24 Δεκεμβρίου σήμερα, παραμονή Χριστουγέννων, πάντα ήταν η ομορφότερη βραδιά του χρόνου για μένα. Κι απόψε θα είναι ακόμη πιο όμορφη, θα είναι όπως την ονειρεύομαι χρόνια τώρα, όπως θα έπρεπε να είναι κάθε παραμονή Χριστουγέννων.
Το διαμέρισμά μου στολισμένο από άκρη σε άκρη, ακόμη και στην κουζίνα έχω βάλει φωτάκια, ακόμη και στο μπάνιο και στον διάδρομο, θέλω λάμψη φέτος, όσο γίνεται περισσότερη λάμψη για να έρθεις εσύ και να δω την έκπληξη στα μάτια σου μόλις μπεις μέσα, την αξίζεις αυτή την έκπληξη όπως την αξίζω κι εγώ, εσύ κι εγώ μαζί.
Και το φαγητό θα είναι ιδιαίτερο απόψε, δυο μέρες έχω βάλει τα δυνατά μου για να ετοιμάσω το τραπέζι μας, το άρωμα του μαριναρισμένου αγριογούρουνου στο φούρνο παλεύει με το άρωμα των αρωματικών κεριών στο σαλόνι και δεν ξέρω αν πρέπει να κλείσω την πόρτα της κουζίνας ή να αφήσω τις δυο μυρωδιές να ανακατευτούν και να φτιάξουν μια παρωδία κανονικού σπιτιού σε γιορταστική ατμόσφαιρα, ναι, παρωδία, μη γελιόμαστε…
Αγόρασα και καινούργιο φόρεμα για την περίσταση, αλλιώτικο από αυτά που συνηθίζω, από αυτά που ξέρεις, είναι απαλό ροζ, με κοντό μανικάκι, λίγο κάτω από το γόνατο, κοριτσίστικο περισσότερο παρά για μια γυναίκα στην ηλικία μου, γιατί απόψε είμαι μια άλλη, είμαι μια γυναίκα που φρόντισε το σπίτι της και την εμφάνισή της για να περιμένει τον άντρα της ζωής της να γιορτάσουν μαζί.
Η αλήθεια είναι πως πρώτα βγαίνει η ψυχή του ανθρώπου και μετά το χούϊ, με το που μπήκα στο κατάστημα το μάτι μου αυτόματα έπεσε στα κόκκινα φορέματα που λόγω ημερών είχαν την τιμητική τους. Σαν χαστούκι με χτύπησε το άλικο χρώμα, για όνομα του Θεού, όχι άλλο κόκκινο πάνω μου, το μισώ αυτό το χρώμα, έχει μπει τόσο πολύ στο πετσί μου που δεν μπορώ ούτε να το σκέφτομαι σαν επιλογή. Αλλά, βλέπεις, είναι το χρώμα της δουλειάς μου, απαραίτητο, νόμος, σήμα κατατεθέν, και όχι, δεν δουλεύω στην κόκα κόλα, αλλού δουλεύω και το ξέρεις. Παρόλα αυτά θα έρθεις απόψε με μια αγκαλιά λουλούδια και ποιος ξέρει τι άλλο, να φάμε μαζί, να πιούμε κρασάκι, να κουβεντιάσουμε ό,τι κουβεντιάζουν οι χαρούμενοι άνθρωποι και μετά να καθίσουμε αγκαλιά στον καναπέ να δούμε Χριστουγεννιάτικη ταινία μέχρι να μας πάρει ο ύπνος.
Τα κορίτσια στενοχωρήθηκαν που θα λείπω απόψε από την παρέα τους αλλά δεν υποψιάζονται τίποτε, άλλωστε αυτά δεν είναι για μας, όλες το ξέρουν. Μόνο η κυρία Ντίνα τα έχει καταλάβει όλα, σε μια άλλη ζωή θα την έλεγα αφεντικό, στο δικό μας σύμπαν τη λέμε αλλιώς αλλά δεν έχει σημασία. Επιχειρηματίας ψυχών και σωμάτων, κυρίως σωμάτων. Καταλαβαίνει όμως τα πάντα, τη μοναξιά στα μάτια μας και την ψυχή μας, την ανάγκη μας να πιστέψουμε πως μια μέρα όλα θα αλλάξουν και θα βγάλουμε από τη ζωή μας τους κόκκινους τοίχους, τα κόκκινα σεντόνια, τα κόκκινα ρούχα, το μαύρο σύννεφο που μας τυλίγει χρόνια τώρα. Το ξέρει πως υπάρχεις και με κοιτάει με θλιμμένο βλέμμα. Της είπα ότι θα λείψω απόψε, με κοίταξε στα μάτια και μόνο μια κουβέντα μου είπε: «Πρόσεχε κούκλα μου, όποιος κι αν είναι θα δυσκολευτεί να καταλάβει και στο τέλος θα σε πληγώσει, αυτή είναι η μοίρα μας, πρόσεχε!».
Δεν με νοιάζει αυτό, ας πληγωθώ αρκεί να είναι από σένα, την ξέρω την αλήθεια, δεν μου επιτρέπεται να πετάω στα σύννεφα. Είμαι αυτή που είμαι, μια σεξεργάτρια με το στίγμα κολλημένο στο μέτωπο. Το πώς έφτασα εδώ δεν έχει σημασία, όλες έχουμε και μια ιστορία πίσω μας αλλά και ένα όνειρο μπροστά μας, να γίνει ένα θαύμα και να ξυπνήσουμε από τον εφιάλτη των ξένων, ιδρωμένων, ξαναμμένων σωμάτων πάνω στο δικό μας, και να είμαστε καθαρές, καινούργιες, ελεύθερες από κάθε προκατάληψη αυτού του υποκριτικού κόσμου που την ημέρα μας σιχαίνεται και τη νύχτα μας αναζητά λυσσασμένα.
Και ξαφνικά μια μέρα εμφανίζεσαι στη ζωή μου εσύ, που λες πως δεν σε νοιάζει ποια είμαι και τι κάνω, λες πως με αγαπάς περισσότερο κι απ’ τη ζωή σου, πως δεν σε αφορά τι λέει ο κόσμος και οι φίλοι σου και η οικογένειά σου, πως θέλεις να είσαι μαζί μου με όποιο κόστος. Εγώ όμως ξέρω πως εδώ αρχίζουν τα προβλήματά σου και λυπάμαι, πόσο λυπάμαι να’ξερες… Όχι για μένα, για σένα. Θα σε τσακίσουν πριν το καταλάβεις, θα σε κάνουν να ντραπείς, να αμφισβητήσεις, να κάνεις δεύτερες και τρίτες σκέψεις και στο τέλος να φύγεις με κατεβασμένο το κεφάλι και χίλιες ενοχές και θρυμματισμένα όνειρα. Όχι καλέ μου, δεν θα το επιτρέψω αυτό, οι ζωές μας θα είναι πάντα παράλληλες, δεν θα διασταυρωθούν ποτέ. Η σάπια κοινωνία μας θα νικήσει για μια ακόμη φορά κομπάζοντας για τη χρηστά της ήθη.
Το σπίτι μου είναι λαμπερό, το φαγητό έτοιμο, το κρασί ανοιγμένο να αναπνεύσει, το φόρεμά μου αέρινο, κοριτσίστικο, αγνό, αύριο είναι Χριστούγεννα και θα είμαι πάλι μόνη. Σε περιμένω…
Μην έρθεις απόψε!
Ευγενία Α. Λίτσα
