Θέλεις να παίξουμε;

Η φθινοπωρινή αύρα είχε αφήσει τα στίγματά της παντού. Τα ξερά φύλλα των δέντρων, είχαν καλύψει με ένα κίτρινο πέπλο τους δρόμους και τις αυλές της πόλης.

Είχε αρχίσει να νυχτώνει. Η μικρή Μάγκι έσιαξε το ψάθινο καπέλο που φορούσε και στάθηκε δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο του σαλονιού. Κοίταξε τα μικρά φαναράκια και τις φωτισμένες κολοκύθες που στόλιζαν τις αυλές, εν αναμονή της γιορτής του Halloween.

Πάντα αντιπαθούσε αυτή την εποχή του χρόνου. Όχι γιατί δεν της άρεσε, αλλά γιατί ήξερε πως γι’ ακόμη μια χρονιά θα την περνούσε κλεισμένη στο σπίτι με κλειδαμπαρωμένες πόρτες και παράθυρα, αγνοώντας τα αλλεπάλληλα χτυπήματα στην πόρτα που θα διεκδικούσαν κέρασμα για να μην σκαρώσουν φάρσα.

Μια παρέα μασκαράδων πέρασε μπροστά από την αυλή. Το κορίτσι σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να δει καλύτερα. Ένα αγόρι, ντυμένος σκελετός, σταμάτησε απότομα και την κοίταξε έντονα. Τη στιγμή που σκουντούσε με τον αγκώνα έναν φίλο του, η γιαγιά της εμφανίστηκε μπροστά της με τα χέρια στη μέση.

«Ξεχνάς τους κανόνες Μαγκ» την προειδοποίησε. «Όχι πόρτες και παράθυρα σήμερα».

Η μικρή χτύπησε νευριασμένη το πόδι στο πάτωμα.

«Ποτέ δεν μου λες τον λόγο».

«Γιατί θα τρομάξεις από τους μασκαράδες».

«Δεν με τρομάζουν».

«Ανοησίες. Φυσικά και σε τρομάζουν».

Η γιαγιά της γύρισε απότομα και έκλεισε με δύναμη το παντζούρι. Το μόνο που πρόλαβε να δει η μικρή, ήταν τα δυο αγόρια να κοιτούν έντονα το παράθυρό της.

«Θέλω απλά να παίξω μαζί τους» μουρμούρισε εκείνη νευριασμένη.

Στάθηκε πίσω από τις γρίλιες και κρυφοκοίταξε. Το πρώτο αγόρι στεκόταν ακόμη εκεί και κοιτούσε καρτερικά το παράθυρο. Η μικρή ανέβηκε τρέχοντας στον πρώτο όροφο, έγραψε κάτι σε ένα χαρτί, κι αφού σιγουρεύτηκε πως η γιαγιά της δεν ήταν κάπου κοντά της, άνοιξε μια πιθαμή το παντζούρι και το παράθυρο και το έριξε προς το μέρος του.

***

Ο Κάστορ, που εξακολουθούσε να κοιτά προς τα εκεί, το μάζεψε αμέσως.

«Έλα από τη πίσω πόρτα» διάβασε.

Λοξοκοίταξε την παρέα του που είχε αρχίσει να απομακρύνεται και κοντοστάθηκε. Τελικά έχωσε το γράμμα στην τσέπη της στολής του και μπήκε στην αυλή που ήταν γεμάτη φωτισμένες κολοκύθες. Προσπαθώντας να μην τις ποδοπατήσει, κατευθύνθηκε προς το πίσω μέρος του σπιτιού.

Η πίσω πόρτα ήταν ανοιχτή. Μπαίνοντας, μια έντονη οσμή ψαρίλας, ανάμικτης με βραστό λάχανο και σκόρδο τον έκανε να μορφάσει. Προσπέρασε ακροπατώντας την κουζίνα όπου η γιαγιά της μικρής μαγείρευε με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος του. Βρήκε γρήγορα την εσωτερική σκάλα που οδηγούσε στον πάνω όροφο και ανέβηκε. Δεν άργησε να καταλάβει ποιο ήταν το δωμάτιο της μικρής. Μια ροζ πόρτα έστεκε μισάνοιχτη στην άκρη του διαδρόμου. Χωρίς δεύτερη σκέψη πλησίασε. Την έσπρωξε απαλά. Το φως ήταν λιγοστό. Η μια πλευρά του τοίχου, ήταν καλυμμένη με μια ταπετσαρία που αναπαριστούσε τον νυχτερινό ουρανό διάσπαρτο με αστέρια. Η απέναντι μεριά, έδειχνε μια ηλιόλουστη μέρα.

«Εσύ τι προτιμάς;» άκουσε ξαφνικά τη φωνή της μικρής.
Καθόταν στο κρεβάτι, με την πλάτη στραμμένη προς το μέρος του. Φορούσε ένα ψάθινο καπέλο. Στο ένα χέρι της, κρατούσε μια κούκλα.

«Μέρα ή νύχτα;» πρόσθεσε.

«Νύχτα» απάντησε χωρίς να το πολυσκεφτεί, αλλά μετάνιωσε αμέσως.

Ένιωθε περίεργα. Ξαφνικά διαπίστωσε πως η μυρωδιά που μύριζε πριν, τώρα ήταν πιο έντονη ενώ έντονα κύματα ρίγους συντάραζαν το κορμί του. Η μικρή άφησε την κούκλα δίπλα της. Ο Κάστορ γούρλωσε τα μάτια, διαπιστώνοντας πως το πάνω μέρος του κεφαλιού της έλειπε. Λες και κάποιος το είχε κόψει με μαεστρία, με μαχαίρι. Το κορίτσι, σηκώθηκε και στράφηκε αργά προς το μέρος του. Το ουρλιαχτό που ξέφυγε από τα χείλη του, ήταν ικανό να σπάσει δεκάδες ποτήρια και να τα μετατρέψει σε θρύψαλα.

Οι κόγχες των ματιών της ήταν κενές ενώ κάτω από τα ρουθούνια της, υπήρχε ξεραμένο αίμα. Αφαίρεσε αργά το καπέλο από το κεφάλι και έντρομος διαπίστωσε πως έλειπε το πάνω μέρος του, ακριβώς όπως και της κούκλας.

«Θέλεις να παίξουμε;» τον ρώτησε η Μάγκι.

Άρχισε να τον πλησιάζει. Μουδιασμένος ακόμη από το σοκ, άρχισε να οπισθοχωρεί. Τα πόδια του όμως μπουρδουκλώθηκαν στο χαλί και έπεσε στο πάτωμα. Τη στιγμή που η μικρή άπλωνε το χέρι για να τον βοηθήσει να σηκωθεί, κάποιος τον τράβηξε βίαια προς τα πίσω κι έκλεισε με κρότο την πόρτα. Η απαίσια μυρωδιά εξαφανίστηκε. Εκείνος είχε κλείσει σφιχτά τα μάτια και πάλευε να ελευθερωθεί.

«Ηρέμησε» κατάφερε να ακούσει μέσα στην αναστάτωσή του. «Ηρέμησε, αγόρι μου».

Όμως εκείνος δεν έδινε σημασία. Έσπρωξε με δύναμη, κατάφερε να γλιτώσει από τη λαβή κι έτρεξε προς τη σκάλα. Κατέβηκε μερικά σκαλοπάτια, σταμάτησε όμως απότομα, διαπιστώνοντας πως κανείς δεν τον κυνηγούσε. Ανασηκώθηκε δειλά στις μύτες των ποδιών του, και είδε τη γιαγιά να είναι πεσμένη στο πάτωμα και να πασχίζει να σηκωθεί.

«Θα με βοηθήσεις;» τον ρώτησε.

Ο Κάστορ ξεροκατάπιε. Τελικά την πλησίασε και άπλωσε το χέρι του. Την ίδια στιγμή, ένα δυνατό χτύπημα από την πόρτα του δωματίου της Μάγκι τον έκανε να αναπηδήσει.

«Θέλω να παίξω μαζί του! Άσε με να παίξω μαζί του!».

Η γιαγιά έπιασε το αγόρι προστατευτικά από τον ώμο.

«Νομίζω ότι θα σου έκανε καλό να πιείς μια ζεστή σοκολάτα. Τι λες κι εσύ;»

Η πόρτα τραντάχτηκε ακόμη πιο πολύ.

«Μην ανησυχείς, δεν θα βγει» τον καθησύχασε.

Λίγα λεπτά αργότερα, το αγόρι κρατούσε σφιχτά με τις χούφτες του την κούπα, προσπαθώντας να κατευνάσει τα απανωτά κύματα ρίγους που εξακολουθούσαν να συνταράσουν το κορμί του. Η ησυχία που επικρατούσε στην τραπεζαρία, διακοπτόταν κατά διαστήματα από τα χτυπήματα στην πόρτα του δωματίου της μικρής.

«Το ίδιο συμβαίνει κάθε χρόνο, τέτοια μέρα» πήρε τελικά τον λόγο η γιαγιά της. «Γνωρίζεις ότι Παραμονές Halloween οι νεκροί περπατούν ανάμεσα στους ζωντανούς, αποκτώντας υλική υπόσταση κι έτσι κανείς δεν μπορεί να καταλάβει αν είναι θνητοί ή όχι… Έτσι και η Μάγκι. Έρχεται πάντα το πρωί. Όσες κολοκύθες και να βάζω στην αυλή, δεν είναι ικανές να την κρατήσουν μακριά… Όπως θα πρόσεξες, δεν έχει μάτια και δεν μπορεί να τις δει για να τρομάξει. Οπότε προσπαθώ απλά να την κρατώ μακριά από τους ανθρώπους, μέχρι να περάσει αυτή η νύχτα. Το επόμενο πρωί, θα έχει απλά εξαφανιστεί»

«Πώς…» ξεροκατάπιε ο μικρός «το έπαθε;»

Η γιαγιά αναστέναξε. Ήπιε μια γουλιά από το τσάι της.

«Ένας πολύ κακός άνθρωπος, αποφάσισε να της στερήσει τη ζωή. Ποτέ δεν τον έπιασαν. Απλά βρέθηκε το άψυχο σώμα της στο δάσος χωρίς μάτια με το κομμάτι από το κεφάλι της να λείπει».

Τα χτυπήματα ακούστηκαν ξανά.

«Μπορώ να χρησιμοποιήσω την τουαλέτα;» ρώτησε τότε το αγόρι.

«Είναι από εκεί».

Ο μικρός έριξε νερό στο πρόσωπό του και πήρε βαθιές ανάσες. Όταν επέστρεψε στην κουζίνα, η έντονη οσμή ψαρίλας, ανάμικτης με βραστό λάχανο και σκόρδο ήταν διάχυτη παντού.

«Κυρία;» ρώτησε ψάχνοντας γύρω του.

«Εδώ είναι» άκουσε μια παιδική φωνή.

Γύρισε τρομοκρατημένος, αναγνωρίζοντας τη φωνή της Μάγκι. Στο ένα χέρι, κρατούσε μια τούφα γκρίζων μαλλιών που έσταζαν αίμα. Στο άλλο, τείνοντας την παλάμη προς το μέρος του, υπήρχαν δυο βολβοί ματιών.

«Κουράστηκα να μη με αφήνει να κάνω φίλους. Έτσι έκανα εκείνη φίλη μου για να παίζουμε πάντα μαζί. Και τώρα, θα γίνεις κι εσύ φίλος μας για να είμαστε τρεις».

Το αγόρι ούρλιαξε υστερικά. Όμως το ουρλιαχτό του σκεπάστηκε από τη μουσική και τις χαρούμενες φωνές που είχαν πλημμυρίσει τη γειτονιά.

Ερωδίτη Παπαποστόλου

One response to “Θέλεις να παίξουμε;”

  1. Εξαιρετική χρήση του λόγου και ευφάνταστη σύλληψη της ιστορίας. Ποτέ δεν με απογοητεύουν οι ιστορίες σου. Συγχαρητήρια.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading