Στάχτη και μπούρμπερη

«Έλα ήρθα, έφτασα, όλα καλά; Τι έπαθες;» φώναζα την ώρα που μπούκαρα μέσα στο σπίτι φανερά τρομαγμένη, μα δεν πήρα καμία απάντηση από τη μάνα μου. Έτρεξα στο σαλόνι και κοίταξα γύρω μου, κανείς. Έπειτα έτρεξα στην κουζίνα, ούτε εκεί ήταν κανένας! Έχω πια τρομοκρατηθεί για τα καλά.

Πριν μισή ώρα με πήρε η μάνα μου στη δουλειά και μου είπε “Έλα γρήγορα σπίτι! Ωχ!” κι έκλεισε η γραμμή. Μέχρι να φτάσω, χίλια σενάρια είχαν περάσει από το μυαλό μου και το γεγονός ότι όσες φορές και να πήρα πίσω, δεν απάντησε, επέτεινε την αγωνία μου ότι κάτι της συνέβη.

Όρμησα στο μπάνιο, ψυχή! Έπειτα άνοιξα την πόρτα της κρεβατοκάμαρας της, μα ούτε εκεί βρισκόταν. Τι να έπαθε; Να χτύπησε, να πήγε στο νοσοκομείο; πέρασαν γι’ άλλη μια φορά οι σκέψεις από το μυαλό μου.

«Εδώ, εδώ!» ακούστηκε μια δυνατή φωνή από το παλιό υπνοδωμάτιό μου. Έτρεξα προς τα εκεί κι άνοιξα με φόρα διάπλατα την πόρτα.
«Αϊ στο καλό, παιδάκι μου! Θες να με κάνεις να πάθω καρδιακό; Πώς ανοίγεις έτσι την πόρτα;». Η μητέρα μου με κοιτούσε επιπληκτικά, έχοντας βάλει το χέρι στην καρδιά. Σε μια γρήγορη αποτίμηση της κατάστασης δε φαινόταν να έχει πάθει κάτι, ήταν όρθια μπροστά στο γραφείο μου, ροδαλή ροδαλή, αίματα δεν υπήρχαν πουθενά και δίπλα της στεκόταν η θεία Ντίνα φανερά τρομοκρατημένη από την ξαφνική είσοδό μου και με το στόμα ορθάνοιχτο κρατώντας ένα μεγάλο φυλλάδιο.

«Εγώ θα σε κάνω να πάθεις καρδιακό, ή εσύ που με πήρες τηλέφωνο και μου πες να έρθω γρήγορα και μετά δεν ξανασήκωσες τα τηλέφωνα;»
«Α έμειναν από μπαταρία, πάλι!» είπε μ’ ένα μοιρολατρικό ύφος η μάνα μου και τίναξε το χέρι της αδιάφορα. Το στόμα μου κρέμασε και ξαφνικά ένιωσα το κορμί μου που τόση ώρα ήταν τσιτωμένο από την αγωνία να αδειάζει και το κεφάλι μου να κοντεύει να σπάσει. «Άργησες!» αλλάζει τόνο η μάνα μου. «Κι έχουμε φάει δύο ώρες τώρα εδώ με τη θειά σου και δε λέμε να πάρουμε μία απόφαση! Έλα να μας βοηθήσεις!» πρόσθεσε επιτακτικά γυρνώντας μου την πλάτη κι έγειρε πάνω από ένα χάρτη που μόλις παρατήρησα ότι είχε απλωμένο πάνω στο γραφείο μου.
«Εδώ, εδώ! Σου λέω!» λέει ξαφνικά η θεία Ντίνα σα να μην την είχε διακόψει κανείς και βάζει το δάχτυλό της πάνω στον χάρτη. Νιώθω τον θυμό να με πλημμυρίζει και προσπαθώντας να τον συγκρατήσω, ρωτώ τη μητέρα μου, για να επιβεβαιώσω αυτό που ήδη ήξερα, ότι ήταν μία χαρά και με τρομοκράτησε τσάμπα, «Είσαι καλά;»
«Μία χαρά» απαντά αποφεύγοντας να με κοιτάξει «Μόνο που μισή ώρα τώρα ψάχνουμε τις Μαλδίβες…»
«Μαλδίβες…» λέω τονίζοντας το δ.
«Ναι, τις ΜαλΒίδες»
«Μαλ-ΔΙ-βες», λέω συλλαβιστά και η μάνα μου με κατακεραυνώνει εκνευρισμένη
«Μη μου σηκώνεις τη φωνή κι έλα δείξε μου που είναι οι Μαλβίδες!» με προστάζει
«Κάτω από την Ινδία!» τους φωνάζω φανερά εκνευρισμένη καθώς χτυπώ την πόρτα πίσω μου και απομακρύνομαι κρυφογελώντας, γιατί είμαι σίγουρη ότι δεν έχουν ιδέα πού είναι η Ινδία, όχι να βρούνε που είναι κάτι τόσα δα νησάκια.
«Έϊ που πας; Εσύ πού είπες ότι θα πάτε τελικά;» μου φωνάζει η μάνα μου καθώς ανοίγω την εξώπορτα
«Στην Ινδία!» απαντώ χωρίς να το σκεφτώ και φεύγω.

