Η Αριάδνη και ο Διαμαντής, παντρεύτηκαν από προξενιό. Εκείνη μόλις δέκα εννέα χρονών κι εκείνος είκοσι τέσσερα, από φτωχές οικογένειες και οι δύο. Προίκα τους, το καλό όνομα, το καθαρό μέτωπο και τα άξια, δουλευτάρικα χέρια.
Δεν τους χαρίστηκε τίποτα. Δούλευαν και οι δύο σε ξένα κτήματα. Η Αριάδνη δεν δίσταζε πουθενά. Στα καπνά, στα στάχυα, στα αμπέλια, στις ελιές, παντού τα κατάφερνε παλικαρίσια. Ο Διαμαντής την καμάρωνε. Ήταν εκείνος που την είχε δει σε μια Κυριακάτικη βόλτα στην πλατεία του διπλανού χωριού από ‘κείνο της καταγωγής του. Τον εντυπωσίασε το καμαρωτό της περπάτημα. Σα να συμμετείχε σε χορογραφία. Πετούσε. Τα χέρια της, σα μπαλαρίνας, είχαν μια απίστευτη χάρη σε κάθε κίνησή τους. Μεγάλα μακριά δάχτυλα, που η κίνησή τους καθώς μιλούσε και γελούσε περπατώντας με τη φίλη της, τον μάγεψε.
Σε δεύτερο χρόνο είδε τα χαρακτηριστικά της. Μακρύς λαιμός, αψεγάδιαστη επιδερμίδα, κατάλευκη, σαν κύκνος περήφανος του φάνηκε. Έμαθε ποια ήταν, πού έμενε και την επόμενη κιόλας μέρα, έστειλε την προξενήτρα.
Οι γονείς της Αριάδνης δέχτηκαν αμέσως, αφού τους διαβεβαίωνε η προξενήτρα ότι δεν θέλει τίποτα για προίκα ο γαμπρός. Δεν είχαν και τίποτα να δώσουν. Και στη σειρά περίμεναν άλλες τρεις θυγατέρες. Η μία μάλιστα μεγαλύτερη από την Αριάδνη, είκοσι ενός, και ήδη φοβόντουσαν μη τους μείνει στο ράφι. Ένα στόμα λιγότερο ήταν μεγάλη ανάσα για την οικογένειά της.
Η κοπέλα άκουγε σιωπηλή και με το βλέμμα κάτω. Δεν μπορούσε να φέρει αντίρρηση. Ήταν η μοίρα των γυναικών, να ανήκουν σε όποιον τις διαλέξει, χωρίς καν αυτές να τον γνωρίζουν.
Ο Διαμαντής, της έκανε καλή εντύπωση, από την πρώτη στιγμή, ευτυχώς. Ένιωθε τυχερή. Ήταν ένας νεαρός, όμορφος άντρας, μελαχρινός, με ίσια, μαύρα μαλλιά, καστανά μάτια και μία ιδιαίτερη ελιά, αριστερά, στο πηγούνι, που της άρεσε πολύ πάνω του. Ήταν γεροδεμένος και κάτι επάνω του, στον τρόπο του, στην έκφρασή του, την έκανε να νιώθει οικεία, σα να τον ήξερε.
Ο γάμος λιτός, με λίγα άτομα, σε κλίμα ζεστασιάς και αγάπης.
Από την επόμενη κιόλας, πήγε μαζί του στα χωράφια που δούλευε εκείνος.
Δεν δέχτηκε να μείνει στο σπίτι κι εκείνος να γυρίζει αργά το βράδυ κατάκοπος. Ο Διαμαντής εντυπωσιάστηκε. Πώς μια λεπτεπίλεπτη, στα μάτια του εύθραυστη κοπέλα, με αυτά τα υπέροχα, λεπτά χέρια, έβγαζε τόση δουλειά! Με τον καιρό, το ζευγάρι, θαύμαζε ο ένας τον άλλο, νοιαζόταν ο ένας για τον άλλο, αγαπούσε, σεβόταν, συμπλήρωνε ο ένας τον άλλο.
Στα είκοσί της, έφερε στη ζωή την πρώτη κόρη τους, στα είκοσι δύο της, τον μονάκριβο γιο τους και στα είκοσι πέντε της, την δεύτερη κόρη τους. Τρία βλαστάρια, που μεγάλωναν και οι δύο μαζί, με αγάπη.
Ο Διαμαντής πάντα ξεχώριζε από τους υπόλοιπους άντρες. Δεν ξημεροβραδιαζόταν στους καφενέδες, δεν του άρεσε να περνά όσο ελεύθερο χρόνο είχε μακριά από το σπίτι του, δεν δίσταζε να αγκαλιάζει, να παινεύει, να βοηθά την γυναίκα του κι ας τον κορόιδευαν οι “άντρες παλιάς κοπής” φίλοι του, ότι αυτά δεν τα κάνουν οι άντρες κι ότι η γυναίκα του τον έβαλε στο βρακί της. Δεν έδωσε ποτέ σημασία σε κανέναν. Έβλεπε στα μάτια της Αριάδνης του, την ευτυχία κι αυτό του αρκούσε. Γι’ αυτό πάλευε. Το ίδιο έκανε και με τα παιδιά του. Τα αγκάλιαζε, τα τάιζε, έπαιζε μαζί τους. Δεν ήταν ο μπαμπάς φάντασμα ή ο μπαμπάς μπαμπούλας. Κατάφεραν κι έκαναν μια ζηλευτή οικογένεια. Τρία υπέροχα παιδιά, που μεγάλωναν σε ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον που θα τους έδινε εφόδια αργότερα για τις δικές τους οικογένειες. Η ευτυχία όμως είναι πολύ ακριβή κι έχει μεγάλο κόστος. Ο Διαμαντής αρρώστησε. Κρύωμα είπαν. Ψηνόταν μέρες στον πυρετό. Πονούσαν όλα του τα κόκαλα. Άρχισε να μη τρώει, να μην έχει δυνάμεις, ούτε τα μάτια του να κρατά ανοιχτά. Η Αριάδνη και τα παιδιά, στο πλευρό του, προσεύχονταν και έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους, τον φρόντιζαν.
Ένα από τα πολλά βράδια, σε μια καρέκλα δίπλα του, του κρατούσε το χέρι και το κεφάλι της το είχε γυρτό, στο στέρνο του. Και του σιγοψιθύριζε “σε αγαπώ Διαμαντή μου και η αγάπη όλα τα νικάει. Θα γίνεις καλά και μας περιμένουν πολλές όμορφες μέρες!”.
Εκείνος, πια, ήξερε, έβλεπε το άσπρο φως μπροστά του, τον καλούσε, τον ζέσταινε, τον γέμιζε αγαλλίαση, ηρεμία, δεν φοβόταν, δεν ένιωθε αδύναμος. Της έσφιξε το χέρι και της είπε, “φεύγω αγάπη μου, φεύγω. Θέλω να σταθείς δυνατή για τα παιδιά μας. Σε λατρεύω. Θα σε περιμένω. Θα είναι δική μας, ολάκερη η αιωνιότητα αγάπη μου”. Και έφυγε. Έτσι, κρατώντας της το χέρι. Είχε εγκαταλείψει το φθαρτό σαρκίο του και η άυλη μορφή του, στεκόταν απέναντι στην Αριάδνη που θρηνούσε. Φιλούσε το χέρι του που ακόμα έκρυβε το δικό της. Χάιδευε το παγωμένο, άχρωμο πρόσωπό του κι έκλαιγε. Του ζητούσε να μην την αφήσει μόνη, να μη φύγει. Η ουράνια πια, υπόσταση του Διαμαντή, την πλησίασε. Άπλωσε το χέρι του στα μαλλιά της κι εκείνο την διαπέρασε. “Αυτό γίνεται τελικά;” σαστισμένος, σκέφτηκε, “γινόμαστε φαντάσματα μετά θάνατον;”.
Δεν άντεχε να την βλέπει να υποφέρει, να σπαράζει στο κλάμα. Ύψωσε ξανά το χέρι του και με όλη του την αγάπη, το άφησε τρυφερά, πάνω στα μαλλιά της. Τότε, κάτι μαγικό έγινε… Το ζευγάρι, σε διαφορετικούς κόσμους πια, ένιωσαν ο ένας την παρουσία του άλλου!
Ο Διαμαντής χαμογέλασε ήσυχος, ότι θα παρέμενε ο φύλακάς της.
Η Αριάδνη, έκλεισε τα μάτια, άφησε τα δάκρυα να τρέχουν, ακούμπησε το χέρι της στα μαλλιά της, στο μέρος που ήταν το δικό του και ψιθύρισε “θα είσαι πάντα εδώ!”.
Όλα τα πρέποντα, κηδεία, εννιάμερα και τώρα, τα σαράντα, έγιναν σε κλίμα πένθους, θρήνου, δακρύων, πίκρας, από όλους τους συγγενείς και φίλους που έχασαν ένα ξεχωριστό άτομο, μόλις στα σαράντα του χρόνια.
Από το πρωί ο καιρός συννεφιασμένος, συνηγορούσε στην ημέρα θλίψης.
Ο Διαμαντής, ως πνεύμα, περνούσε από όλους και προσπαθούσε να τους επικοινωνήσει ψυχικά, ότι είναι καλά και ότι είναι πάντα δίπλα τους. Κανείς δεν είχε την αντίδραση της γυναίκας του, που τον ένιωσε, που αισθάνθηκε την παρουσία του, την ημέρα που άφησε την τελευταία του πνοή. Για ‘κείνους ήταν το σώμα, που πριν σαράντα μέρες, καλύφθηκε με χώμα. Έβλεπε την γυναίκα του να πονά, τα παιδιά του να κλαίνε και δεν το άντεχε.
Στο μνήμα, με την ασπρόμαυρη φωτογραφία του από τον στρατό, τους έστειλε το μήνυμά του. Όλο το μνήμα, λούστηκε στο φως, από έναν ολόλαμπρο, φωτεινό ήλιο! Παντού τριγύρω συννεφιά, μα το μνήμα του Διαμαντή, ολόφωτο! Η Αριάδνη έμεινε στήλη άλατος. Έσφιγγε τα παιδιά της πάνω της και τους έλεγε “Το βλέπετε; Το βλέπετε πώς λάμπει; Είναι εδώ ο πατέρας σας, σας στέλνει την αγάπη του!”. Τα παιδιά έβλεπαν, μα δεν μπορούσαν να καταλάβουν. Δεν ήταν εύκολο, δεν ήταν για όλους κι ας τον αγαπούσαν. Ήταν μικρά για να δουν πέρα από αυτόν τον κόσμο. Αυτά λόγω ηλικίας κι ο υπόλοιπος κόσμος λόγω έλλειψης πίστης.
Η Αριάδνη σκούπισε τα δάκρυά της κι ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Άγγιξε το μνήμα και το φως του, ζέστανε την ψυχή της. Ήταν εκεί ο άντρας της. Και πια ήξερε, πως καμιά συννεφιά δεν θα την τρομάξει. Θα ήταν αυτός εκεί, να ρίξει φως.
Η ζωή δεν ήταν εύκολη. Έμεινε μόνη με τρία παιδιά, το μικρότερο, δέκα χρονών. Η καθημερινότητα δύσκολη, η επιβίωση δυσκολότερη. Δούλευε σκληρά. Έγινε και μάνα και πατέρας. Πάντα όμως, σε καθημερινή βάση, υπήρχαν στιγμές που τον αναζητούσε. Τον καλούσε, να δηλώσει την παρουσία του, όταν ήταν μόνη και μπορούσε να τον νιώσει, χωρίς να την περάσουν για τρελή.
Άλλοτε, μπροστά στον καθρέφτη, που χτένιζε τα μαλλιά της, εκείνος μαζί της, κρατούσε την χτένα. Μύριζε το άρωμα των μαλλιών, του δέρματός της και θυμόταν πόσο τυχερός ήταν που είχε αυτό το πανέμορφο πλάσμα δικό του. Εκείνη, κρατούσε τη χτένα και ηλεκτριζόταν. Ένιωθε το χέρι του στο δικό της, όπως όταν τον είχε δικό της.
