“Λοιπόν κυρία Μάρα; Τι είπε;”, ρώτησε όλο αγωνία η Αλκμήνη
“Αχ κορίτσι μου… Τι να σου λέω τώρα… Άκρη δεν βγάλαμε. Προτιμώ να πάω να δω το παιδί μου.”
Η Αλκμήνη την αγκάλιασε και μαζί πήγαν στην τάξη που ήταν ο Νικόλας.
“Αγοράκι μου; Πώς είσαι; Δεν πιστεύω να σε χτύπησαν! Για το καροτσάκι μην σκας, θα το φτιάξουμε”
“Καλά είμαι μαμά.”, απάντησε κοφτά ο Νικόλας, κάτι που προβλημάτισε και τη μαμά του και την Αλκμήνη. Συνήθως εξέφραζε φανερά τα συναισθήματά του και τώρα, μετά από τέτοιο συμβάν έμεινε ανέκφραστος…
“Έχεις την άδεια του διευθυντή να φύγεις. Πάμε;”, τον ρώτησε η μητέρα του
“Πώς;”, της απάντησε ο Νικόλας και η καρδιά της έσπασε χίλια κομμάτια
“Έλα αγόρι μου, θα σε πάρω εγώ στην πλάτη μου και θα κατέβουμε”, πρότεινε ο κύριος Μανώλης και η Αλκμήνη συμπλήρωσε “Κι εγώ με τη μαμά σου θα κουβαλήσουμε το καροτσάκι.”
Ο Νικόλας απλά κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
Όλο το σχολείο τους κοίταζε. Μα ο Νικόλας, εδώ που είχαν φτάσει τα πράγματα, ανυπομονούσε να γυρίσει σπίτι του και να μείνει μόνος με την καλύτερη του φίλη.
Φτάνοντας πια, ο ίδιος ζήτησε από τον κύριο Μανώλη την άδεια να μείνει η Αλκμήνη σπίτι του μέχρι το απόγευμα και φυσικά εκείνος δεν το αρνήθηκε. Η μητέρα του τους έφτιαξε ένα γρήγορο μεσημεριανό, η Αλκμήνη επιτέλους καθάρισε το πρόσωπό της κι έπειτα τα δύο παιδιά κλείστηκαν στο δωμάτιο.
“Τι μέρα κι αυτή!”, είπε η Αλκμήνη προσπαθώντας να κάνει τον Νικόλα να μιλήσει “Πάντως ήσουν πολύ γενναίος!”
“Εγώ ή εσύ, που έτρεξες και τα διευθέτησες για ακόμα μια φορά όλα; Εγώ απλά περίμενα στο καροτσάκι μου. Ούτε αυτό δεν κουνιόταν σήμερα!”
Η Αλκμήνη δεν ήξερε τι να του απαντήσει…
“Και για να σε βγάλω από τη δύσκολη θέση, ξέρω πολύ καλά γιατί μου επιτέθηκαν τα αγόρια…”
“Γιατί ο κόσμος δεν αντιλαμβάνεται το διαφορετικό!”, συμπλήρωσε η Αλκμήνη, μα ο Νικόλας είχε άλλη άποψη
“Γιατί είμαι ανάπηρος! Γιατί δεν θα περπατήσω ποτέ! Γιατί είμαι ο εύκολος στόχος και γιατί συνοδεύομαι από μια όμορφη κοπέλα που κάνει τη μαμά μου!”
“Να σου πω! Θες να τσακωθούμε; Κάθε χρόνο υπάρχει ένας βλ@κ@ς, δύο, τρεις, που δεν έχουν τι να κάνουν και φέρνουν εσένα σε δύσκολη θέση. Και αφού δεν ανοίγεις το στόμα σου να υπερασπιστείς τον εαυτό σου, ναι, θα το κάνω εγω, κι ας με λογαριάζεις για ‘μαμά’!”, είπε μεγαλόφωνα η Αλκμήνη
“Συγνώμη…”, απάντησε με τρεμάμενη φωνή ο Νίκολας “Δεν ήθελα να τσακωθούμε”
“Δεν τσακωνόμαστε. Είχαμε και οι δύο μια πολύ δύσκολη μέρα. Καλύτερα να πηγαίνω…”, πρότεινε η Αλκμήνη
“Όχι, μείνε. Ξέρεις τι θα μου φτιάξει τη διάθεση; Να μου τελειώσεις την ιστορία της κυρίας Κόννας”
“Ορίστε! Με τούτα και με ‘κείνα δεν είπαμε τα πιο σημαντικά. Αυτό θα κάνω για να φτιάξει η διάθεση και των δύο μας…”, αποφάσισε η Αλκμήνη και έκατσε στην καρέκλα απέναντι από το ειδικό, ορθοπεδικό κρεβάτι του Νικόλα
“Πού είχα μείνει; Α, ναι! Η γιαγιά μου που λες, ήταν μάγισσα. Τις μέρες που μείναμε στη Σμύρνη, μου διηγήθηκε πώς πήρε το ταλέντο από τη μαμά της κι αυτή από τη γιαγιά της και πάει λέγοντας. Και ξέρεις και το καλύτερο; Θα μου το μάθει κι εμένα!”