«Έκπληξη!» ακούστηκε μια φωνή πίσω μου που με έκανε να μαρμαρώσω. Δεν μπορεί κάποιος μου κάνει πλάκα, σκέφτομαι και γυρνώ σιγά σιγά. Μπροστά μου στέκονται η μάνα μου με τη θειά μου ντυμένες “εκδρομικά”.
«Τι κάνετε εδώ;» καταφέρνω να ψελλίσω με τα πολλά.
«Κλείσαμε να έρθουμε στο ταξίδι μαζί σου!»
«Τι κάνατε, λέει;» βγήκε μια φωνή από τα βάθη της αβύσσου κάνοντας τα τζάμια του αεροδρομίου να τρίξουν.
«Τι φωνάζεις, καλέ! Ε δεν μπορούσαμε να αποφασίσουμε πού θα πάμε και είπαμε να έρθουμε κι εμείς στην Ινδία, που για να τη διάλεξες, κάτι θα ξέρεις…»
«Δε μιλάς σοβαρά!» ψελλίζω και νιώθω το αίμα να αδειάζει από το κεφάλι μου και τα γόνατά μου να τρέμουν. Το χειρότερο είναι που με την άκρη του ματιού μου βλέπω τον Χρήστο να έχει πάρει το χρώμα το εκρού του νεκρού και δεν κάνει καμία προσπάθεια να με συγκρατήσει να μη σωριαστώ!

«Μα πώς κάνετε έτσι; Ε εντάξει μπορεί να είμαστε στο ίδιο γκρουπ, αλλά εμείς είμαστε μαζί, εσείς πάλι είστε μαζί…» σκληρίζει αφήνοντας ένα ερωτηματικό να αιωρείται στον χώρο και ρίχνει ένα δεικτικό εξεταστικό βλέμμα στον Χρήστο, ο οποίος ανοιγοκλείνει το στόμα σαν ροφός που τον έβγαλαν έξω από το νερό. «Δε θα σας ενοχλήσουμε καθόλου! Στο κάτω κάτω μπορούμε να κάνουμε ότι δεν σας ξέρουμε! Αυτό θα κάνουμε, ε Ντίνα;» είπε ξερά με δυνατή φωνή και έπιασε αγκαζέ τη θειά μου, μας γύρισαν την πλάτη και απομακρύνθηκαν.

