Ο Πετρής, πήγαινε τετάρτη δημοτικού. Ένα όμορφο αγόρι, καστανόξανθο, με πολύ κοντό μαλλί, σχεδόν ξυρισμένο, μάτια μαύρα, σπιρτόζικα, με ένα βλέμμα βαθύ που σπάνια όμως το αντίκριζες, μιας που συνήθιζε να έχει το κεφάλι του σκυφτό και το βλέμμα χαμηλωμένο. Ήταν το τέταρτο και μικρότερο παιδί της οικογένειας. Είχε τρεις αδερφές και με την μεγαλύτερη είχε οχτώ χρόνια διαφορά. Στην ουσία αυτή μεγάλωνε εκείνον και τα άλλα δύο κορίτσια. Η Ελευθερία του, η μεγάλη αγάπη της ζωής του. Σε ιδανικές συνθήκες θα ετοιμαζόταν να δώσει πανελλήνιες, θα τελείωνε την τρίτη λυκείου. Τα λάτρευε τα γράμματα, ήταν χαρισματική, μα δεν είχε την στήριξη των γονιών. Η μάνα τους, η Δώρα, καμιά σχέση δεν είχε με το όνομά της. Ως μεγαλύτερη η Ελευθερία, την θυμάται πάντα να της φωνάζει, να την αφήνει μόνη, να μη νοιάζεται να την ταΐσει ή να τις πλένει τα ρούχα, να μην είναι παρούσα στο σπίτι. Από τότε που έχει μνήμες, δεν θυμάται ποτέ να την αγκαλιάζει, να της λέει σ’ αγαπώ. Από μικρή, είχε μια αίσθηση φόβου για την μαμά της. Δεν την πλησίαζε. Αισθανόταν ότι έτσι ήταν πιο ασφαλής. Μακριά της. Θυμάται καυγάδες, φασαρίες, η εξώπορτα να κλείνει με θόρυβο και να μένει με έναν μπαμπά, που δεν μπορούσε να το διαχειριστεί και έβρισκε παρηγοριά στο ποτό και με ένα μωρό, την αδερφή της, που το φρόντιζε εκείνη. Το μοτίβο συνεχίστηκε, η μαμά γεννούσε παιδιά και η πρωτότοκη κόρη αναλάμβανε το μεγάλωμά τους. Όταν γεννήθηκε ο Πετρής, εκείνη ήταν οχτώ χρονών. Η Δώρα άντεξε στο σπίτι έξι μήνες. Δεν μπορούσε να ανεχτεί άλλο την φτώχεια, μισούσε τον άντρα της που έσπερνε παιδιά χωρίς να είναι άξιος να φέρνει λεφτά στο σπίτι και κάθε μέρα, κάθε ώρα, τον έκανε σκουπίδι με πολλά προσβλητικά λόγια μπροστά στα παιδιά. Δεν άντεχε τα κλάματα του μωρού, τις φωνές των κοριτσιών, την ζωή της την ίδια. Δίχως να τους προετοιμάσει, να τους αποχαιρετήσει, μια μέρα όπως όλες, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε. Απλά, δεν ξαναγύρισε ποτέ. Ο άντρας της οικογένειας, ο Μανώλης, είχε παραδώσει προ πολλού τα όπλα. Η παρουσία του περισσότερο σωματική. Και η εγκατάλειψη από την Δώρα, η τελειωτική μαχαιριά. Την αγαπούσε κι ας του φερόταν σκληρά. Τα ‘βαζε με την τύχη του, που δεν μπόρεσε ποτέ να πιάσει την καλή, να βγάζει πολλά λεφτά, να την έχει βασίλισσα.
Τον μπαμπά της τον θυμόταν αλλιώς. Είχε κάποιες καλές εικόνες από κείνον. Όταν ήταν ακόμα το μοναδικό παιδί του ζευγαριού, την ανέβαζε πάνω στον σβέρκο του, την πήγαινε βόλτες, της αγόραζε σοκολάτες, παίζανε στις παιδικές χαρές. Πάντα μόνοι τους, χωρίς την μαμά. Εκείνη ήταν πάντα κουρασμένη. Έτσι έλεγε ο μπαμπάς της και την έπαιρνε από το χέρι, για να αφήσουν τη μαμά να ξεκουραστεί. Κάπου θαμμένες υπήρχαν και φωτογραφίες, μνήμες, άλλων, ξεχασμένων χρόνων, που η Ελευθερία ήταν παιδί. Ένα ανέμελο παιδί κι ας μην έζησε ποτέ την μητρική αγάπη. Δεν κράτησε πολύ. Έπαψε πολύ σύντομα να είναι παιδί. Βίαια, απότομα, τρομακτικά.
Συγγενείς να βοηθήσουν την κατάσταση δεν είχαν πολλούς. Το σόι της μαμάς της από άλλη πόλη, μακριά, κάποιες επισκέψεις μόνο από θείες και μέχρι εκεί. Πώς το λένε…; Εκεί που πέφτει η φωτιά, εκεί καίει. Στα δύσκολα, τελικά, λίγοι πιάνουν τα κάρβουνα χωρίς μασιά. Από την πλευρά του μπαμπά της, τα ίδια και χειρότερα. Οι γονείς του Μανώλη, δεν ενέκριναν ποτέ αυτόν τον γάμο. Δεν την ήθελαν την Δώρα. Την χαρακτήριζαν ατομίστρια, αδίστακτη και ανίκανη να κάνει οικογένεια. Ο Μανώλης δεν τους άκουσε, απομακρύνθηκε από όλους για τα μάτια της Δώρας. Ούτε η γέννηση τεσσάρων εγγονιών μαλάκωσε την σκληρή καρδιά τους. Αυτός ο εγωισμός, ο υπέρμετρος, ο καταστροφικός.
Μη έχοντας άλλη επιλογή, η οκτάχρονη Ελευθερία πήρε τα ηνία, άρχισε να κάνει απλά φαγητά, όπως μακαρόνια, ρύζι, να βράζει πατάτες. Φρόντιζε το μωρό, να πίνει το γάλα του, να τρώει το φρούτο του, να το έχει καθαρό, να το νανουρίζει. Είχε την έννοια για όλους, ακόμα και τον μπαμπά της. Κυρίως φρόντιζε να του γλυκαίνει την ψυχή. Τον αγκάλιαζε, τον φιλούσε, του πήγαινε το μωρό στην αγκαλιά, του μιλούσε τρυφερά. Κι ας μην της ανταπέδιδε την αγάπη. Εκείνη στωικά, με μια δύναμη ψυχής τεράστια, κόντρα στην μικρή ηλικία, στεκόταν κοντά του. Κι ας αντίκριζε το κενό του βλέμμα, που την πονούσε πολύ. Ό,τι του στέρησε η γυναίκα του τόσα χρόνια, θαρρείς και ανέλαβε τον ρόλο να τα αντικαταστήσει. Δυστυχώς, χωρίς ανταπόκριση.
Ο Μανώλης πλέον και στην δουλειά του, στο θερμοκήπιο, πολλές φορές πήγαινε πιωμένος. Και πάντα αμίλητος και αδιάφορος για τα βλέμματα γύρω του. Τίποτα δεν τον ταρακουνούσε. Το αφεντικό του, ένας καλόψυχος άντρας με ενσυναίσθηση, έκανε πολλές φορές τα στραβά μάτια. Ήξερε το προσωπικό και οικογενειακό του δράμα.
Η Ελευθερία τον παρακαλούσε τον πατέρα της, να της δίνει τον μισθό του, να τον διαχειρίζεται εκείνη, να ψωνίζει, να πληρώνει τις υποχρεώσεις, να τον προμηθεύει μπουκάλια. Ο Μανώλης, παρόλο το ποτό, δεν έγινε ποτέ βίαιος. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Ούτε της αρνήθηκε την διαχείριση του μισθού του. Τα λάτρευε τα παιδιά του. Με τον δικό του τρόπο. Όχι φυσικά αυτόν που κάλυπτε ψυχικά τα ίδια τα παιδιά. Είχε την μέθη μπλεγμένη με κατάθλιψη. Έπινε για να ξεχνάει. Αυτή η πλάνη, της λήθης με το ποτό. Έτσι νόμιζε, έτσι ήλπιζε. Μα δεν ξέχασε ποτέ. Μέσα στη σχεδόν καθημερινή θολούρα της μέθης, έβλεπε την Ελευθερία του να φροντίζει τα πάντα, να είναι η κεντρική μέριμνα για όλους. Την Νίκη του, να τριγυρνάει σαν μελισσούλα γύρω από την μεγάλη της αδερφή, να παίζει, να γελάει. Την Κατερίνα του να είναι η ατίθαση της οικογένειας, η γκρινιάρα, ίδια η μάνα της. Τίποτα δεν ήταν ποτέ αρκετό γι’ αυτήν. Έκανε δύσκολη την ζωή της Ελευθερίας. Και τον Πετρή του, που κόντευε δύο χρονών. Ξεπετάχτηκε κι αυτός χάρη στην μεγάλη του κόρη.
Δεν είχε να δώσει τίποτα πέρα από έναν ψωρομισθό. Δεν είναι ότι δεν ήθελε, δεν του είχε μείνει τίποτα καλό σε απόθεμα. Ήξερε ότι ήταν φριχτός πατέρας και το σιχαινόταν. Είχε ορκιστεί, την μέρα του γάμου του, ότι θα κάνει τους γονείς του να μετανιώσουν που δεν στήριξαν την επιλογή του να παντρευτεί την Δώρα. Είχε ορκιστεί να γίνει καλύτερος γονιός από αυτούς. Αλλά η ζωή πάντα τα φέρνει όπως εκείνη ορίζει και κλείνει ειρωνικά το μάτι σε εκείνους που δίνουν όρκους πως θα την υποδουλώσουν σύμφωνα με τα θέλω τους. Το μόνο που κατάφερε, να μη τον μισήσουν τα παιδιά του. Τα απογοήτευσε, μα δεν τον μίσησαν. Κι αυτό το χρωστούσε στην μεγάλη του κόρη. Τον έβλεπαν να λιώνει. Να μη μπορεί να νικήσει το πάθος του, να είναι μόνιμα θλιμμένος. Ήξερε πως είναι παράδειγμα προς αποφυγήν. Μα έμεινε στη θέση του θύματος μέχρι το τέλος. Δε φτάνει να θέλεις θεωρητικά, οφείλεις να παλέψεις πρακτικά, αν θέλεις να λέγεσαι πατέρας. Κι εκείνον τον κατασπάραξαν οι δαίμονές του.
Οι καθηγητές της, οι γείτονες, την λάτρευαν την Ελευθερία. Ήταν μια καθημερινή ηρωΐδα και πρότυπο παιδιού. Με όποιο τρόπο μπορούσε ο καθένας βοηθούσε. Με έναν ενθαρρυντικό λόγο; Με ένα κιλό πατάτες; Με μια χειροποίητη πίτα; Ό,τι δεν έκαναν οι δικοί της άνθρωποι που είχαν και την υποχρέωση, το έκαναν οι “ξένοι” και η Ελευθερία ήταν ευγνώμων για κάθε είδους βοήθεια.
Αποφάσισε να μη πάει λύκειο, να βγει να δουλέψει.
Ο Μανώλης ανήμπορος να την παροτρύνει να συνεχίσει το σχολείο της.
Οι καθηγητές της θυμωμένοι με την τύχη, την μοίρα κάποιων ανθρώπων.
Ζήτησε δουλειά από το αφεντικό του μπαμπά της, στο θερμοκήπιο. Με χαρά την έβαλε σε πόστο. Της έδινε καλό μεροκάματο, παρόλο το νεαρό της ηλικίας της. Την θαύμαζε, την καμάρωνε. Τα δικά του παιδιά, πάνω κάτω στην ηλικία της, μόνο ζητούσαν και απαιτούσαν. Τα είχαν όλα πλουσιοπάροχα και γκρίνιαζαν για όλα. Και το κορίτσι αυτό, πήρε στην πλάτη της μια πενταμελή οικογένεια από τα οκτώ της και τα κατάφερε εξαιρετικά καλά.
Ο Πετρής, το μοναδικό αγόρι της οικογένειας, ήταν ένας ακόμα θαυμαστής της αδερφής του. Αν και δεν τον άφηνε να την βοηθάει, τον θεωρούσε μικρό, εκείνος ήταν πάντα πρόθυμος να την ξεκουράσει. Πρώτη δημοτικού και στο σχολείο διέφερε από τα περισσότερα παιδιά. Τα ρούχα του πολύ φτωχικά, μπαλωμένα σε κάποια σημεία από τα χέρια της αδερφή του, χωρίς φανταχτερά μολύβια, κασετίνες, τσάντα, τετράδια. Δεν ένιωθε ντροπή. Ίσα ίσα, μια σταλιά μπόμπιρας, ήξερε πως για να τα έχει όλα αυτά, η Ελευθερία κοπίαζε. Φυσικά και υπήρχαν τα πειράγματα, τα γέλια εις βάρος του, οι επιθέσεις. Εκεί όμως, στο σχολείο, στην τάξη του, είχε άλλη μια προστάτιδα. Την δασκάλα του, την Αλίκη. Ό,τι έπεφτε στην αντίληψή της, το καταδίκαζε, με μεστό λόγο ουσίας κι όχι απειλές και φωνές, προσπαθούσε να αλλάξει την σκέψη των παιδιών κι όχι απλά να τα μαλώσει. Σε κάποιες περιπτώσεις, χρειάστηκε να καλέσει γονείς. Κι εκεί, χωρίς επικριτικό ύφος, έκανε κατανοητό πώς πρέπει να λειτουργούν τα παιδιά στο σχολείο. Όσο για τον μικρό της προστατευόμενο, συχνά, κάτω από το θρανίο του, τον περίμενε, ένα όμορφο τετράδιο, μια σβήστρα σχέδιο αρκουδάκι, μια ξύστρα με κουβαδάκι. Και συχνότερα, τον περίμενε λίγο πιο κάτω από το σχολείο, στο σχόλασμα και διακριτικά, του έβαζε στο χέρι μια σακούλα με ψωμί, με σοκολάτες, με μακαρόνια, με φρούτα.
Ήταν η δική του Αλίκη στη δική του χώρα των θαυμάτων. Δεν ήθελε να την απογοητεύει, διάβαζε πολύ. Ζητούσε και την βοήθεια της Ελευθερίας, που πάντα ήταν πρόθυμη, πάντα έβρισκε χρόνο για τον Πετρή της. Ήταν ένας καλός μαθητής και τώρα στην τετάρτη δημοτικού διάβαζε εντελώς μόνος. Δεν ήθελε άλλο να κουράζει την αδερφή του. Αυτό το ρόλο τον είχε κατ’ αποκλειστικότητα η μικρότερη από τα κορίτσια, η Κατερίνα.
Όταν την μάλωνε η Ελευθερία, ούρλιαζε εκείνη ότι δεν είναι η μαμά της, ότι δεν έχει το δικαίωμα να την μαλώνει. Γκρίνιαζε κάθε μέρα για το φαγητό. Ανάλατο, αλμυρό, με πολύ λάδι, με λίγο λάδι, αηδία, μπλιαχ, πάλι τέτοιο θα φάμε… Γκρίνιαζε κάθε μέρα που ο μπαμπάς τους δεν τους υπολόγιζε και πόσο δίκαιο είχε η μαμά τους που έφυγε από αυτή τη μιζέρια, που δεν είχε μεγάλο χαρτζιλίκι, που ζούσαν φτωχικά, που… που… που… Ήταν πρώτη γυμνασίου, δεν άνοιγε βιβλίο, γκρίνιαζε για τους καθηγητές, πόσο χαζοί είναι όλοι, πόσο ανώφελο να χαλάει το χρόνο της πηγαίνοντας σχολείο, πόσο τυχερή είναι η Ελευθερία που δουλεύει και βγάζει δικά της λεφτά… Δικά της λεφτά! Που όλα πήγαιναν στο σπίτι, που δεν κρατούσε για τον εαυτό της ούτε ευρώ. Δεν έβγαζε άκρη μαζί της. Την άφηνε να παραληρεί. Όταν κάποιες φορές την έφτανε στα όριά της, ειδικά αναφέροντας την μαμά τους και πόσο δίκιο είχε που έφυγε, της απαντούσε, “πήγαινε να την βρεις, ελεύθερα!”. Αυτό για λίγη ώρα την έκανε να μη μιλάει. Για τόση, δα λίγη ώρα…
Κρατούσε στο χέρι του το τετράδιο εργασιών. Πήγε μπροστά της χαμογελώντας.
– Γιατί χαμογελάς μικρούλη μου; Τι έγινε;
– Θέλω να διαβάσεις την εργασία μου, να μου διορθώσεις τα ορθογραφικά λάθη, πριν την δώσω στην κυρία.
– Ναι αγάπη μου, δώστην μου.
Θέμα: Ποιον άνθρωπο θαυμάζετε και γιατί.
“Ο άνθρωπος που θαυμάζω είναι η μεγάλη μου αδερφή, η Ελευθερία. Θα μπορούσα να πω ότι είναι η μαμά που δεν γνώρισα ποτέ. Μου είπαν ότι η μαμά μου μας εγκατέλειψε. Η αδερφή μου λοιπόν ανέλαβε τον ρόλο της. Ακούραστη, θαρραλέα, ένα παιδί κι αυτή ακόμα, μεγάλωσε εμένα και τις δύο αδερφές μου. Δεν πίκρανε ποτέ τον μπαμπά μας, παράτησε το σχολείο, δουλεύει και μας φροντίζει. Τόσα χρόνια ξενυχτάει, κάνει δουλειές, μαγειρεύει, μας ακούει, είναι δίπλα μας όταν έχουμε πυρετό, όταν δεν είμαστε καλά. Δεν την άκουσα ποτέ να λέει ότι κουράστηκε. Όταν μεγαλώσω θα ήθελα να της μοιάσω. Την αγαπώ πολύ”.
Τρύπωσε στην αγκαλιά της και της σκούπιζε τα δάκρυα. Δεν μίλησαν. Έτσι, αγκαλιασμένοι, είπαν περισσότερα.
Μάνα δε σε κάνει η γέννα.
Η δική τους μαμά, λιποτάκτησε.
Ούτε στιγμή, για κανένα παιδί της δεν υποστήριξε τον τίτλο μάνα.
Πολλές φορές σκέφτηκε η Ελευθερία να την ψάξει. Να της πει ότι τα κατάφερε μόνη. Ότι τις δικές της λάθος επιλογές, να κάνει τέσσερα παιδιά, τις επωμίστηκε εκείνη. Ναι, ήταν λάθος επιλογή να γίνει μάνα, για όποιους λόγους κι αν το έκανε, πέρα του μόνου που θα ‘πρεπε, να ζει γι’ αυτά τα παιδιά, να είναι παρούσα με όλες τις αισθήσεις της και όχι να καταστρέψει αθώες ψυχές. Ένα παιδί έγινε μάνα, αδερφή, μπαμπάς, φίλη και τα κατάφερε. Ένα μικρό παιδί, που έγινε πια μια δεκαοχτάχρονη νεαρή γυναίκα, έχοντας τόσες ευθύνες επάνω της. Κι όμως, δεν θα άλλαζε τίποτα.
Δεν έζησε παιδική ηλικία. Δεν έζησε ανέμελα, δεν έπαιξε, δεν χαϊδεύτηκε, δεν την προστάτεψε κανείς, δεν την ρώτησε κανείς αν αντέχει, μα εκείνη είναι εδώ, δεν τα παράτησε. Έδωσε το είναι της και το βραβείο της είναι το μουδιασμένο βλέμμα του μπαμπά της, που κάπου εκεί, στο βάθος, έχει την ανάγκη, να διακρίνει την περηφάνεια του για κείνη. Η αγκαλιά και το χαμόγελο της Νίκης, που πάντα δίπλα της, υπάκουα την βοηθάει και ο Πετρής της, που την έχει πρότυπο, που στα μάτια του χωράει τόση αγάπη. Μελανό σημείο η Κατερίνα, μα μεγαλώνοντας κι εκείνη θα καταλάβει. Δεν την συμμερίζεται. Μαζί ήταν σε αυτή την μητρική εγκατάλειψη. Ο καθένας το διαχειρίζεται αλλιώς.
Πολλές φορές σκέφτεται, αν τα πράγματα ήταν αλλιώς. Αν η μαμά τους ήταν τρυφερή, αν δεν ένιωθε ασφυκτικά με τα παιδιά, τον άντρα και την ζωή της, πώς θα είχε εξελιχθεί η ζωή όλων. Πολύ γρήγορα διώχνει αυτές τις σκέψεις. Με τα “αν” δεν αλλάζει τίποτα. Με τα “αν” δεν κερδίζεις την ζωή κι αυτή το κατάφερε με το πριν, το τώρα και θα συνεχίσει να παλεύει για το αύριο. Κάτι που θα ‘πρεπε να έχει κάνει εκείνη που τους έφερε στον κόσμο.
Κοιτάζοντας πίσω, μόνο τις καλές στιγμές κρατάει και το μόνο που θα ήθελε να διορθώσει, να πάρει κάποια στιγμή απολυτήριο λυκείου και γιατί όχι, ακόμη και να σπουδάσει.
Πέρασε από Συμπληγάδες πέτρες τόσα χρόνια και βγήκε αλώβητη. Θα ερχόταν και η στιγμή να κάνει αυτό που λαχταράει. Ήταν σίγουρη.
Χρυσούλα Καμτσίκη