“Τι θα σου μάθει δηλαδή;”, ρώτησε όλο αγωνία ο Νικόλας
“Τα μυστικά των μαγισσών ντε! Τα φίλτρα, τα λόγια, ακόμα και το βουντού!”
“Εν έτει 2024; Δεν είναι λίγο παράδοξο;”
“Δεν με νοιάζει! Θέλω να τα μάθω! Για να κρατήσω ζωντανή αυτή την παράδοση. Βλέπεις, η γιαγιά μου έκανε γιο. Όταν έμαθε ότι το εγγόνι της θα είναι κορίτσι, χάρηκε δίπλα. Εγώ θα είμαι αυτή που θα κρατήσει ζωντανό το μυστικό της. Γι’ αυτό κι εσύ δεν θα το πεις πουθενά! Και όταν μάθω όσα χρειάζονται, θα τακτοποιήσουμε και τα παλιόπαιδα!”
“Ρε Αλκμήνη, αυτά είναι παγανιστικά πράγματα! Δεν φοβάσαι;”
“Η γιαγιά μου και όλες οι γυναίκες πριν από εκείνη δεν έπαθαν τίποτα. Κυρίως γιατί το κράτησαν κρυφό. Σε εμπιστεύομαι, λοιπόν! Πρόσεχε!”
“Φοβάμαι, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να σε προδώσω. Το ξέρεις”
Η Αλκμήνη τον αγκάλιασε σφιχτά και του πρότεινε να ξαπλώσει και να ξεκουραστεί. Ο Νικόλας συμφώνησε ότι ένας καλός ύπνος θα ήταν λυτρωτικός τώρα κι έτσι αποκοιμήθηκε.
*****
Πέρασαν οι μήνες κι έφτασε Φλεβάρης. Τα τέσσερα αγόρια δεν είχαν σταματήσει να πειράζουν την Αλκμήνη και τον Νικόλα. Και λογικό, γιατί ούτε οι καθηγητές έκαναν κάτι δραστικό, ούτε και οι γονείς τους φαίνονταν πρόθυμοι να αναγνωρίσουν τα λάθη των παιδιών τους. Δύο φορές προσπάθησε η κυρία Μάρα να επικοινωνήσει, μια κατά το πρώτο περιστατικό και άλλη μία όταν πήγε να συμβεί κάτι παρόμοιο και η ομόφωνη απάντησή τους ήταν πως οι άλλοι δύο τους προκαλούν, επειδή είναι ‘εκκεντρικοί”!
Μα οι δύο φίλοι τρέφονταν ο ένας από την αγάπη και τη στήριξη του άλλου και δεν άφηναν τα λόγια τους, ούτε τις πράξεις τους να τους ‘αγγίξουν’. Είχαν, βέβαια, και το ενδιαφέρον τους στραμμένο στην πρόοδο της Αλκμήνης στον κόσμο της μαγείας…
“Έμαθα να κάνω βουντού!”, είπε ψιθυριστά στον Νικόλα σε ένα από τα διαλείμματα κι εκείνος γύρισε και την κοίταξε όλο έκπληξη. “Μην με κοιτάς έτσι! Ήρθε η ώρα να πληρώσει η τετράδα! Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι μια τρίχα, έστω από έναν από αυτούς. Τα υπόλοιπα άστα πάνω μου.”
“Τι θα τους κάνεις δηλαδή;”
“Αα αυτό θα το αποφασίσουμε μαζί. Πάντως ό,τι και να είναι, θα το νιώσουν στο πετσί τους. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.”
“Δηλαδή όντως αυτός που υφίσταται αυτό το… βουντού τα νιώθει όλα όλα;”
“Όλα!”