«Δεν πάω πουθενά!» κατάφερε να ψελλίσει ο Χρήστος με τα πολλά. Εν τω μεταξύ μύριες σκέψεις περνάνε από το κεφάλι μου ότι το όλο σκηνικό με τον χάρτη ήταν μία πλεκτάνη της μάνας μου που ήθελε να με εκνευρίσει ώστε να μάθει πού θα πηγαίναμε, ενώ προσπαθούσα να το κρατήσω μυστικό… Ήταν προμελετημένο το έγκλημα… κατάλαβες;
«Σιγά μη χάσω εγώ το ταξίδι για τις δύο τρελές! Άλλωστε εγώ θα γίνω ρεζίλι αν μάθουν οι άλλοι ότι η μάνα μου ήρθε στο ταξίδι μαζί μου. Εμπρός, πάμε!» του είπα με ύφος που δε σήκωνε αντιρρήσεις και προχώρησα με βιαστικά βήματα προς τα γκισέ για να παραδώσουμε τις βαλίτσες μας, ενώ στο μυαλό μου περνούσαν σενάρια εκδίκησης.

Το ταξίδι κύλησε μια χαρά. Ελάχιστα ανταλλάξαμε κάτι ψυχρά βλέμματα και είπαμε να τηρήσουμε την άγραφη συμφωνία και να κάνουμε ότι δεν τις ξέρουμε. Πρώτες πρώτες αυτές στο λεωφορείο, γαλαρία εμείς! Μπροστά αυτές, πίσω εμείς!

Πρώτη μέρα λοιπόν στο Βαρανάσι της Ινδίας, το κέντρο του Ινδουισμού. Ξυπνήσαμε αχάραγα και όλοι μαζί βγαίνουμε σ’ ένα χαοτικό Βαρανάσι που μόλις ξυπνάει. Απίστευτα πολλοί άνθρωποι για την ώρα, πηγαινοέρχονται στους σκονισμένους δρόμους, σαν τα μυρμήγκια ανάμεσα σε δεκάδες πολύχρωμα ρίκσα, μηχανάκια, αγελάδες και αυτοκίνητα. Καθώς προχωράμε προς το ποτάμι, άνθρωποι κουβαριασμένοι στις άκρες του δρόμου με αναμμένες φωτιές προσπαθούν να ζεσταθούν καίγοντας τις σβουνιές από τις αγελάδες και λιγοστά δυσεύρετα ξύλα. Κάποιοι καθαρίζουν τα δόντια τους τρίβοντάς τα μ’ ένα ξυλαράκι. Οι πωλητές και οι μικροπωλητές έχουν αρχίσει να βγάζουν και να απλώνουν τις πραμάτειές τους. Η πόλη αλλάζει μαγικά καθώς γλιστρά από το σκοτάδι στο φως και εγώ φωτογραφίζω προσπαθώντας να αποτυπώσω λίγη από τη μαγεία εκείνου του τόπου, όταν το βλέμμα μου πέφτει πάνω στις δύο γνωστές κοντόχοντρες φιγούρες, που κολλημένες η μία πάνω στην άλλη ακολουθούν κατά πόδας τον οδηγό με σφιγμένο βήμα. Δε δίνω σημασία και ξαναγυρνώ στην αναζήτηση εικόνων.

Σύντομα μας οδηγούν προς μία πλατιά ξύλινη βάρκα στην οποία επιβιβαζόμαστε και αφηνόμαστε να ακολουθήσουμε τη ροή του ποταμού Γάγγη που είναι πλατύς σαν λίμνη, για να φτάσουμε στο σημείο όπου γίνεται η καύση νεκρών, ενώ ο ξεναγός μας δίνει τις απαραίτητες πληροφορίες. Η πρωινή αχλή καλύπτει το ποτάμι και με το ζόρι ξεχωρίζουμε την απέναντι όχθη, ενώ συχνά όλο και κάποιος κορμός περνάει ξυστά από τη βάρκα μας. Στην όχθη πάλι όπου απλώνεται το Βαρανάσι, με τα κάμποσα σκαλιά που κατεβαίνουν ως το νερό, άνθρωποι πλένουν τα σεντόνια τους και τα ρούχα τους τα οποία απλώνουν πάνω στα σκαλοπάτια για να στεγνώσουν, κάποιοι κάνουν το πρωινό μπάνιο τους ζητώντας την ευλογία της θεάς Γκάγκας, μαϊμούδες πιλατεύουν τους μανάβηδες και γυναίκες ετοιμάζουν τα μικρά πιατάκια με τις προσφορές και τις γιρλάντες όπου οι κατιφέδες με το έντονο πορτοκαλί χρώμα τους, το χρώμα του βουδισμού μα και του Ινδουισμού, πρωτοστατούν. Ο ήλιος αρχίζει να ξεπροβάλει ασθενικός προσπαθώντας να σχίσει το πέπλο της πρωινής καταχνιάς.

