Η Σάρα ξεφύσηξε και κοίταξε το ρολόι στον καρπό της.
«Επιτέλους πήγε 4! Σε μια ώρα σχολάω!», σκέφτηκε και εντελώς μηχανικά σήκωσε στα δάχτυλα τον γεμάτο, με 10 σφηνοπότηρα, 10 ποτήρια σαμπάνιας και μια μεγάλη κανάτα με κοκτέιλ, δίσκο.
«Μην ξεχάσεις και τον κουβά με τη σαμπάνια!», της φώναξε ο μπάρμαν.
Η Σάρα σήκωσε τα μάτια προς τα πάνω, κάνοντας εμφανέστατη την αγανάκτησή της που θα έπρεπε να τα κουβαλήσει όλα μόνα της και μάλιστα να περάσει μέσα από το πλήθος που χόρευε, χωρίς να χύσει ή να σπάσει τίποτα. Παρ’ όλα αυτά ο μπάρμαν δεν ενδιαφέρθηκε να την διευκολύνει. Ίσα ίσα, της έκανε νόημα με το χέρι να φύγει.
Όντας έμπειρη σερβιτόρα κατάφερε να φτάσει και να ανέβει τα σκαλιά που την οδήγησαν στο μοναδικό τραπέζι που βρισκόταν στο υπερυψωμένο σημείο του κλαμπ, μιας και ήταν κράτηση VIP για μπάτσελορ απόψε.
Πιο πολύ της φάνηκαν για ένα μάτσο παλικαράκια, από αυτά που έρχονταν κάθε Σάββατο εδώ, παρά για ώριμοι άντρες και μάλιστα εν δυνάμει γαμπροί. Αλλά τι λόγος της έπεφτε; Έτσι, χωρίς να τους απευθύνει τον λόγο, ακούμπησε τον κουβά στην ειδική βάση δίπλα από τον καναπέ και τον δίσκο πάνω στο τραπέζι. Άφησε τα ποτήρια και το ποτό και γύρισε να φύγει. Είχε, εξάλλου, άλλες τόσες παραγγελίες μέχρι να τελειώσει η βάρδιά της.
Φτάνοντας στο τελευταίο σκαλί ένα χέρι της κράτησε δυνατά το μπράτσο.
«Σάρα;»
Δεν μπορούσε να καταλάβει ποιον έχει απέναντί της και ειλικρινά δεν είχε καμία όρεξη για κουβέντες.
«Σάρα, ο Μάριος είμαι! Ο αδερφός της Άννας!», της είπε με ένα μεγάλο, κατάλευκο, χαμόγελο.
«Ναι καλά!», αναφώνησε και τον πήρε αυθόρμητα αγκαλιά
«Καλέ εσύ έχεις γίνει ολόκληρος άντρας! Έχω να σε δω… από πότε; Πωωω η αδερφή σου καλά είναι; Έχω χαθεί με αυτή τη κ@λοδουλειά τα βράδια!»
«Ε δεν θα είναι 6… 7 χρόνια; Πάντως ίδια έχεις μείνει! Μην σου πω ότι έχεις ομορφύνει κιόλας!»
«Υπερβολές! Έχω να έρθω στο χωριό 7 χρόνια; Πω πω σαν νερό κυλάει η καθημερινότητα! Να δώσεις πολλά φιλιά στην αδερφή σου! Θα φροντίσω να την καλέσω αύριο κιόλας. Πρέπει να γυρίσω στη δουλειά τώρα. Καταλαβαίνεις…»
«Έλα να σε κεράσουμε έστω ένα σφηνάκι!», της πρότεινε ο Μάριος και την έπιασε από το χέρι.
Στιγμιαία ένιωσε κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα να την διαπερνά, αλλά συνέτισε γρήγορα τον εαυτό της.
Ο Μάριος ήταν μόλις 19 κι εκείνη 35! Συν του ότι τον ήξερε από μικρό παιδάκι που ερχόταν κι έτρωγε σταφύλια από την κληματαριά τους στο σπίτι της γιαγιάς της στα Τρίκαλα. Με την αδερφή του ανυπομονούσαν να βρεθούν τα καλοκαίρια να πάνε στα μαγαζιά στα γύρω χωριά κι εκείνος έκλαιγε που δεν τον έπαιρναν μαζί. Σαν μικρό παιδάκι στον είχε ακόμα στο μυαλό της!
Τράβηξε απότομα το χέρι της. «Ένα μόνο», είπε κοφτά και του έκανε νόημα να περάσει μπροστά.
Μέχρι να ανέβει και το τελευταίο σκαλί τής είχε ήδη σερβίρει ένα σφηνάκι.
«Στην υγειά σου», της είπε και την κοίταξε μέσα στα μάτια. Μπορεί να ήταν χαμηλός ο φωτισμός, αλλά για πρώτη φορά πρόσεξε ότι ήταν καφέ και μεγάλα.
Ήπιε μονομιάς το ποτό, σε μια δεύτερη προσπάθεια να σταματήσει το μυαλό της από αυτό που πήγαινε να κάνει.
«Ευχαριστώ! Με το καλό ο γάμος!», είπε, άφησε το ποτήρι στο τραπέζι κι έφυγε κατεβαίνοντας τα σκαλιά δύο – δύο.
Ο Μάριος δεν κατάλαβε για πότε απομακρύνθηκε, αλλά υπέθεσε ότι η πολλή δουλειά που προανέφερε την περίμενε. Γύρισε στην παρέα του και άνοιξε την σαμπάνια. Όλοι γελούσαν και χόρευαν στον ρυθμό των beat.
Το ρολόι έδειξε πια 5 και η Σάρα παραδίνοντας τον δίσκο και τα τελευταία χρήματα στον μπάρμαν, αποφάσισε να κάνει πρώτα μια στάση στην τουαλέτα και μετά να πάρει τα πράγματά της από το ντουλαπάκι κάτω από την μπάρα για να επιστρέψει επιτέλους σπίτι της.
Κοιτάχτηκε, πρώτη φορά από την ώρα που ήρθε, στον καθρέφτη. Έπλυνε τα χέρια της, σουλούπωσε την αλογοουρά της, καθάρισε το eyeliner που είχε τρέξει και προς μεγάλη της χαρά, το καινούριο της κατακόκκινο κραγιόν ήταν ακόμη σταθερό στα χείλη της.
«Άξιζε τα λεφτά του», είπε χαμηλόφωνα και άνοιξε την πόρτα.
«Ωπ! Μάριε; Εδώ είναι οι γυναικείες τουαλέτες. Οι αντρικές είναι δίπλα», του είπε με ένα αμήχανο χαμόγελο
«Δεν πάει άλλο!», αποκρίθηκε εκείνος
«Ορίστε;»
«Δεν το ένιωσες κι εσύ;»
«Ποιο πράγμα;», ρώτησε η Σάρα, αν και ήξερε πολύ καλά σε τι αναφερόταν. Το στόμα της είχε στεγνώσει και τα χέρια της έτρεμαν. Είχε μπροστά της έναν νεαρό άντρα, πανύψηλο, με μεγάλα, γυμνασμένα χέρια να της κλείνουν την είσοδο. Πού ήταν ο ‘Μαριούκος’;
«Μόλις σε είδα ένιωσα πρωτόγνωρα… Μόλις με αγκάλιασες και μύρισα το άρωμά σου, τρελάθηκα! Δεν έχω ξανανιώσει τέτοιο πάθος για άλλη!»
«Νομίζω έχουν παρεξηγηθεί κάποια πράγματα…»
«Μην μου μιλάς λες και είμαι ο Μάριος που ήξερες! Μεγάλωσα! Και ξέρω τι θέλω! Απόψε θέλω εσένα!»
Η Σάρα τον κοίταζε με γουρλωμένα μάτια. Η αναπνοή της ήταν κοφτή και δεν ήξερε τι να του πει για να αποτρέψει τον χείμαρρο που ερχόταν κατά πάνω της.