“Μέχρι το τέλος της μέρας θα σου έχω βρει τρίχα”, της απάντησε ο Νικόλας όλο ενθουσιασμό και η Αλκμήνη τον άφησε να αναλάβει δράση
Όντως, με το σχόλασμα, πριν μπουν στο αμάξι της μαμάς του, της έδωσε μια καφέ τρίχα μέσα σε ένα χαρτομάντιλο.
“Εσύ είσαι καλός! Ποιανού είναι;”
“Τί σημασία έχει; Πότε θα είναι έτοιμη;”
“Εσύ δεν ήθελες να ακούσεις για αυτά και τώρα αγωνίας κιόλας;”, είπε η Αλκμήνη και γέλασε
“Μου έχεις εξάψει την περιέργεια!”
“Αύριο θα σου φέρω την κούκλα. Η τύχη αυτού που του ανήκει η τριχούλα θα είναι στα χέρια σου. Να μάθουν να μας συμπεριφέρονται άσχημα. Μην τον λυπηθείς!”
Ο Νικόλας της ξεκαθάρισε ότι δεν είχε σκοπό να κάνει κακό σε κανέναν. Δεν ήταν εξάλλου εκδικητικό παιδί. Πληγωμένο ήταν…
Την επομένη στο σχόλασμα η Αλκμήνη προσκάλεσε τον Νικόλα σπίτι της, για να του δείξει πώς θα χειριστεί την κούκλα. Δεν ήθελε να την φέρει στο σχολείο. Θα ήταν αρκετά παρακινδυνευμένο αν το έπαιρνε είδηση κανείς ή ακόμα χειρότερα αν έπεφτε σε λάθος χέρια.
“Προτιμώ να την πάρω σπίτι αν δεν σε πειράζει. Θέλω να αποφασίσω εγώ τι θα κάνω σε αυτό το παλιόπαιδο. Μπορείς να μου πεις τι πρέπει να κάνω;”
“Είναι λίγο εγωιστικό, δεν νομίζεις;”, απόρησε η Αλκμήνη
“Το ξέρω ότι εσύ έκανες όλη τη δουλειά κι εγώ θα πάρω όλη την ικανοποίηση, αλλά σκέψου τα μούτρα του αύριο! Δεν θα μας ξαναπειράξει! Τα έχω σχεδιάσει όλα στα μυαλό μου. Σε παρακαλώ…”
“Καλάαα. Θα έχω κι άλλες ευκαιρίες τώρα που το έμαθα. Ας πάρει το πρώτο του μάθημα από εσένα! Θα περιμένω να δω τα αποτελέσματα”
Αφού ο Νικόλας πήρε την κούκλα, η οποία ήταν καλά τυλιγμένη μέσα σε μια σακούλα και απομνημόνευσε κατά γράμμα την διαδικασία που έπρεπε να ακολουθήσει, την έβαλε προσεκτικά στην τσάντα του. Έφυγε άρον άρον και όταν το βράδυ επιτέλους έφτασε και έπεσαν οι γονείς του για ύπνο, ανέλαβε δράση. Έβγαλε την κούκλα από την σακούλα και την κοίταξε προσεκτικά.
Ήταν μπεζ, με δύο χέρια, δύο πόδια, δύο Χ στη θέση των ματιών, χωρίς μύτη και στόμα. Η τρίχα που είχε δώσει στην Αλκμήνη ήταν τυλιγμένη γύρω από το λαιμό της.
Ο Νικόλας ξεροκατάπιε και έκλεισε το μεγάλο φως στο δωμάτιο. Άναψε το πορτατίφ δίπλα του και μετακινήθηκε από το κρεβάτι στο καροτσάκι του. Προχώρησε προς το παράθυρο του δωματίου του και πρόσεξε πως όντως είχε πανσέληνο. “Τα μάγια θα πιάσουν ακόμα καλύτερα με πανσέληνο. Θα είναι ακόμα πιο έντονη πάνω του η αίσθηση των όσων θα υποστεί η κούκλα. Γι’ αυτό κάν’ το απόψε”, ήταν τα τελευταία λόγια της Αλκμήνης πριν αποχωριστούν.
Ο Νικόλας ψηλάφησε την κούκλα και ένιωσε ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά του. Αμέσως μετά έπιασε τα πόδια της και άρχισε να τα κουνάει μπρος και πίσω
“Ώστε έτσι είναι η αίσθηση του να περπατάς…”, ψέλλισε κι ένα δάκρυ συγκίνησης κύλισε στο μάγουλό του. “Αχ, Αλκμήνη μου, να ήξερες τι δώρο μου έκανες απόψε!”, είπε και ξέσπασε σε κλάματα.
Αγγελική Ανδριοπούλου
Τέλος