Καθώς η βάρκα μας πλησιάζει το Manikarnika Ghat με το καπνισμένο αποτεφρωτήριο και κάποια ινδουιστικά κτίρια, σαν τους πύργους που φτιάχνουμε αφήνοντας την υγρή άμμο να κυλά μέσα από τα δάχτυλά μας και τα οποία βάφονται από την ανατολή στο χρώμα της σκουριάς. Ξύλινες βάρκες κουβαλούν κομμένα ξύλα στην όχθη από όπου τα μεταφέρουν μερικοί αποστεωμένοι άντρες που ανήκουν στην κάστα των ανέγγιχτων και τα στοιβάζουν πιο πέρα. Κάποιοι από αυτούς καθαρίζουν τον χώρο από τις στάχτες, τα υπολείμματα των κουφαριών, τα μισοκαμμένα λουλούδια, προσφορές και ρούχα, σχηματίζοντας μικρούς λοφίσκους στάχτης ή ρίχνοντας τα στο ποτάμι…

Εικόνες πρωτόγνωρες, εικόνες σκληρές, εικόνες με μια ιδιαίτερη ομορφιά, εικόνες που σε προβληματίζουν για τη ζωή και το θάνατο…

Μπήκαμε στα στενά πλακόστρωτα σοκάκια, τα γεμάτα με μικρομάγαζα βαμμένα σε ζωηρά χρώματα και στολισμένα με γιρλάντες από κατιφέδες. Άνθρωποι βαρυφορτωμένοι με ξύλα μας προσπερνούν. Ανάμεσα στα δεκάδες μικρομάγαζα με τις μεγάλες ζυγαριές, τις υπαίθριες κουζίνες και τα πολύχρωμα αντικείμενα προς πώληση, βρίσκονται φωλιασμένοι μικροί ινδουιστικοί ναοί, κάποιοι απλοί, με μια σμιλεμένη πέτρα, που αναπαριστά τον Σίβα στη μέση και κάποιοι με τρομακτικά αγάλματα ντυμένα με κόκκινα και χρυσά υφάσματα και γιρλάντες με λουλούδια.

Περνάμε δίπλα από βαριές ξύλινες πόρτες με περίτεχνα σκαλίσματα και μικρά ανάγλυφα από πάνω τους, περίγλυφες λεπτομέρειες στις στέγες ή απίστευτα σφυρήλατα κάγκελα και πολύχρωμες ζωγραφιές… Χαλάσματα, σκουπίδια, βρώμικα νερά αυλακώνουν τις άκρες του στενού και η μυρωδιά τους σμίγει με αυτές του κάρυ και των άλλων μπαχαρικών και αρωματικών που πλανιούνται στον αέρα. Οι άνθρωποι δουλευταράδες, οικογενειάρχες, κυνηγούν το μεροκάματο με ρούχα φτωχικά μεν οι άντρες, μα οι περισσότεροι με καθαρά περιποιημένα, πιο πλουμιστά και με στολίδια οι γυναίκες με τα καλοχτενισμένα τους μαλλιά, κοκέτες. Σκυλιά και αγελάδες κυκλοφορούν ελεύθερα στα στενά κι οι άνθρωποι δεν εκπλήσσονται, δε θυμώνουν, ίσα ίσα γέρνουν και τα χαϊδεύουν ή ανοίγουν τις βρύσες να πιούν νερό… Αυτά είδαν τα δικά μου μάτια, ίσως γιατί αυτά ήθελαν να δουν και αποξεχάστηκαν.

