Ο Πέτρος κι ο Αργύρης βρίσκονταν μέσα στο αυτοκίνητο, στις μπροστινές θέσεις, με ανοιχτές τις πόρτες και το τελευταίο δίωρο παρακολουθούσαν τον Μάνο που περπατούσε πέρα δώθε στο δρόμο, κοιτώντας με αγωνία προς όλες τις κατευθύνσεις κι έχοντας μόνιμα ένα τσιγάρο αναμμένο στο χέρι του. Δεν του μιλούσαν, δεν ήξεραν τι να του πουν, καταλάβαιναν το άγχος που ένιωθε ο φίλος τους και τη στεναχώρια του για κάθε λεπτό που περνούσε και δεν εμφανιζόταν η Ιφέτ.
– Μάνο… είναι 4:15 αδερφέ… είπε δειλά κάποια στιγμή ο Αργύρης
Χωρίς να πει λέξη ο Μάνος, κατέβασε το κεφάλι κι άρχισε να σέρνει τα βήματά του προς το αυτοκίνητο. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως όλα είχαν τελειώσει τόσο άδοξα. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως δεν θα την ξαναέβλεπε, πως την ίδια εκείνη μέρα το απόγευμα, κάποιος άλλος θα έδινε το λόγο του πως θα έκανε γυναίκα του την Ιφέτ. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως σύντομα η Ιφέτ, η δική του Ιφέτ, θα κοιμόταν και θα ξυπνούσε δίπλα σ’ έναν άλλο άντρα. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως κάποιος θα την άγγιζε, όπως εκείνος δεν την είχε αγγίξει ποτέ! Την μοναδική, υπέροχη, τίμια, αγνή του Ιφέτ…
Ο Αργύρης γύρισε τη μίζα στη μηχανή, είχε έρθει η ώρα να φύγουν. Ο Πέτρος βγήκε απ’ το αμάξι κι αγκάλιασε τον φίλο του, καταλάβαινε πως εκείνη τη στιγμή υπέφερε, φαινόταν στο βλέμμα του, στο περπάτημά του, στα χείλη του, που είχαν γίνει μια ίσια γραμμή.
– Μαζί θα τα περάσουμε όλα καρντάσι μου! Μαζί θα… κόμπιασε ξαφνικά ο Πέτρος
Ο Μάνος γύρισε να τον κοιτάξει στα μάτια, του φάνηκε πολύ ξαφνικός ο τρόπος που σταμάτησε να μιλάει. Τον είδε να κοιτάζει πάνω απ’ τον ώμο του Μάνου με γουρλωμένα μάτια. Προσπάθησε να απαγκιστρωθεί απ’ τα χέρια του, μα ο Πέτρος τον έσφιγγε όλο και περισσότερο.
– Τι έπαθες ρε; Θα χορέψουμε; Τι με σφίγγεις; με μια απότομη κίνηση ξέφυγε απ’ την αγκαλιά του φίλου του
Και τότε γύρισε το κεφάλι του προς τα πίσω, στο σημείο που τα γουρλωμένα μάτια του Πέτρου είχαν κολλήσει. Και τότε την είδε… είδε τη γνωστή φιγούρα της Ιφέτ να τους πλησιάζει με γρήγορα βήματα. Φορούσε ένα μακρύ μαύρο φόρεμα κι ένα μαύρο τζιχάντ, που το κρατούσε με το ένα της χέρι κι έκρυβε σχεδόν ολόκληρο το πρόσωπό της. Και στο άλλο της χέρι κρατούσε μια βαλίτσα, μια μαύρη μικρή βαλίτσα, που σίγουρα θα είχε βάλει τα απαραίτητα, που σίγουρα θα είχε βάλει όλη της την αγάπη, όλο της τον έρωτα για τον Μάνο, που σίγουρα θα είχε βάλει όλη τη δύναμη που κατάφερε να αντλήσει, για να κάνει αυτό το τεράστιο βήμα.
Κι ο Μάνος έτρεξε σαν τρελός προς το μέρος της και με μια απότομη κίνηση την πήρε στην αγκαλιά του και την έσφιξε δυνατά. Και κανείς απ’ τους δυο τους δεν έλεγε λέξη, παρά έμεναν αγκαλιασμένοι με το στήθος του ενός κολλημένο σ’ αυτό του άλλου, να μοιράζονται θαρρείς χτύπους καρδιάς.
– Πάμε… του ψιθύρισε
– Πάμε ψυχή μου… της ψιθύρισε
Κάθισαν μαζί στα πίσω καθίσματα, χωρίς να πουν λέξη στον Αργύρη και στον Πέτρο, οι οποίοι από σεβασμό στη στιγμή, πρόσεχαν και τις αναπνοές τους. Δεν γύρισαν να κοιτάξουν καν την Ιφέτ στα μάτια, φοβούμενοι πως μπορεί να την έφερναν σε δύσκολη θέση. Χάρισαν μόνο ένα χαμόγελο ευτυχίας στο φίλο τους, τον Μάνο, που ήταν ξεκάθαρο πως εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στον Παράδεισο.
Για αρκετή ώρα ακουγόταν μόνο η μουσική απ’ το ραδιόφωνο. Ο Πέτρος κι ο Αργύρης είχαν κολλημένα τα μάτια τους μπροστά, στο δρόμο κι ο Μάνος πάνω στην Ιφέτ, που είχε κουλουριαστεί μέσα στην αγκαλιά του. Την χάιδευε απαλά στο κεφάλι κι εκείνη παρέμενε εκεί, με το μάγουλό της στο στήθος του.
Είχαν πια απομακρυνθεί αρκετά απ’ το χωριό, όταν η Ιφέτ σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε τον Μάνο τρυφερά στα μάτια.
– Συγνώμη που άργησα… του ψιθύρισε. Περίμενα να φύγει ο μπαμπάς με τον Ασλάν για το μαγαζί…
– Δεν θα έφευγα, ακόμη κι αν αργούσες αιώνες… της είπε και την φίλησε τρυφερά στο μέτωπο
– Πρέπει να το βγάλω; τον ρώτησε κι έδειξε με το χέρι της το τζιχάντ στο κεφάλι της
– Πρέπει να κάνεις ό,τι νιώθεις. Ό,τι νιώθεις κορίτσι μου! της είπε και την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια
– Παιδιά… συγνώμη κιόλας, ξέρω ότι είναι λίγο άκυρο αυτό που θα πω, αλλά πρέπει να πάω στην τουαλέτα… πετάχτηκε από μπροστά ο Πέτρος και έβαλαν κι οι τέσσερις τα γέλια
Σταμάτησαν στο πρώτο πάρκινγκ που βρήκαν μπροστά τους κι ο Πέτρος έφυγε τρέχοντας. Ο Αργύρης τον ακολούθησε, για να αφήσει τον Μάνο και την Ιφέτ μόνους.
– Αυτός αγάπη μου είναι ο Πέτρος που σου έλεγα. Τρελός, παλαβός, αλλά ευθύς κι ειλικρινής. Ο άλλος είναι ο Αργύρης, σου έχω μιλήσει γι’ αυτόν, είναι ο πιο καλόκαρδος άνθρωπος που ξέρω. Αυτοί είναι τ’ αδέρφια που δεν είχα ποτέ. Τους πήρα χτες το βράδυ τηλέφωνο, με το που χωριστήκαμε κι έτρεξαν κι οι δυο εδώ χωρίς καν να ξέρουν το λόγο.
– Η μητέρα σου; Γνωρίζει ότι θα γυρίσουμε μαζί;
– Η κυρά Χαρίκλεια δεν ξέρει τίποτα, αλλά μην φοβάσαι, θα σ’ αγκαλιάσει σαν κόρη της, στ’ ορκίζομαι! Εσύ είσαι καλά μάτια μου;
– Ναι, έτσι νομίζω…
– Όλα θα πάνε καλά ψυχή μου, θα δεις. Αφού είσαι εδώ, όλα θα πάνε καλά!
*****
Είχαν χρειαστεί μόνο δυο ζευγάρια μάτια κι ένα φιλί σ’ ένα σκοτεινό άλσος, για να ανοίξουν οι ουρανοί και να ευλογήσουν μια αγάπη που μόλις είχε γεννηθεί. Και παρά τις δυσκολίες, παρά τις διαφορές, παρά τις αντιθέσεις, το μπόρεσε και μεγάλωσε αυτή η αγάπη, θέριεψε κι άνθισε γεμίζοντας αρώματα όλους όσους στάθηκαν μπροστά της.
Η κυρά Χαρίκλεια αγκάλιασε την Ιφέτ, όταν κατάλαβε πόσο πολύ νοιαζόταν κι αγαπούσε τον γιο της.
Ο Μπόρα μαλάκωσε κι αυτός με τον καιρό, κι ειδικά όταν πήρε στα χέρια του το πρώτο του εγγόνι, ξέχασε κάθε του θυμό κι αντίρρηση.
Ο Αργύρης κατάφερε κι έπεισε τους γονείς του πως ήθελε να χαράξει τα δικά του μονοπάτια και έγινε συνέταιρος στο μαγαζί που έφτιαξε μαζί με τους φίλους του.
Ο Πέτρος έφτιαχνε τα καλύτερα κοκτέιλ και πήρε για βοηθό του τη Στέλλα, την οποία και λίγα χρόνια αργότερα παντρεύτηκε.
Ο Μάνος δεν κατάφερε να γίνει πλούσιος όπως ονειρευόταν μικρός, αλλά κατάφερε να φτιάξει μια σπουδαία ζωή και μια ακόμη σπουδαιότερη οικογένεια.
Η Ιφέτ και ο Μάνος έκαναν τρία υπέροχα παιδιά, που μοίραζαν τις ζωές τους ανάμεσα σε Θεσσαλονίκη κι Έβρο, σε Θεό κι Αλλάχ.
*****
– Είδες που τελικά υπάρχει κισμέτ; Αυτό ήταν το κισμέτ μας Μάνο μου!
– Άσε τα καλοπιάσματα Ιφέτ! Εκείνο το τέταρτο που είχες αργήσει τότε, ποτέ δεν θα στο συγχωρήσω, να ξέρεις!
Κική Γιοβανοπούλου
Τέλος

2 responses to “Τέρμα Θεού, αρχές Αλλάχ – 5”
Τα λατρεύω τα χάπι έντ….
Τέλειος επίλογος!!!!