέρω τι έχει συμβεί, αλλά προτείνω να ηρεμήσεις λίγο πρώτα. Έχω νερό. Πιες. της είπε και της πρότεινε ένα μπουκάλι
– Μην στο στερήσω.
– Επιμένω.
– Σταμάτης, σωστά; ρώτησε η Ασπασία και ήπιε μια γουλιά
– Ναι. Χαίρομαι που το θυμάσαι.
– Εντάξει, κάθε πρωί περνάω από την καφετέρια στη γωνία. Μια γειτονιά είμαστε. του απάντησε και χαμογέλασε
Ο Σταμάτης ανταπέδωσε το χαμόγελο.
– Να τολμήσω να ρωτήσω τι σου στέρησε το χαμόγελο και σε έχει φέρει τέτοια ώρα εδώ;
‘Πω πω στα χάλια μου είμαι! Το είχα ξεχάσει. Και πήγα να πέσω κιόλας πριν. Έχω γίνει ρεζίλι στον άνθρωπο!’, σκέφτηκε και ο Σταμάτης μιας και δεν έλαβε κάποια απάντηση πήρε το θάρρος και της πρότεινε να φύγουν μαζί, αφού έμεναν κοντά, ώστε να την γυρίσει σπίτι για να νιώθει κι εκείνη πιο ασφαλής.
– Ξέρεις, θα προτιμούσα να γυρίσω μόνη μου. Σε ευχαριστώ. του είπε, ενώ πάλευε να σουλουπωθεί.
– Εγώ νομίζω ότι μια όμορφη κοπέλα δεν θα πρέπει να κυκλοφορεί μόνη της μέσα στη νύχτα. Τι λες; της είπε και άπλωσε το χέρι του
Η Ασπασία πήρε μια έκφραση όλο απορία και έδειξε με το δάχτυλο τον εαυτό της. “Για μένα λες;”, ρώτησε
– Έχεις πλάκα. Για ποια άλλη;
Οι ανασφάλειές της, μετά από όσα διαπίστωσε ότι της είχε πει ο Ντίνος αυτό το διάστημα, ήταν στο πικ τους και της ήταν αδύνατον να πιστέψει ότι κάποιος άντρας σαν τον Σταμάτη θα την έβλεπε ως ‘όμορφη’.
– Πάλι δεν μιλάς. Ξέρεις, μου αρέσεις περισσότερο άβαφη και νομίζω ακόμα πιο πολύ όταν παίρνεις αυτό το παιδικό ύφος. Σε παρατηρώ εδώ και μήνες, αλλά είχα δει ότι υπήρχε κάποιος. Δίσταζα να σου μιλήσω. Κοίτα όμως που στάθηκα τυχερός απόψε και σε βρήκα επιτέλους μόνη. της είπε ενώ την κοίταζε με τα μεγάλα καφέ μάτια του κατευθείαν μέσα στη ψυχή της
– Με κοροϊδεύεις; τον ρώτησε και τα μάτια της βούρκωσαν.
– Γιατί να κάνω κάτι τέτοιο; Βγήκα για τρέξιμο και σε είδα. Ανησύχησα στην αρχή γιατί κατάλαβα ότι έκλαιγες, μήπως σου έχει συμβεί κάτι σοβαρό. Όταν βεβαιώθηκα ότι είσαι καλά, κατάλαβα ότι έχω μια ευκαιρία να σου πω επιτέλους πώς νιώθω. Να σου πω ότι περιμένω κάθε πρωί να έρθεις για να δω το χαμόγελό σου, να μυρίσω το άρωμά σου. Να σου πω ότι δεν αντέχω να σε βλέπω με έναν άντρα που είναι ‘λίγος’ για σένα, γιατί κάθε φορά που τσακωνόσασταν στην είσοδο της πολυκατοικίας, ήθελα να έρθω και να του σπάσω τα μούτρα που σε τσάντιζε και σε στεναχωρούσε. Να σου πω ότι δεν ξέρω τι έπαθα και από την πρώτη στιγμή που σε είδα και μου μίλησες, θέλω να αγγίξω κάθε σπιθαμή του κορμιού σου και να εξερευνήσω κάθε σημείο του μυαλού σου. Και δεν ξέρω αν μετά από όλα αυτά σε έχω χάσει για πάντα και δεν θα μου ξαναμιλήσεις ποτέ, ξέρω όμως πως άρπαξα την ευκαιρία που μου δόθηκε απόψε… ολοκλήρωσε, ενώ δεν είχε πάρει λεπτό τα μάτια του από τα δικά της.
Ακολούθησαν κάποια λεπτά απόλυτης σιωπής που οι δύο τους απλά κοιτάζονταν.
– Λοιπόν…κατάφερε να αρθρώσει η Ασπασία. Δεν είχα καταλάβει, κι εδώ που τα λέμε δεν είχα καταλάβει άλλα κι άλλα τόσο καιρό, τέλος πάντων, δεν είχα καταλάβει… δεν πρόλαβε να τελειώσει αυτό που προσπαθούσε να πει και τα χείλη του Σταμάτη βρέθηκαν πάνω στα δικά της.
Κανονικά θα έπρεπε να τον απωθήσει και να του πει ότι μόλις βγήκε από μια σοβαρή σχέση και πως δεν είναι για έρωτες. Η αλήθεια ήταν όμως πως κι εκείνος δεν της είχε περάσει απαρατήρητος. Ήταν ένας εμφανίσιμος άντρας, από αυτούς που δύσκολα θα προσπεράσεις. Αλλά είχε γραπωθεί τυφλά από τον Ντίνο και όπως δεν έβλεπε την δική του άσχημη συμπεριφορά απέναντί της, δεν έβλεπε και το ενδιαφέρον του Σταμάτη. Έτσι ανταπέδωσε το φιλί και τότε ο Σταμάτης πέρασε τα χέρια του γύρω της και την πήρε μια μεγάλη αγκαλιά. Η Ασπασία ένιωσε ως δια μαγείας να φεύγει ένα βάρος από τις πλάτες της και ψυχή και σώμα να είναι ανάλαφρα.
Την κοίταξε και της χαμογέλασε.
– Δεν περίμενα να ανταποδώσεις… της είπε
– Άρα καλά έκανες που ρίσκαρες! απάντησε η Ασπασία και φιλήθηκαν ξανά.
Στη διαδρομή για το σπίτι, του είπε ακριβώς τι ήταν αυτό που την είχε οδηγήσει να κλαίει μόνη της, μέσα στη νύχτα, σε ένα πάρκο και ο Σταμάτης ένιωσε να μισεί έναν άνθρωπο που ούτε καν τον ήξερε!
Όταν έφτασαν κάτω από την πόρτα, πριν την φιλήσει, της είπε “Δεν σου αξίζουν άνθρωποι που δεν βλέπουν την ομορφιά σου. Υποσχέσου μου ότι αύριο πρωί θα έρθεις με ένα μεγάλο χαμόγελο να πάρεις τον καφέ σου και δεν θα τον σκεφτείς καθόλου”
– Δεν έχω σκοπό να ξανασκεφτώ τίποτα σχετικό με αυτόν. του είπε και τον φίλησε.
Όταν ανέβηκε πάνω, η Τζίνα την περίμενε στον καναπέ.
– Καλέ εσύ γύρισες άλλος άνθρωπος; Τελικά σου έκανε καλό το περπάτημα!
Η Ασπασία της χαμογέλασε και πήγε να κάνει ένα μπάνιο. Βγαίνοντας της τα εξιστόρησε όλα και η Τζίνα ένιωσε μεγάλη χαρά.
*****
Οι μέρες πέρασαν και ένα απόγευμα που η Ασπασία έφευγε από τη δουλειά, πέτυχε τον Ντίνο δίπλα από την είσοδο του κτιρίου. Ήταν με την Ευαγγελία, που τόσο εκθείαζε, μα της μιλούσε υποτιμητικά, ενώ το μάτι του ήταν στραμμένο σε άλλες γυναίκες τριγύρω. Ένιωσε λύπηση και για τους δύο.
‘Τελικά ο άνθρωπος δεν αλλάζει’, σκέφτηκε και έστριψε αριστερά, παίρνοντας τον δρόμο προς το σπίτι, που πια το μοιραζόταν με τον Σταμάτη, τον άνθρωπο που την τράβηξε από τον βούρκο και ανέδειξε τον καλύτερο της εαυτό.
Αγγελική Ανδριοπούλου

One response to “Καινούργια αρχή”
Υπέροχο!!!!