Οι ώρες πέρασαν κι επιστρέψαμε την ώρα που σουρούπωνε στο γκατ για να παρακολουθήσουμε με τη δύση του ηλίου την ινδουιστική τελετή Άαρτι που θα γινόταν δίπλα στο ποτάμι. Επιβιβαστήκαμε πάλι σε μια βάρκα και κατευθυνθήκαμε στον γεμάτο στάχτες και ξύλα χώρο της αποτέφρωσης. Οι φωτιές είχαν ανάψει για τα καλά, και μύριζε σανταλόξυλο, καμένο ξύλο και τσίκνα. Κάποιοι κουβαλούσαν στους ώμους τους νεκρούς σε απλά φορεία τυλιγμένους σε ψευτοχρυσαφιά και πορτοκαλιά υφάσματα, τους οποίους κατέβαζαν ως την άκρη στο ποτάμι, τους βύθιζαν στο ιερό νερό και μετά τους ακουμπούσαν στην πυρά. Γύρω τους κόσμος πολύς στεκόταν ορθός και παρακολουθούσε, τουρίστες και άντρες συγγενείς που προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τη συγκίνησή τους, μην και κλάψουν και δεν μπορέσουν να σπάσουν τον κύκλο των μετενσαρκώσεων οι αγαπημένοι τους και πήγαινε χαμένη η καύση στο ιερό Βαρανάσι… Κι ανάμεσά τους έβλεπες αγελάδες να μασουλούν νωχελικές τις γιρλάντες με τους κατιφέδες, αδιάφορες για τον πόνο και τον θάνατο γύρω τους από τον οποίο κανείς δε γλιτώνει, ρούχα απλωμένα για να στεγνώσουν και ανθρώπους να πηγαινοέρχονται κουβαλώντας ξύλα ή να υποδαυλίζουν μηχανικά τις φωτιές στέλνοντας εκατοντάδες μικρές σπίθες ψηλά στον ουρανό.

Την τελετή Άαρτι την παρακολουθήσαμε μέσα από τη βάρκα. Οι ύμνοι, οι τελετουργικές κινήσεις των Ινδουιστών μοναχών για την προσφορά του φωτός και οι μικρές φλόγες που χορεύουν, κάνουν την ατμόσφαιρα μαγική, παρόλα τα πλήθη που βρίσκονται γύρω τους. Κάποια στιγμή το βλέμμα μου σαρώνει τον κόσμο γύρω μου και σταματά πάλι στη μητέρα μου και τη θεία μου. Κάτι δε μου πάει καλά, αλλά ήταν τόση η πληροφορία για μία μέρα και τόσο όμορφο το θέαμα, που δεν έκατσα να το επεξεργαστώ και πολύ, μόνο γυρνώ πάλι στην τελετή και παρακολουθώ τα εκατοντάδες ντίουας, προσφορές τοποθετημένες σ’ ένα “πιατάκι” κι ανάμεσά τους ένα αναμμένο κερί, που αφήνονται να παρασυρθούν από το ρεύμα του ποταμού…

Επιστρέφουμε στο ξενοδοχείο και καθώς ο οδηγός μας αποχαιρετά λέγοντάς μας ότι ήταν μία δύσκολη μέρα και πολλοί άνθρωποι με την καύση νεκρών και τη φτώχεια ζορίζονται κι αναθεωρούν τη στάση ζωή τους, νιώθω τη μητέρα μου να με πιάνει αγκαζέ και να με σπρώχνει σε μία άκρη. Γυρνώ ξαφνιασμένη και την κοιτώ. Το πρόσωπό της έχει πάρει μία σκληρή έκφραση και το χέρι της με το οποίο με σφίγγει τρέμει ελαφρά.
«Τι έπαθες;» τη ρωτώ κοιτώντας την ερευνητικά. Κάτι θέλει να πει αλλά δεν το ξεστομίζει. «Τι έπαθες, μαμά;» τη ρωτώ με ανησυχία
«Πού έχεις μπλέξει;» ψελλίζει και με αφήνει άφωνη προσπαθώντας να επεξεργαστώ την πληροφορία. «Πού έχεις μπλέξει;» επαναλαμβάνει έπειτα από λίγο και τα νύχια της μπήγονται στον πήχη μου.
«Τι εννοείς;» καταφέρνω να ψελλίσω.
«Πού ήρθαμε;» λέει ξαφνικά με απελπισία και μοιάζει να ετοιμάζεται να αρχίσει μία από εκείνες τις δακρύβρεχτες παραστάσεις τύπου Αρχαίας Ελληνικής τραγωδίας.
«Μάνα, τι λες;» προσπαθώ να καταλάβω αλλά ταυτόχρονα της ρίχνω ένα προειδοποιητικό βλέμμα, τύπου μην τολμήσεις και ξεκινήσεις τις υστερίες!

«Παιδί μου!» αναφωνεί και η φωνή της σπάει σε λυγμό. «Πού έχεις μπλέξει; Αυτοί θέλουν να σε παρασύρουν να γίνεις σαν κι αυτούς! Δε βλέπεις ότι προσπαθούν να σε προσηλυτίσουν;» λέει με σπαραγμό. Νομίζω ότι κάπου εδώ άκουσα το γκντουπ που έκανε το σαγόνι μου πέφτοντας, μα η μάνα μου δε σταματά, έχει πάρει φόρα και λέει τα δικά της, για τους μίγκαν (βίγκαν), για τους βρωμιάρηδες, τους άπλυτους, με τα διαβολικά αγάλματα που καλούν τους διαβόλους και τους τριβόλους και προσεύχονται σε αυτούς και καίνε τους νεκρούς και θα χαθούν οι ψυχές τους και τι ήταν αυτό που είδαν τα μάτια της και πόσο τρόμαξε και μετά από ένα σημείο δεν την ακούω και πραγματικά θα έφευγα, αλλά μοιάζει να παθαίνει κρίση πανικού, ψάχνω με το βλέμμα μου τη θειά μου, αλλά κι αυτή δε φαίνεται καλύτερα, μάλλον συμπάσχει! Κάνω νόημα στον Χρήστο που μας κοιτά εξίσου ξαφνιασμένος κι έρχεται και με βοηθά να τη βάλουμε να καθίσει σε μία καρέκλα στη ρεσεψιόν και προσπαθούμε να την ηρεμήσουμε για να της εξηγήσουμε.

«Δηλαδή δε θα γίνετε σαν κι αυτούς τους… τους…» τραυλίζει για πολλοστή φορά η μητέρα μου.
«Όχι», της επιβεβαιώνουμε εν χορώ μαζί με τον Χρήστο για πολλοστή φορά.
«Χριστιανοί Ορθόδοξοι είστε και θα μείνετε!»
«Ναι…» απαντάμε μαζί.
«Και σύντομα θα παντρευτείτε με θρησκευτικό γάμο…»
«Ναι!» απαντάμε χωρίς να το σκεφτούμε και ξαφνικά παγώνουμε και κοιταζόμαστε ερωτηματικά.
«Ουφ εντάξει, ησύχασα τώρα!» αναφωνεί η μάνα μου και σηκώνεται σα να μην τρέχει τίποτα, αρπάζει τη θεία Ντίνα από το μπράτσο και τραβούν κατά το εστιατόριο, ενώ εμείς απομένουμε να τις κοιτάμε αποσβολωμένοι

«Κι είναι ακόμη η πρώτη μέρα…» ξεφυσά ο Χρήστος απελπισμένος κι έπειτα σαν κάτι να σκέφτηκε, παίρνει ένα ονειροπόλο ύφος και ένα αχνό χαμόγελο χαράζει το πρόσωπό του. Είμαι σίγουρη ότι κάνει εικόνα τη μάνα μου στην πυρά, άδικο έχει; «Στάχτη και μπούρμπερη…» μονολογεί έπειτα από λίγο και κουνά το κεφάλι του καθώς τον παρασέρνω προς το εστιατόριο.

Αναστασία Χ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading