Ο Σωτήρης ήταν πολύ ικανοποιημένος με την πορεία της ημέρας μέχρι τώρα. Είχανε ξεμπερδέψει σχετικά νωρίς με την πρώτη κηδεία. Η κυρά – Κούλα, 80 ετών, δασκάλα φιλολογίας. Έμεινε την ώρα που έτρωγε μεσημεριανό. Πλουφ πάνω στη φασολάδα. Θεός σχωρέστην, σκέφτηκε κι έκανε το σταυρό του. Είχε αφήσει τη νεκροφόρα στο γκαράζ αφού την είχε καθαρίσει πρώτα λιγάκι, αν και οι πεθαμένοι όλοι το ίδιο μυρίζαν, μπαγιατίλα και πούδρα επειδή τους περιποιείται η Φώφη. Είναι που είναι άσπροι, τους βάζει κι αυτή από πάνω τάχα μακιγιάζ και παίρνουν το χρώμα της κιμωλίας. Σε τρεις ωρίτσες είχαν άλλη μια κηδεία. Ο κυρ – Σάκης, 85 ετών, έπεσε κι έσπασε το γοφό του. Χειρουργεία, κακό, ξαπλωμένος όλη την μέρα στο κρεβάτι, δεν άντεξε άλλο, παρέδωσε πνεύμα. Θεός σχωρέστον, σκέφτηκε κι έκανε το σταυρό του.
Κοίταξε το ρολόι του. 14:00 η ώρα. Μια χαρά. Θα πήγαινε από το μαγαζί τώρα να βοηθήσει τον πατέρα, τον Κύρ-Ανέστη. Χάιδεψε τα μαύρα κορακίσια του μαλλιά. Μάλλον χρειάζονταν ένα μπανάκι καθώς μύριζαν χλωρίνη ή ναφθαλίνη, δεν ήταν σίγουρος. Φορούσε το κουστούμι της κηδείας, όλο σκούρο μπορντώ με μαύρα λουστρίνια για παπούτσια. Ήταν σίγουρος πως έδειχνε απίστευτα μυστηριώδης έτσι.
Φτάνοντας στο γραφείο Τελετών, “Αχρείαστος και Υιός”, παρατήρησε πως είχαν κόσμο. Ωραία, σκέφτηκε τρίβοντας τα χέρια του, κι άλλος τα κακάρωσε. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα.
Οι μαυροφορεμένες κυρίες καθισμένες απέναντι από τον Κυρ-Ανέστη έκλαιγαν γοερά και μάτωναν την καρδιά του. Τον είχε κουράσει αυτή η δουλειά πλέον, μόνο θάνατοι, στεναχώρια και θλίψη. Βέβαια οικονομικά δε διαμαρτυρόταν, δεν είχε λείψει ποτέ τίποτα από το σπίτι. Σπούδασε τον ένα γιο στα καλύτερα πανεπιστήμια. Ο άλλος, ο Σωτήρης, ήθελε να μείνει μαζί του και να τον βοηθήσει με το μαγαζί. Ωστόσο, από τότε που είχε πεθάνει η γυναίκα του δε μπορούσε να συνεχίσει. Ήταν 75 χρονών με κάτασπρα μαλλιά και κουρασμένα ευγενικά μάτια. Αυτά τα μάτια του που ξεχείλιζαν από πόνο, συμπαράσταση και κατανόηση ήταν από τους κύριους λόγους που είχε γίνει γνωστό το γραφείο τελετών τους. Η ανθρωπιά του.
«Αχ αχ κυρ Ανέστη, ο πατερούλης μου…», τον ξύπνησε μια κλαψιάρικη φωνή.
Η Κυρία Φρόσω, παλιά γειτόνισσά και μόνιμη κάτοικος Κυψέλης όπως και ο ίδιος. Κοντούλα, γύρω στα 65, γεματούλα με ροδαλά μάγουλα και χεράκια τόσο μικρά σαν παιδικά. Δίπλα της καθόταν η Λουκία, η κόρη της, 30 χρόνων, έδειχνε πολύ μεγαλύτερη. Μια μικρογραφία της μητέρας της με διαφορά 40 κιλών και παραπάνω. Οι γοφοί της Λουκίας προεξείχαν επικίνδυνα από το κάθισμα της καρέκλας, με αποτέλεσμα ο Σωτήρης να τους αγγίξει ελαφρά καθώς πέρασε ανάμεσα από τις κυρίες για να πάρει τη θέση του πίσω από τον πατέρα και το γραφείο τους. Ήταν αρκετό για να ανατριχιάσει ολόκληρος από ηλεκτρισμό ή κάτι, που παρόμοιό του δεν είχε αισθανθεί ποτέ πριν.
«Σωτήρη, πρόσφερε λίγο νεράκι στις κυρίες σε παρακαλώ», είπε ο κυρ Ανέστης.
Ο Σωτήρης υπάκουσε πρόθυμα τον πατέρα του. Αφού έδωσε τα νερά στις κυρίες, η γαμψή του μύτη διέκρινε στην ατμόσφαιρα ένα ίχνος αρώματος, όπως η ευωδιά ενός τριαντάφυλλου. Κοίταξε κλεφτά τον λαιμό της Λουκίας. Πόσο ήθελε να τον αγγίξει για να δανειστεί κι αυτός λίγο άρωμά της… Στη συνέχεια έκατσε όρθιος πίσω από τον πατέρα του σαν τον Χάρο ζαχαρώνοντας τα παχάκια της.
«Αχ αχ κυρ Ανέστη μου, τον αγαπούσαμε τον Μπαρμπά – Λια μας», κλαψούρισε η κυρία Φρόσω. «Στοργικός πατέρας για μένα και υπέροχος παππούς για τη Λουκία μας».
«Πότε… πότε έφυγε; Για να κανονίσουμε τα περί της κηδείας, καταλαβαίνετε», ρώτησε μαλακά ο κυρ Ανέστης.
«Τι… τι εννοείται;» απόρησε η Λουκία
« Απλώς ρωτάω την ώρα που πέθανε, αν σας είναι εύκολο».
«Καθαρά για τυπικούς λόγους δεσποινίς Λουκία», συμπλήρωσε ο Σωτήρης, ενώ το λάγνο βλέμμα του έφτανε τώρα στις γάμπες της που έμοιαζαν με χοιρομέρι.
«Ε… να… πώς να σας το εξηγήσω… δηλαδή… ο παππούς δεν έχει πεθάνει ακόμα», είπε η κυρά Φρόσω.
«Πώς;» ρώτησαν με μια φωνή πατέρας και γιος. «Δηλαδή… ζει;»
«Προς το παρόν», απάντησε ήρεμη εκείνη. «Είναι στα τελευταία του. Έχει πέσει σε κώμα εδώ και δέκα μέρες. Οι γιατροί μας είπαν να τον ετοιμάζουμε σιγά σιγά, δε νομίζουν να συνέλθει. Ενενήντα τεσσάρων είναι πια, πόσο ακόμα;», συνέχισε σκληρά.
«Καλά λέει η μητέρα», συμφώνησε η Λουκία κοιτάζοντας κατάματα το Σωτήρη. Ούτε ίχνος από δάκρυ στα γουρουνίσια μάτια της. Ρίγησε ολόκληρος από το βλέμμα της. Πόσο άμεσο και αποφασιστικό ήταν! Αυτή είναι γυναίκα για μένα, σκέφτηκε. Στυγνή επαγγελματίας, μέγαιρα και κόλαση στο κρεβάτι. Λίγο σάλιο έσταξε από το στόμα του.
«Μας συγχωρείτε για το ξαφνικό σοκ, αλλά πώς να κανονίσουμε μια κηδεία εφόσον ο μπαρμπα-Λιας δε μας έχει αφήσει ακόμα;» ρώτησε ο Κυρ Ανέστης.
«Μα πεθαίνει, είναι στα τελευταία του. Πρέπει να…»
Πριν όμως καταφέρει να τελειώσει την πρότασή της η κυρά-Φρόσω, άνοιξε η πόρτα του γραφείου. Μέσα μπήκε μια ψηλή, λεπτή κοκκινομάλλα γύρω στα 40, με στενό μαύρο φόρεμα που αναδείκνυε το καλογυμνασμένο της κορμί. Φορούσε ένα τεράστιο καπέλο με τούλι το οποίο κάλυπτε το πρόσωπό της. Πιανόταν αγκαζέ από ένα νεαρό μετρίου αναστήματος, άχρωμο σα φυσιογνωμία, με ξανθά μαλλιά. Έκλαιγε γοερά, ακουμπώντας πού και πού στον ώμο του και φυσώντας δυνατά τη μύτη της. Μάνα και κόρη μόλις την είδαν ταράχτηκαν, ανασκουμπώθηκαν. Το ίδιο κι εκείνη.
«Α, εδώ είστε κι εσείς;» τις ρώτησε κοιτάζοντάς τες βλοσυρά.
«Εσύ πώς κι από ‘δω, έχασες το δρόμο για το κομμωτήριο; Απ’ την άλλη πλευρά είναι!», απάντησε η κυρά Φρόσω με ειρωνεία.
Η κοκκινομάλλα έκατσε στην καρέκλα δίπλα στη Λουκία με τον άχρωμο νεαρό στο πλάι να της ακουμπάει απαλά τον ώμο.
«Με τη δεσποινίς γνωρίζεστε;» τόλμησε να ρωτήσει ο κυρ Ανέστης προσπαθώντας να σπάσει τον πάγο.
«Ε όχι και δεσποινίς, Κύρια θέλετε να πείτε. Κυρία Μπαμπατσικάκη, η γυναίκα του Μπαρμπαλιά με άλλα λόγια».
«Μμμμ… σιγά το πρόσωπο!», αποκρίθηκε υποτιμητικά η Λουκιά.
«Η… γυναίκα του;» σάστισε ο Σωτήρης. Κοιτάχτηκαν με τον πατέρα του με νόημα. Μπράβο ο γέρος, έτρωγε καλά, σκέφτηκε.
«Ήρθα να κανονίσω την κηδεία του συζύγου μου», είπε λυπημένα η κυρία Μπαμπατσικάκη, με το κάτω χείλος της να τρέμει επιδεικτικά.
«Μας συγχωρείτε δηλαδή μαντάμ, με το συμπάθιο, αλλά μας είπε η κόρη του πως δεν έχει πεθάνει ακόμα», απόρησε ο Σωτήρης.
«Ακόμα. Είναι όμως στα τελευταία του».
«Μα… πώς να κανονίσουμε μια κηδεία χωρίς να έχει αποχωρήσει ο ενδιαφερόμενος;»
Πατέρας και γιος δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους. Πρώτη φορά συναντούσαν τέτοια περίπτωση.
«Μα πεθαίνει σήμερα, αύριο, μεθαύριο…», επέμεινε η σύζυγος.
«Μήπως βιάζεσαι να τον ξαποστείλεις;» της επιτέθηκε η κυρά Φρόσω
«Ενώ εσύ; Είπατε να πάτε για καφέ με τη φαλαινίτσα κόρη σου και δεν είχατε καλύτερο μέρος;»
«Λιγουρεύεσαι τη διαθήκη ε; Προικοθήρα! Τον πατερούλη μου τον καημένο τον τύλιξες στα δίχτυα σου για να του φας τα λεφτά!».
«Κυρίες μου, σας παρακαλώ, ψυχραιμία, μη φωνάζετε!», προσπάθησε άδικα να της ηρεμήσει ο κυρ Ανέστης. «Σωτήρη φέρε μας λίγο κονιάκ να ηρεμήσουν τα πνεύματα».
Ο γιος του έτρεξε στο πίσω μέρος του γραφείου που βρισκόταν μια μικρή κουζινίτσα. Έβαλε για όλους μια γύρα κονιάκ και μοιράζοντάς τα σιγοστάθηκε στη Λουκία. Προσφέροντάς το κονιάκ της φίλησε το χέρι τρυφερά κλείνοντας το μάτι. Εκείνη ξαφνιάστηκε ευχάριστα και χαμογέλασε κατεβάζοντας το κεφάλι ντροπαλά.
«Μήπως σας περισσεύει κανένα τουλουμπάκι;» ρώτησε σιγανά.
«Ωραία…» είπε ο κυρ Ανέστης. «Αρχικά να σας ενημερώσω ότι κηδεία δε μπορεί να γίνει αν δεν έχει αποβιώσει ο ενδιαφερόμενος. Ας ηρεμήσουμε λοιπόν για να βρεθεί μια λύση».
«Λύση!», πετάχτηκε η κυρά Φρόσω. «Το τσόκαρο από ‘δω βιάζεται να τον ξαποστείλει για ν’ ανοίξει τη διαθήκη!».
«Χα χα χα χα, ας γελάσω!» είπε κοροϊδευτικά η σύζυγος. «Ενώ εσείς; Πίστεψέ με, ξέρω πολύ καλά τι μου έχει αφήσει ο γέρος. Με όσα του έκανα θα έπρεπε όλα να τα αφήσει σε μένα. Ας όψεται όμως που συμπαθούσε κι αυτή την… κολοκύθα εδώ!»
Έδειξε με το κεφάλι της υπεροπτικά τη Λουκία.
«Ποιον είπες κολοκύθα ρε;» ούρλιαξε η εγγονή και τράβηξε με δύναμη το καπέλο της συζύγου, δίνοντάς της ταυτόχρονα μια φάπα στο σβέρκο.
Η σύζυγος χαστούκισε τη Λουκία αφήνοντάς της μια κόκκινη παλάμη στο τροφαντό της μάγουλο. Ο κυρ Ανέστης τρελάθηκε! Τρεις γυναίκες αλαφιασμένες έσκουζαν για κάποιον ο οποίος δεν είχε πεθάνει ακόμα. Αχ καημένε Μπαρμπαλιά, θα τρίζει το κρεβάτι σου με τέτοια καμάρια, σκέφτηκε. Ο Σωτήρης προσπαθούσε να χωρίσει τη γυναικοπαρέα, η οποία είχε χάσει κάθε έλεγχο. Όπου μπορούσε χούφτωνε και κάνα παχάκι της Λουκίας, από λάθος πάντα. Ο άχρωμος νεαρός έπινε τα κονιάκ το ένα μετά το άλλο ατάραχος.
Ξαφνικά χτυπάει το κινητό της συζύγου. Μια μικρή παύση επικρατεί.
«Παρακαλώ; Η ιδία. ΤΙ;! ΠΟΤΕ;! Μα δεν είναι δυνατόν! Είστε σίγουροι; Σας ευχαριστώ… Ο γέρος, ξύπνησε και μας ζητάει».
«Πώς;» είπαν μάνα και κόρη με μια φωνή. «Μα καλά πότε;»
«Μόλις. Πάμε στο νοσοκομείο».
«Ε δεν το πιστεύω! Ήμαρτον!».
«Α, ωραία νέα!», συμπλήρωσε χαρούμενα ο κυρ Ανέστης. «Τέλος καλό, όλα καλά. Ορίστε βρέθηκε λύση. Μπράβο στο Μπαρμπαλιά! Σας έβγαλε από τη δύσκολη θέση!».
Οι γυναίκες τον κοίταξαν αμίλητες και κάπως ντροπιασμένες.
«Πάμε Φροσάκι μου», είπε η σύζυγος.
«Τι να κάνουμε… πάμε Μιμίκα μου».
«Έλα κι εσύ κούκλα μου», απευθύνθηκε η σύζυγος στη Λουκία.
Η Κυρά Φρόσω κοντοστάθηκε λιγάκι στην πόρτα και είπε με χαμηλωμένο κεφάλι.
«Ξέρετε… εμείς απλά ενδιαφερθήκαμε να μάθουμε τα έξοδα μιας κηδείας. Σε περίπτωση που συμβεί το κακό. Καταλαβαίνετε…».
Η σύζυγος την άρπαξε ανέκφραστα από το μπράτσο, πιάστηκαν αγκαζέ, αποχαιρέτησαν ευγενέστατα τον κυρ Ανέστη και το Σωτήρη και αποχώρησαν όλο χάρη. Από πίσω έτρεχε να της προλάβει ο άχρωμος νεαρός.
Ε, αυτό δεν είχε ξανασυμβεί! Τις άτιμες!, σκέφτηκε ο κυρ Ανέστης.
«Σωτηράκη μάζεψε τα ποτήρια, μας τρελάνανε!».
Ο Σωτήρης μάζευε και σκεφτόταν τη Λουκία. Την τροφαντή αυτή ύπαρξη που εισέβαλε έτσι ξαφνικά στη ζωή του. Έπρεπε οπωσδήποτε να της ζητήσει να βγούνε. Αλλά πρώτα θα μάθαινε να φτιάχνει τουλούμπες. Η λάμψη στα μάτια της όταν του ζήτησε το γλυκό ήταν απερίγραπτη.
«Λατρεμένη μούσα μου! Ετοιμάσου να απολαύσεις μοναδικές στιγμές παρέα με τις νοστιμότερες τουλούμπες όλων των εποχών!», αναστέναξε χαμογελώντας.
Elpida Petrova

One response to “Αχρείαστος & Υιός”
🤣🤣🤣