Άλλοτε, σε αρρώστιες των παιδιών, με υψηλούς πυρετούς, με αγωνίες, ξενύχτια. Έπιανε μαζί της το ξυδόπανο και μαζί το ακουμπούσαν στο μέτωπο των παιδιών. Τότε, ένιωθε πιο δυνατή. Τον έψαχνε με το βλέμμα της. Μα δεν ήταν πουθενά. Η αίσθηση της αφής, ήταν ο δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσά τους. Η αίσθηση της παρουσίας, που μαλάκωνε περιστασιακά την μοναξιά. Που ζέσταινε την έρημη ψυχή.
Άλλοτε σε δικό της σωματικό πόνο από υπερκόπωση. Ήταν εκεί, καθισμένος δίπλα της, να της κρατά το χέρι κι εκείνη να παίρνει δύναμη. Να σφίγγει τα χέρια της, ξέροντας πως σφίγγει το δικό του.
Ο Διαμαντής κι όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι του Παραδείσου, είχαν τις δικές τους ζωές. Εκείνος επέλεξε να διαλέξει για τόπο ανάπαυσης, το μέρος που πάντα ονειρεύονταν πως θέλουν να γεράσουν με την Αριάδνη του. Αλλιώς τον φανταζόταν τον Παράδεισο. Ένα αχανές λιβάδι, με ποταμάκια, πουλάκια, ζωάκια και άνθρωποι τριγύρω με ένα φύλο συκής για ένδυμα, σαν τους πρωτόπλαστους. Όχι, ούτε πλησίαζε στην πραγματικότητα αυτή η εικόνα.
Ο Παράδεισος ήταν σαν τον κόσμο μας…
Σπίτια μικρά, μεγάλα, χωριουδάκια, μεγαλουπόλεις, βουνά, κάμπους. Όλα το ένα δίπλα στο άλλο. Ο καθένας, επέλεγε πού ήθελε να μείνει. Τα μόνα που έλειπαν, ήταν η κακία, η ζήλεια, η απάτη, το μίσος, η κακογλωσσιά, η αχαριστία. Ό,τι θύμιζε την ανθρώπινή μας υπόσταση, εκεί χανόταν, δεν υπήρχε.
Όλοι χωρούσαν παντού.
Όλα έφταναν για όλους.
Όλοι μπορούσαν να είναι ευτυχισμένοι, όλοι βοηθούσαν ο ένας τον άλλον κι όλοι ήταν χαρούμενοι. Το ανθρώπινο ον εκεί, δεν μπορούσε να κάνει κακό, μόνο καλό.
Ο Διαμαντής, ζήτησε να μείνει στη θάλασσα λοιπόν. Μακριά από τα χωράφια που δούλευε όλη του τη ζωή. Όταν κάθονταν καταγής με την Αριάδνη, στα διαλείμματα από την δουλειά, αγκαλιασμένοι ονειρεύονταν ένα μικρό σπιτάκι, στην θάλασσα. Αυτό ήθελαν. Να την μυρίζουν, να την ακούν, να χάνονται στο βάθος του ορίζοντα, μαζί.
Ούτε η μεγαλούπολη του Παραδείσου τον δελέασε, ούτε τα μεγάλα, πολυτελή σπίτια. Η γυναίκα του, ήταν ένα ταπεινό, όμορφο πλάσμα, που για πολυτέλεια είχε την αγάπη. Στα χρόνια που έζησαν μαζί, δεν του ζήτησε ποτέ τίποτα για τον εαυτό της. Είχε βρει το ιδανικό μέρος για να την περιμένει.
Η Αριάδνη, πάλεψε. Δεν θα κατέθετε τα όπλα. Δεν ήταν τέτοια πάστα ανθρώπου. Το σώμα της όμως, την πρόδωσε κι αυτήν. Ακριβώς δέκα χρόνια μετά, ίδιο μήνα, οι δυνάμεις της την εγκατέλειψαν. Το σώμα της ζητούσε ξεκούραση και η ψυχή της λαχταρούσε να πετάξει κοντά του. Έφυγε στον ύπνο της, ήσυχα. Καθώς διέσχιζε το φωτεινό, λευκό μονοπάτι, στην άκρη, τον είδε. Την χαιρετούσε, της χαμογελούσε. Πόσο της είχε λείψει. Έπεσε στην αγκαλιά του κι έμειναν έτσι ώρα πολύ. Άλλωστε, όλος ο χρόνος ήταν δικός τους πια.
– Σε ευχαριστώ που έβρισκες τον τρόπο να είσαι κοντά μου όλα αυτά τα δέκα χρόνια!
– Σε ευχαριστώ που πίστεψες, που με ένιωθες Αριάδνη μου!
Χέρι χέρι, διέσχιζαν τις διάφορες μεριές του Παραδείσου. Η Αριάδνη δεν πίστευε στα μάτια της. Πόσο διαφορετικό τον περίμενε…
Μα, αυτό δεν είναι η αιώνια ζωή; Το πού θα κατοικήσει αιώνια η ψυχή μας, είναι προσωπική επιλογή για τον καθένα. Άλλοι παράδεισο θεωρούν την αφθονία, άλλοι την πολυτέλεια, τα μεγάλα σπίτια, άλλοι τον ουρανό, τα βουνά, την θάλασσα, τους ανθρώπους, τα ζώα. Γι’ αυτό ο Θεός, αφήνει την ελεύθερη βούληση στα όντα του και στη μετά θάνατο ζωή. Άνθρωποι όλων των ηλικιών, ζούσαν όπως και στη γη. Με επιλογές. Απλά εδώ, ήταν εύκολο να έχεις ό,τι επιθυμείς. Ήταν όλα μπροστά σου. Δεν χρειαζόταν να κοπιάσεις για τίποτα. Είχαν αφθονία σε ό,τι αγαθό ήθελαν. Κήποι τεράστιοι με δέντρα γεμάτα φρούτα και καρπούς, που δεν τελείωναν ποτέ. Τα κλαδιά, δεν άδειαζαν ποτέ. Έβλεπες παντού χαμογελαστούς, φωτεινούς ανθρώπους, να έχουν τη ζωή που ήθελαν.
Προσπέρασαν τη γειτονιά με τα παλάτια, τις τεράστιες πολυτελείς κατοικίες, τα αγροκτήματα με τους ανθρώπους που ζούσαν με άλογα, πρόβατα, αγελάδες, τα μικρά ξύλινα σπιτάκια στους πρόποδες των βουνών, τα σπίτια με τις τεράστιες αυλές και μέσα παιδιά να παίζουν με σκυλάκια και γατάκια κι έφτασαν στη θάλασσα. Είχε διάφορα σπίτια, άλλα μπροστά στο κύμα, άλλα πιο πίσω, άλλα πολυτελή, άλλα πιο απλά. Το βλέμμα της Αριάδνης έπεσε σε ένα μικρό, πέτρινο σπίτι, με ένα μεγάλο παράθυρο μπροστά στη θάλασσα, με μια μικρή αυλή, πνιγμένη απο τριαντάφυλλα και βασιλικούς κι ένα στρογγυλό τραπεζάκι με δύο καρέκλες. Γύρισε και κοίταξε τον Διαμαντή.
– Βρήκες το σπίτι των ονείρων μας, στη θάλασσα!
– Το ήξερα πως θα το καταλάβεις αγάπη μου!
Κοιτάχτηκαν. Τίποτα δεν μπορούσε να τους χωρίσει. Η αιωνιότητα ήταν δική τους, εκεί, στο μικρό πέτρινο σπιτάκι που θα φιλοξενούσε την αγάπη τους.
Από ‘κεί, θα γίνονταν, φύλακες άγγελοι για τα παιδιά τους.
Χρυσούλα Καμτσίκη

One response to “Για πάντα μαζί”
Υπέροχο κείμενο …μπράβο!!💖