Την έπιασε από τους ώμους και την έσπρωξε προς τα πίσω. Την κοίταξε με αυτά τα τεράστια μάτια και έσκυψε να την φιλήσει.
«Δεν είναι σωστό» κατάφερε να ψελλίσει η Σάρα
«Γιατί;», την ρώτησε ο Μάριος και η αναπνοή του, που μύριζε μέντα, ήταν αισθητή στα χείλη της
«Γιατί είμαι μεγάλη. Γιατί σε έχουμε μεγαλώσει με την αδερφή σου. Γιατί…»
«Το κακό συνήθειο να μιλάς πολύ δεν το έχεις κόψει, ε;» , την διέκοψε ο Μάριος, άγγιξε τον λαιμό της, ένιωσε τους σφυγμούς της, που ήταν αδιανόητα γρήγοροι και την φίλησε.
Η Σάρα δεν αντιστάθηκε αυτή τη φορά. Ενέδωσε στο φιλί.
Την άρπαξε από τους γλουτούς, την σήκωσε κι έκατσε δίπλα από τον νιπτήρα. Την φιλούσε και την μύριζε ασταμάτητα. Κι εκείνη όλο και παραδινόταν στο ‘λάθος’ . Μέχρι που τα δάχτυλά του άρχισαν να κάνουν βόλτες στο κορμί της. Της άνοιξε, σχεδόν βασανιστικά, το φερμουάρ από το παντελόνι. Με τον ίδιο ρυθμό της κατέβασε και το εσώρουχο. Την πήρε πάνω του, ακούμπησε την πλάτη της στον ολόσωμο καθρέφτη που βρισκόταν στα δεξιά τους και την έκανε δική του. Με το ένα χέρι κρατούσε τους γλουτούς της και με το άλλο το στόμα της. Ήταν τόση η ηδονή που φοβήθηκε ότι θα τους ακούσουν, ακόμη κι αν έπαιζε δυνατά η μουσική στον πάνω όροφο.
Κράτησε αρκετή ώρα και όταν όλα τελείωσαν, ντύθηκαν στα γρήγορα, κοιτάχτηκαν στα μάτια και γέλασαν.
«Δεν μετάνιωσα στιγμή από το αποψινό», της είπε και την φίλησε στο λαιμό
Η Σάρα, όμως, δεν απάντησε. Όσο κι αν είχε ελαφρύνει για λίγο η ατμόσφαιρα, ένιωθε ότι όλο αυτό παρέμενε ένα ‘λάθος’… και τότε έκανε την ερώτηση.
«Λοιπόν, ποιος παντρεύεται αύριο;»
«Νόμιζες εγώ;», της απάντησε και αυτό το χαμόγελο που την έκανε χίλια κομμάτια εμφανίστηκε στο πρόσωπό του
Εκείνη κούνησε απλά καταφατικά το κεφάλι της
«Δεν έχει βρεθεί ακόμα η κατάλληλη», της απάντησε, την φίλησε με πάθος στο στόμα άνοιξε την πόρτα κι έφυγε.
Η Σάρα ανέβηκε πάνω μετά από κάποια λεπτά. Πήρε τα πράγματά της και με πολλά ερωτηματικά στο μυαλό της, καλημέρισε (πια) κι έφυγε.
Έφτασε στο πάρκινγκ και καθιστός μπροστά στο αυτοκίνητό της περίμενε ο Μάριος!
«Θα ήθελα για όσο μείνω στην Αθήνα να κοιμάμαι και να ξυπνάω μαζί σου. Μπορώ;»
Η Σάρα του έδωσε τα κλειδιά στο χέρι. «Άμα υποσχεθείς ότι θα οδηγήσεις απόψε, να με ξεκουράσεις που είμαι και κάποιας ηλικίας, κάτι θα γίνει», του είπε και έσκασαν και οι δύο στα γέλια.
«Δεν κατάλαβα κάτι τέτοιο πριν… Ευκαιρία να το τσεκάρουμε!», της απάντησε και μπήκαν στο αμάξι με προορισμό το σπίτι της Σάρας.
Αγγελική Ανδριοπούλου
