Την ήθελε…

Την ποθούσε διαβολεμένα. Την έβλεπε να περνά από μπροστά του και το βλέμμα του ταξίδευε στο λυγερό κορμί της. Του κουβέντιαζε και έλιωνε στα πόδια του, ήταν όμοιο πυρακτωμένο σίδερο που έμπηγε βαθιά του, ο ήχος της φωνής της. Το αθώο χαμόγελό της, το ρουφούσε η διψασμένη του ψυχή, για να αιχμαλωτίσει σα δαίμονας όσο περισσότερη απ’ την σαγήνη της μπορούσε.

Τι και αν ήταν ο κηπουρός της πλούσιας οικογένειάς της… Τι κι αν ο Πορφύρης ήταν σχεδόν σαράντα και η Παρέσα, η κόρη του αφεντικού δεν είχε ούτε τα μισά του χρόνια… Αυτή τριγύρναγε ανέμελη στο παρτέρι και αυτός παλλόταν απ’ τον καημό της σάρκας του. Είχε βρει και ένα παρατημένο κουτάβι στο βουνό που βύζαινε ακόμα, δεν υπήρχε καλύτερο δόλωμα για την Παρέσα. Σαν καθόταν πλάι του, αυτός φαντασιωνόταν με ανοικτά μάτια πως την άγγιζε παντού, όπως ακριβώς αυτή χάιδευε τρυφερά τον σκυλάκο που βάπτισε Άρη. Διψούσε για την αφή της, είχε ευχηθεί να γάβγιζε αντί να μιλά, αρκεί να απολάμβανε αυτό το δώρο.

Ήξερε πως δεν έπρεπε ούτε να την ακουμπά, ας τον σιγοέτρωγε το σαράκι. Ακόμα και να μην την είχαν λογοδώσει, ήταν «αλλουνού» απ’ τα γεννοφάσκια της! Δεν είχε ξανανιώσει παρόμοια για κανένα θηλυκό ο Πορφύρης και τέτοιο πάθος δε βαστιέται σε όρια, ποτάμι λυσσασμένο είναι που κυλά μέσα του. Και έπνιξε και τους δυο εκείνο το μοιραίο βράδυ της Εμπονέστιας…

Μασκαρεμένος, καλυμμένος με προβιά και τσεμπέρι, προσκολλήθηκε σε μια παρέα νεαρών που γυρνούσαν από πόρτα-πόρτα, παίζοντας την λύρα και ξεσηκώνοντας τους νοικοκυραίους. Πίσω τους χαρούμενη έτρεξε η Παρέσα στο σοκάκι μέχρι το επόμενο σπίτι. Οι φωνές και η μουσική καλύψανε τις τσιρίδες της. Μόνο για να μην τον αναγνωρίσουν, κρατήθηκε και δεν έβγαλε την μαντίλα, ενώ ήθελε σαν τρελός να της δαγκώσει, να της σημαδέψει τον τρυφερό της λαιμό. Με το χέρι του της σφράγισε το στόμα και της έστριψε το κεφάλι στο αριστερό πλάι, ενώ την πλάκωσε με το σώμα του. Ο Πορφύρης είχε τελειώσει μαζί της σε λιγότερο από τρία λεπτά. Σα σακί πεταμένο την άφησε, ημιλιπόθυμη. Της φίλησε βιαστικά μα σχεδόν ευλαβικά τα εκτεθειμένα μπούτια, της κατέβασε το φουστάνι σκεπάζοντάς την, κουμπώθηκε και απομακρύνθηκε χορεύοντας. Τώρα πια, ας μην γινόταν ποτέ γυναίκα του, ήταν για πάντα δική του! Δεν πίστεψε στιγμή πως είχε κάνει κακό, πήρε αυτό που διακαιούταν!

Χώθηκε στην κάμαρή του και για άλλη μια φορά, τα διηγήθηκε λεπτομερώς και κομπάζοντας στον κούταβό του που του έγλυφε τα χέρια. Σε άνθρωπο δεν τολμούσε να τα εκμυστηρευτεί.

Την Παρέσα την εξαφανίσανε τις επόμενες μέρες, χαντακωμένη στο αρχοντικό. Δεν τον ένοιαξε. Του έφτανε που την έβλεπε όταν εμφανιζόταν στο παραθύρι, σήκωνε ψηλά τον Άρη για να τον δει και την χαιρετούσε. Ύστερα από εξάμηνο, ένα πρωινό, την χώσανε στο κάρο και την φυγαδεύσανε, τότε αγχώθηκε. Πού την πηγαίνανε, πότε θα την ματάβλεπε; Η μαγείρισσα του είπε πως θα κάνανε τα απαραίτητα ψώνια στην Τραπεζούντα με την μάνα της, έπρεπε να ετοιμάσει τα προικιά για τον επερχόμενο γάμο. Το 1857 όλο το εμπόριο με την Ρωσία το διαχειριζόταν απ’ το συγκεκριμένο λιμάνι αποκλειστικά οι Έλληνες του Πόντου και ο εργοδότης του Πορφύρη ήταν ένας απ’ αυτούς.

Τρεις ολόκληρους μήνες λείψανε μάνα και κόρη. Υπέφερε, έσκιζε το στήθος του με το ξυράφι του, το κορμί του το είχε σημαδέψει απ’ την στέρηση, ο πόνος ο σωματικός που στιγμιαία ξεπερνούσε της καρδιάς του, ήταν μια διέξοδος. Το πουκάμισό του, εκτός από λάσπες ήταν πλέον λερωμένο με στάλες απ’ τις ξεραμένες πληγές του. Μέχρι που επέστρεψε η ηλιαχτίδα του. Χλωμή, αλλά πιο μαγευτική από ποτέ. Σε λίγο καιρό θα ντυνόταν νύφη και θα μετακόμιζε. Αυτό δεν το είχε σκεφτεί ο Πορφύρης. Αγκάλιαζε τον σκύλο του και έκλαιγε σπαρακτικά, δυο μέτρα άνδρας, κάθε βράδυ.

Ένα πρωινό ήρθε ο γαμπρός να περπατήσει στον κήπο με την μέλλουσα γυναίκα του. Τους άκουγε που πλησιάζανε ο Πορφύρης και κρατιόταν να μην τον αποκεφαλίσει με την αξίνα. Πετάχτηκε στα πόδια του ο Άρης, πρώτη φορά τριβόταν έτσι σε άγνωστο. Πιο πολύ φούντωσε ο κηπουρός. Ούτε να γυρίσει να κοιτάξει την Παρέσα δεν ήθελε. Μέχρι που άκουσε έναν γδούπο και μια κραυγή. Έτρεξε. Αντίκρισε τον νεαρό πεσμένο ανάσκελα με το κεφάλι ακουμπισμένο στον φρεσκοκομμένο κορμό της πορτοκαλιάς και την μικρή να ουρλιάζει. Την έστρεψε απ’ την άλλη, έσκυψε από πάνω του, πριν καταφθάσει κάποιος, τον κοπάνησε δεύτερη φορά, καρφώνοντάς τον με περισσή δύναμη, για να είναι σίγουρος. Μέχρι να έρθει βοήθεια, είχε πλημμυρίσει στο αίμα του, ξεψυχώντας. Πώς τον είχε μπουρδουκλώσει το τετράποδο, ούτε η Παρέσα πρόλαβε να δει. Ο Πορφύρης όμως ήξερε ότι τον έσωσε ο σκύλος, ο πιο πιστός του φίλος!

Ο καιρός περνούσε. Με τον επόμενο υποψήφιο προέκυψε πιο εύκολα η λύση. Ο Άρης πετάχτηκε μπροστά στο άλογό του γαβγίζοντας λυσσαλέα και το τρόμαξε. Αυτό αφήνιασε, έτρεξε προς την πλατεία φέρνοντας με ορμή δυο ολόκληρους γύρους, ενώ ο αναβάτης κρεμόταν απ’τον αναβολέα. Όταν καταφέρανε να σταματήσουν το άτι και να κατεβάσουν τον άνδρα, δεν ξαναπερπάτησε ποτέ.

Η φήμη της ατυχίας της Παρέσας έφερε αποτέλεσμα. Δεν την ξαναπλησίασε κανείς. Κοντεύοντας τα τριάντα ήταν και επίσημα γεροντοκόρη. Είχε ορφανέψει και από μάνα, ο μπαμπάς της κατέπεσε, δεν έβγαινε πια απ’ την κάμαρή του. Η καθημερινή περιήγηση της κοπέλας στον κήπο, ήταν η ευδαιμονία του Πορφύρη. Όση σπιρτάδα είχε χάσει ο Άρης μεγαλώνοντας, την είχε βρει ο ιδιοκτήτης του. Λες και έκλεβε ζωή απ’ την αιώνια αγαπημένη του που μαράζωνε.

Τρία χρόνια μετά κάτι άλλαξε. Με την απώλεια και του πατέρα της, εμφανίστηκε στο πατρικό, ένας νεαρός. Εκεί που ανάσανε ο Πορφύρης πως θα μένανε οι δυο τους και θα την άγγιζε επιτέλους, ο γεροδεμένος δεκαοχτάρης, μεταμόρφωσε την Παρέσα σε ροδαλό, πανέμορφο κορίτσι ξανά! Αρχίσανε να κάνουν εκδρομές, περιπάτους, να κυκλοφορούν αγκαζέ, χωρίς να υπολογίζουν κουτσομπολιά και κακές γλώσσες. Δεν το χωρούσε ο νους του, τι παράταιρο ζευγάρωμα ήταν αυτό, δεν μπορούσε να καταλάβει και κυρίως πληγώθηκε που οι επισκέψεις της στον κήπο αραίωσαν και γινόταν αποκλειστικά με την συνοδεία του ξενοφερμένου. Έπρεπε να δράσει και ολομόναχος αυτήν την φορά. Δυο χουφτιές καυκαλήθρες που μάζεψε, ανακατεμένες με μπόλικα φύλλα δηλητηριώδους τάτουλας ήταν ό,τι έπρεπε. Την μέρα που είχε ρεπό η μαγείρισσα, τρύπωσε στην κουζίνα και τα έβρασε. Γνώριζε καλά πως η Παρέσα τα σιχαινόταν απ’ την μυρωδιά, δεν ακούμπησε ποτέ όσα χόρτα της πήγαινε, ο αμούστακος όμως δε θα έπαιρνε χαμπάρι από πού του ήρθε το κέρασμα.

Δυο μέρες υπέφερε, ξεκίνησε με μυδρίαση και ταχυκαρδία, μέχρι να έρθει ο γιατρός, τρίτο ξημέρωμα δεν τον βρήκε. Η σάλπιγγα των αγγέλων, όπως λεγόταν το δηλητηριώδες άνθος, ήχησε για να τον οδηγήσει στο μνήμα που του άξιζε.

Και τότε ήρθε η λαίλαπα της αποκάλυψης για τον φονιά. Στον οικογενειακό τάφο τον βάλανε! Ενώ υποβάσταζε την ξέπνοη λατρεμένη του και έπρεπε να νιώσει την δικαίωση της μακρόχρονης λαχτάρας του, αυτός είχε σοκαριστεί απ’ την μοναδική κουβέντα που ψέλλιζε στα ξεραμένα χείλη της η μαυροφορεμένη Παρέσα: «Γιε μου, γιόκα μου!». Το μυαλό του Πορφύρη σάλεψε, μόλις άρχισε να ξεσκεπάζει την αλήθεια που του φαρμάκωσε τα σάπια σωθικά του. Ήταν το δικό του αγόρι, το παιδί του! Και τον είχε σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια!

Το επόμενο πρωινό της κηδείας, με το που ανοίξανε τον στάβλο, αντίκρισαν ένα αηδιαστικό μα και παράδοξα ταιριαστό θέαμα: κρεμασμένος με αρτάνα σέλας απ’ το δοκάρι ο Πορφύρης. Και δίπλα του, επίσης απαγχονισμένος με τη ζώνη του αφεντικού του, ο συνέργός του, ο υπέργηρος σκύλος του.

Το βλάστημο πάντρεμα παράδεισου με κόλαση, φορά στεφάνι αγκαθωτό και τίκτει αφανισμό. Όταν η ζωή ζυμώνεται με φρίκη και βιάζεται από παράλογο πάθος, γεννά με οδύνες το πιο δύσμορφο κτήνος. Η θανάτωσή του είναι αγαστή επιλογή. Αν δεν καθυστερούσε και σχεδόν 20 έτη…

Μαρίτσα Καρά

One response to “Την ήθελε…”

  1. Το γράψιμο σας πολύ ωραίο παρά το φρικτό θέμα που επεξεργάζεται η ιστορία σας!

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading