Μέχρι τα τριάντα έξι μου, ήμουν ο κλασσικός τύπος του εργένη. Το μότο μου ήταν “ψήσε, χτύπα, φύγε”.
Μεγαλωμένος στην επαρχία, ψηλός, μελαχρινός με μπλε μάτια, βρέθηκα στα είκοσί μου στην πρωτεύουσα για επαγγελματικούς λόγους.
Επαγγελματίας αθλητής σε μεγάλη ομάδα, οι επιτυχίες στις γυναίκες πολλές. Μεγάλη πόλη, πολλές γυναίκες. Πάντα κάποια θα βρισκόταν να μου κρατήσει συντροφιά.
Ένα βράδυ, ο καλύτερός μου φίλος και υπαρχηγός της ομάδας, είχε γενέθλια και μας κάλεσε όλους σε ένα μπαράκι, από αυτά που λειτουργούν όλη μέρα και έχουν και καφέ και φαγητό στα Δυτικά προάστια που το είχε μια φίλη του.
Και εκεί την είδα. Κοντούλα (καλά 1,67 δεν την λες και κοντή, αλλά εγώ ήμουν 2 μέτρα), ξανθιά, με πολύ ωραίο χαμόγελο. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που πρόσεξα στην Βάσω. Όλη την νύχτα δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από επάνω της.
Και όταν ήρθε να ευχηθεί στον κολλητό και έκατσε να πιει ένα ποτό μαζί μας, χάρηκα πολύ. Ο Θανάσης που είδε ότι ενδιαφερόμουν, με ρώτησε αν μπορούσα στο κλείσιμο να την πάω σπίτι, γιατί είχε το αμάξι συνεργείο.
Έτσι, σε όλο το δρόμο μιλούσαμε. Ανταλλάξαμε και σόσιαλ για να έχουμε καλύτερη επικοινωνία. Έμαθα ότι ήταν δέκα χρόνια πιο μεγάλη από εμένα, κάτι που δεν με χάλασε καθόλου. Έμαθα ότι είχε και δύο μικρά παιδιά από έναν που μόλις έμεινε έγκυος στο μωρό την εγκατέλειψε. Ούτε αυτό με χάλασε.
Αρχίσαμε λοιπόν να μιλάμε και όταν οι υποχρεώσεις μας το επέτρεπαν, συναντιόμασταν και από κοντά, είτε στο μαγαζί της είτε έξω. Ήμουν τρελά ερωτευμένος μαζί της, κάτι που δεν το είχα πάθει ποτέ ως τότε. Και κάποια στιγμή, γνώρισα και τα παιδιά της. Ο μεγάλος, ο Μιχάλης ήταν τρία χρονών και το μωρό οκτώ μηνών. Πολλές φορές βγαίναμε όλοι μαζί και πηγαίναμε είτε σε παιδότοπους, είτε σε πάρκα για να παίζει και ο Μιχάλης.
Έβλεπα ότι του έλειπε η πατρική φιγούρα και πολύ γρήγορα έγινα το ίνδαλμά του. Με συμβουλευόταν για πολλά θέματα και είχα φτάσει στο σημείο να περνάω περισσότερες ώρες με τον Μιχάλη, παρά με τους φίλους μου.
Σιγά-σιγά μετακόμισαν στο σπίτι μου και ήμασταν πλέον σαν κανονική οικογένεια. Μάλιστα, η Βάσω με είχε δηλώσει σαν επαφή έκτακτης ανάγκης στον παιδικό σταθμό των παιδιών, τα οποία το σχολικό πλέον τα έφερνε στο σπίτι μου.
Ο Μιχάλης, από την αρχή της γνωριμίας μας με φώναζε με το όνομά μου, όταν όμως πήγα στη Χριστουγεννιάτικη γιορτή στο σταθμό, με φώναζε μπαμπά και με σύστηνε σαν μπαμπά του. Τότε μας φώναξε και η δασκάλα του, η Κατερίνα και μας είπε ότι τον τελευταίο καιρό ο Μιχάλης είχε αλλάξει πολύ. Ήταν πιο χαρούμενος και συμμετείχε σε όλες τις δραστηριότητες.
Τότε, αποφάσισα να μιλήσω στους γονείς μου και να ζητήσω επισήμως και τη Βάσω. Πλησίαζε και καλοκαίρι και θα πηγαίναμε όλοι μαζί διακοπές. Πήγα λοιπόν στο πατρικό μου με σκοπό να μιλήσω στους γονείς μου.
Είχαν και καιρό να με δούνε, οπότε και ο Παναγιώτης και η Έλλη με καλοδέχτηκαν. Μοναχογιός γαρ, είχαν ετοιμάσει τα πάντα για να με υποδεχτούν. Το πρώτο βράδυ μαζεύτηκε όλο το σόι, οπότε δεν βρήκα ευκαιρία να τους μιλήσω.
Την άλλη μέρα πήγα για τρέξιμο και μετά πίνοντας καφέ αποφάσισα να τους μιλήσω. Χαρήκαν όταν έμαθαν ότι υπάρχει μια γυναίκα στη ζωή μου και πως είχα σκοπό να τη ζητήσω σε γάμο. Όταν τους μίλησα για τα παιδιά, ο πατέρας μου άστραψε και βρόντηξε. Μπάστaρδa τα ανέβαζε, εξώγαμα τα κατέβαζε. Κουβέντα δεν άκουγε. Εκεί πάνω του είπα ότι θα κάνω ό,τι καταλαβαίνω και πως το καλοκαίρι θα τους έφερνα μαζί μου στο εξοχικό στο νησί.
Παρόλο που τα πράγματα δεν πήγαν έτσι όπως θα ήθελα να έχουν πάει, εγώ αποφάσισα να κάνω την πρόταση. Ζήτησα τη βοήθεια του Μιχάλη και τα σχεδιάσαμε όλα. Στο μαγαζί κάθε Παρασκευή είχαν βραδιά καραόκε. Πήρα λοιπόν το μικρόφωνο, τραγούδησα το τραγούδι μας και όταν τελείωσε είπα “λίγο την προσοχή σας πριν έρθει ο επόμενος… Μιχάλη έλα εδώ λίγο που σε θέλω”. Ο Μιχάλης πλησίασε και τραγουδήσαμε μαζί το “τυχερό αστέρι”. Μόλις τελείωσε το τραγούδι γύρισα και μπροστά σε όλον τον κόσμο του είπα “μικρέ θέλεις να γίνεις γιος μου; Μου δίνεις το χέρι της μαμάς σου;”.
Ο Μιχάλης φώναζε ναι ναι και τότε γονάτισα μπροστά στη Βάσω και ζήτησα να γίνει γυναίκα μου. Και φυσικά και δέχτηκε. Έτσι, ήμασταν πια επισήμως αρραβωνιασμένοι. Το μόνο μου άγχος ήταν η αντίδραση του πατέρα μου και τι θα γινόταν το καλοκαίρι. Ήλπιζα ότι δεν θα πλήγωνε την Βάσω ή τον μικρό.
Με τα παιδιά λοιπόν και τη Βάσω, πήραμε ένα πρωί το σκάφος από την Μαρίνα στον Άλιμο και πήγαμε στην Άνδρο. Οι δικοί μου είχαν ήδη πάει λίγες μέρες πριν. Από το λιμάνι θα μας παραλάμβανε μία φίλη που είχε το αυτοκίνητό μου.
Φτάσαμε στο σπίτι και μπήκαμε στην αυλή. Κρατούσα τον Μιχάλη από το χέρι και είχα στο άλλο μου χέρι το μωρό. Δίπλα μου ήταν και η Βάσω. Είχα δει το αγριεμένο βλέμμα που τους έριξε ο πατέρας μου, αλλά δεν πτοήθηκα καθόλου. Πριν προλάβω να κάνω τις συστάσεις, αφήνει ο Μιχάλης το χέρι μου, τρέχει και πάει κοντά στον μπαμπά μου.
Του σκάει ένα χαμόγελο, ίδιο με της μάνας του, δίνει το χέρι στον μπαμπά μου και του λέει “γεια σου παππού Παναγιώτη, χάληκα που σε γνώλισα”. Και εκεί που περίμενα την έκρηξη του μπαμπά μου, εκείνος σπάει ένα χαμόγελο και του λέει “και εγώ χάρηκα Μιχάλη. Μου είπε ο μπαμπάς ότι σου αρέσουν το μπάσκετ, το βόλει και οι βόλτες με το ποδήλατο. Έλα να δεις τι σου έφτιαξα!”. Και γυρνώντας προς τη Βάσω λέει “καλώς ήρθες κορίτσι μου στην οικογένεια” και γυρνάει στον μικρό και λέει “και αυτός είναι…” και πριν προλάβω εγώ να πω ότι δεν έχουμε αποφασίσει όνομα, γυρίζει η Βάσω και λέει “αυτός πατέρα είναι ο Παναγιώτης”.
Αυτό ήταν… Ό,τι και να σκεφτόταν ο παππούς, το ξέχασε. Όλο το καλοκαίρι έπαιζε με τον Μιχάλη. Πήγαιναν μαζί και το απόγευμα στη Χώρα, όπου ο παππούς έπινε το ουζάκι του και ο εγγονός το χυμό του.
Και στο γάμο μου καμάρωνε ο παππούς. Και όταν βαφτίσαμε το μωρό και ακούστηκε το όνομα, ο παππούς μοίραζε πενηντάευρα. Και σε όποιον τολμούσε να του πει ότι δεν ήταν πραγματικά του εγγόνια του έκοβε την καλημέρα.
Και όταν γεννήθηκαν πρώτα η Έλλη και μετά ο Γιώργος τζούνιορ, ο παππούς τρελάθηκε. Ποτέ όμως δεν ξεχώρισε τα εγγόνια. Και όταν πέθανε, άφησε την περιουσία του και στα τέσσερα παιδιά.
Γιώργος Π.

One response to “Ο παππούς”
Εξαιρετικό!😍