[Σημείωση: Φέτος (2024), εκτός απροόπτου, θα δημοσιευτεί το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματός μου σε συνέχειες, «Η Εντολή της Κόμισσας». Μέχρι τότε, θα δημοσιευτούν μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
***
Το μαύρο παλτό
Του Σέλντον Κρότον
(Δεύτερο Τεύχος Νοεμβρίου, 1894, σελ. 3-9)
Αγαπημένε μου αναγνώστη,
Αυτό το τεύχος είναι ξεχωριστό, γιατί εδώ δημοσιεύεται το τελευταίο κείμενο του κυρίου Σέλντον Κρότον, καθότι ο εν λόγω συγγραφέας απεβίωσε τον Οκτώβριο σε ηλικία 83 ετών. Είχα την τιμή να επισκεφτώ την κατοικία του στο Μάντσεστερ, να γνωρίσω την οικογένειά του, αλλά και τον ίδιο λίγες μέρες προτού ανακοινωθεί ο θάνατός του. Η σύζυγός του με κάλεσε με ένα γράμμα που έφτασε στα γραφεία του περιοδικού, ζητώντας μου να πάω εκεί, αφού η κατάσταση του κυρίου Κρότον δεν ήταν καλή και πως επιθυμούσε να με γνωρίσει.
Δεν θα μπορούσα να αρνηθώ, αγαπημένε μου αναγνώστη, καθότι είχα συγκινηθεί βαθύτατα. Οπότε δεν έχασα καιρό και έφυγα με το πρώτο τρένο που πρόλαβα.
Βρήκα ένα μεγάλο, ζεστό και αρκετά ευχάριστο σπίτι, το οποίο θα μπορούσε να έχει εμπνεύσει τον κύριο Ντίκενς, ώστε να συμπεριλάβει μια εκδοχή του σε κάποια από τις ιστορίες του. Υπήρχε θλίψη ανάμεσα στα πρόσωπα των παρευρισκομένων, ειδικά των μεγαλύτερων σε ηλικία, αλλά την ίδια στιγμή έβλεπα και μικρά παιδιά, τα εγγόνια του κυρίου Κρότον, να τρέχουν και να χαμογελούν. Μίλησα με τους τρεις γιους του συγγραφέα, αλλά και με την σύζυγό του. Όλοι μου είπαν ξανά και ξανά πόσο χαρούμενος ήταν ο Σέλντον όταν έγραφε και ακόμα περισσότερο όταν έπαιρνε το τεύχος του εκάστοτε περιοδικού όπου υπήρχε μια δική του ιστορία. Με ευχαρίστησαν όλοι τους, που όχι μόνο στήριξα τον δικό τους άνθρωπο, αλλά που προλόγιζα τα διηγήματά του και που εντέλει είχα έρθει στο σπίτι τους.
Δυστυχώς, ο Σέλντον δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι, αν και το πάλεψε αληθινά. Προσπάθησε να σταθεί όρθιος, για να με χαιρετίσει και να με αγκαλιάσει, αλλά η κατάσταση της υγείας του δεν το επέτρεψε. Ωστόσο, έσκυψα εγώ προς το μέρος του και έκλαψε στον ώμο μου, ευχαριστώντας με για την τιμή του να εκδίδω τις ιστορίες του. Του είπα πως η τιμή ήταν δική μου, γιατί όλες οι ιστορίες του ήταν εξαιρετικές και προέρχονταν από έναν άνθρωπο με εκπληκτική φαντασία και μαγευτικές συγγραφικές ικανότητες. Καθίσαμε και απολαύσαμε το τσάι που είχε φτιάξει η κυρία Κρότον. Είπαμε κι άλλα πράγματα, τα οποία όμως θα αναφέρω μια άλλη φορά. Όπως δεν θα μιλήσω εδώ ούτε για το διήγημα που ακολουθεί. Υποσχέθηκα στον Σέλντον και στους οικείους του πως θα τους αφιερώσω μια δική μου ιστορία.
Δεν θα σου κρύψω, αγαπημένε μου αναγνώστη, ότι με δυσκολία συγκρατούσα τα δάκρυά μου όσο μιλούσα με αυτούς τους ανθρώπους. Δεν έχω έρθει πολλές φορές σε δια ζώσης επικοινωνία με άτομα που έχουν γράψει ή και που έχουν διαβάσει ιστορίες του Weird Literature. Πάντα με χαροποιεί το γεγονός πως ο κόσμος (αναγνώστες ή και συγγραφείς) μένει ευχαριστημένος με τα κείμενά μας, αλλά η περίπτωση του κυρίου Κρότον ήταν πιο συγκινητική από κάθε άλλη, οφείλω να ομολογήσω. Είδα απόλυτη ειλικρίνεια να απορρέει από την ψυχή του ηλικιωμένου συγγραφέα, ο οποίος μιλούσε με πάθος που σιγόβραζε και που ακόμα και στις δύσκολες εκείνες ώρες παρέμενε αμείωτο, έτοιμο να ξεχυθεί, για να δημιουργηθεί μια ακόμα ιστορία. Είδα έναν Συγγραφέα, αγαπημένε μου αναγνώστη, με όλη τη σημασία της λέξης.
Σήμερα, λοιπόν, με αυτό το έκτακτο Τεύχος που εκδίδουμε, αποχαιρετούμε τον αγαπημένο μας συνεργάτη, τον κύριο Σέλντον Κρότον.
Requiescat in Pace, Σέλντον!
Τζον Μπάρλοου
Ο Έλντερ Μπλέικλι άνοιξε τα μάτια του, νιώθοντας απίστευτα αναζωογονημένος, κάτι που του φάνηκε παράξενο, καθώς θυμόταν ότι σήμερα πέθανε. Θυμόταν που ένιωσε το σώμα του να πέφτει στο χιονισμένο έδαφος για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες ώρες. Ο ίδιος δεν μπορούσε να κουνηθεί, καθότι τα χέρια και τα πόδια του είχαν παγώσει και σχεδόν δεν τα ένιωθε. Το λιγνό σώμα του συγκλονιζόταν από αρρωστημένο τρέμουλο, ενώ τα δόντια του κροτάλιζαν. Η μύτη του είχε κλείσει και τα μάτια του έβγαζαν κρυστάλλινα δάκρυα.
Ήταν εβδομήντα πέντε χρονών ο Έλντερ και ποτέ του δεν είχε σκεφτεί πώς και πότε θα πέθαινε. Όπως και οι γονείς του, είχε ζήσει από τα μικράτα του στους δρόμους, αναζητώντας συνεχώς (και μάταια, πολλές φορές) φαγητό και στέγη. Η μόνη περίοδος που δεν είχε να ανησυχεί για το φαγητό, ήταν όταν υπηρέτησε στον στρατό, όπου συνήθως οδηγούσε κάποια άμαξα μεταφοράς υλικού ή προσωπικού. Έκτοτε βρέθηκε πάλι στους δρόμους, να προσπαθεί να ζήσει όπως-όπως. Ήταν ήρεμος άνθρωπος ο Έλντερ, καλοκάγαθος και ποτέ του δεν κατέφυγε στη βία για να αποκτήσει όσα χρειαζόταν. Αγωνιούσε, πεινούσε και κουραζόταν, έλιωνε από την ζέστη και κροτάλιζαν τα κόκαλά του από το ψύχος, αλλά υπέμενε τις προστυχιές του κόσμου που κυκλοφορούσε κοντά του, ακολουθώντας πιστά τις διδαχές των γονιών του, που διαλαλούσαν με κάθε ευκαιρία την αγάπη του Κυρίου. Συχνά, παρότι λιγοψυχούσε από τις κακουχίες, έδινε από το δικό του φαγητό και νερό σε άλλους, ειδικά σε παιδιά που είχαν κι αυτά την ατυχία να ζουν σαν αυτόν. Δεν θα μπορούσε ποτέ να συνεχίσει να ζει, αν ήξερε ότι μπορούσε να βοηθήσει και δεν το είχε κάνει. Μερικές φορές στο παρελθόν, όταν ήταν ακόμα νέος, κάποιες κορασίδες εντυπωσιάζονταν από τα γαλανά μάτια του Έλντερ, όμως η ένδειά του ήταν αρκετή για να λησμονήσουν κάθε υποψία έρωτα προς το πρόσωπό του. Ωστόσο, ο Έλντερ είχε καταφέρει να γνωρίσει τον έρωτα. Υπήρξαν γυναίκες που δέχτηκαν τη συντροφιά του, μα καμιά σχέση δεν ήταν γραφτό να κρατήσει για πολύ καιρό. Όπως αυτός, ήταν κι αυτές οι γυναίκες έρμαια της πείνας και διαβιούσαν έξω από σπίτια ή άλλα στεγασμένα κτίρια, με το ρολόι της μοίρας τους να μετράει αντίστροφα. Όμως, η καλή ψυχή του Έλντερ και το αγαπησιάρικο βλέμμα του αγαλλίασαν τις καρδιές τους και αποφάσισαν να αγκαλιάσουν τον μικροκαμωμένο άντρα.
Ο Έλντερ θυμόταν που νωρίτερα ανοιγόκλεισε τα θολά μάτια του στο σκοτάδι της υποφωτισμένης οδού της πόλης που ζούσε. Έβηχε συνεχώς, με τα πνευμόνια του να παλεύουν κι αυτά με το κρύο που εισέπνεε. Ο πόνος περόνιαζε κάθε σπιθαμή του κορμιού του, με τα ρούχα του να αδυνατούν να εμποδίσουν την ψύχρα της Αγγλίας που τον κατακεραύνωνε. Ο Έλντερ πέθαινε, και το ήξερε.
Το θολωμένο του μυαλό προσπαθούσε να θυμηθεί και να καταλάβει τι του είχε συμβεί. Το τελευταίο πράγμα που ανακαλούσε ήταν όταν άκουσε το χιόνι που είχε σκεπάσει την πόλη να πιέζεται απανωτά. Συνειδητοποίησε ότι είχε ακούσει βήματα να απομακρύνονται από κοντά του. Οι φονιάδες του έφευγαν, αφού τον είχαν μαχαιρώσει και ξυλοκοπήσει. Δεν είχε καταφέρει να τους δει καλά, μα από τα ρούχα και τα ξυρισμένα πρόσωπά τους, είχε καταλάβει ότι ήταν αρκετά νέοι και ευκατάστατοι άνθρωποι. Αχνά, θυμόταν ότι περπατούσε στο πεζοδρόμιο, με τα χέρια βαθιά χωμένα στις τσέπες του ταλαιπωρημένου γκρίζου παντελονιού του και έχοντας σκυμμένο το κεφάλι, έτσι ώστε να καλύπτει την μύτη του με το σκισμένο, μαύρο κασκόλ που είχε τυλίξει γύρω από τον λαιμό του. Περνούσε έξω από σπίτια και μαγαζιά και μεγάλες αυλές, ενώ δίπλα του στο δρόμο έτρεχαν ανά διαστήματα άλογα αμαξών ή ποδήλατα. Ο Έλντερ δεν μπορούσε να ασχοληθεί με κανέναν, καθώς έσερνε τα πόδια του, σε μια ακόμα προσπάθεια να βρει ένα κατάλληλο μέρος για να ξαποστάσει, δίχως να ενοχλήσει και χωρίς να τον διώξουν οι αστυφύλακες. Είχε καταφέρει να φάει την ψίχα από μια φρατζόλα ξερό ψωμί που είχε ξεμείνει σε ένα φούρνο. Το μόνο που ήθελε τώρα ήταν να κοιμηθεί. Εκείνοι εμφανίστηκαν από το πουθενά, ή έτσι φάνηκε στον Έλντερ, κι ό,τι έκαναν δε διήρκησε πολύ, ενώ ήταν τόσο ξαφνικό, που όχι μόνο δεν υπήρξε άλλος μάρτυρας, αλλά ο Έλντερ δεν πρόφτασε καν να διαμαρτυρηθεί. Αλλά ένιωσε τα πάντα: τις γροθιές και τις κλοτσιές, τα χέρια που τυλίχτηκαν γύρω από τα δικά του, το μαχαίρι που έμπηξαν στο στήθος του. Άκουσε καθαρά τις ανάσες τους, που του θύμισαν χλιμιντρίσματα αλόγου, τα ρούχα τους που θρόιζαν σαν κλαδιά δέντρου, μα και τα δικά του κόκαλα που έτριζαν σαν ξύλινα έπιπλα που σπάνε.
Ο Έλντερ δεν έπεσε μοναχός του στο κρύο έδαφος. Όχι, τον έριξε εκείνος που τον είχε αρπάξει, σπρώχνοντάς τον προς τα κάτω. Δεν υπήρξε καμιά αντίσταση από τον Έλντερ, που ψυχορραγούσε, απλά αφέθηκε και χτύπησε στο χιόνι. Με τα χέρια του κάλυψε την πληγή από το μαχαίρι, όπου ένιωθε ένα ζεστό υγρό να ξεχύνεται και να μουσκεύει τα ρούχα και τα γάντια του. Είχε αρχίσει να τρέμει από τη στιγμή που έπεσε στην παγίδα των αντρών, αλλά, καθώς ξάπλωνε πάνω στο παγωμένο έδαφος, κατέρρεαν και οι λιγοστές άμυνες του γερασμένου κορμιού του απέναντι στις δυνάμεις της φύσης.
Πριν εκείνοι εξαφανιστούν, πρόλαβε να ακούσει έναν τους να λέει «Δεν θέλουμε άρρωστους, άστεγους γέρους εδώ», και τους άλλους να συμφωνούν μαζί του, με φράσεις όπως «Ναι, ναι» και «Είστε άχρηστοι και βρομιάρηδες» και «Δεν έχετε θέση ανάμεσά μας».
Ο Έλντερ δεν τους απάντησε, γιατί η ζωή εγκατέλειπε το σώμα του. Έκλαψε όσο μπορούσε ακόμα και προσπάθησε να ετοιμαστεί για να πετάξει η ψυχή του και να βρει παρηγοριά δίπλα στους γονείς του και στον Κύριο.
Τότε, καθώς σφράγιζαν τα μάτια του, ήταν που άκουσε βήματα να τον πλησιάζουν από κάπου στα αριστερά του. Ο Έλντερ μπόρεσε να γυρίσει και να δει ποιος ερχόταν προς το μέρος του. Αν και το βλέμμα του έμοιαζε να διασχίζει μια άυλη ομίχλη, είδε στο δρόμο να σταματάει μια άμαξα, από την οποία κατέβηκε ένας άντρας στα μαύρα. Ήρθε κοντά του και στάθηκε μόλις μια πιθαμή από το πρόσωπό του. Είδε τις μαύρες μπότες του άντρα και το μαύρο φαρδύ παντελόνι του. Ο Έλντερ πίεσε τον εαυτό του και σήκωσε τα μάτια του προς τα πάνω. Είδε ένα χλομό, σχεδόν αναιμικό πρόσωπο να έχει σκύψει και δύο αδιαπέραστα μάτια να τον παρατηρούν. Ο άντρας, που είχε μακριά μαύρα μαλλιά πιασμένα σε κοτσίδα, κρατούσε στα χέρια του ένα μεγάλο μαύρο παλτό, αφήνοντας ακάλυπτο το αδύνατο σώμα του, που είχε για ασπίδα μόνο ένα ακριβό μαύρο πουκάμισο.
Ο Έλντερ, χωρίς να είναι σίγουρος ότι σκεφτόταν καθαρά, πίστεψε ότι ο άγνωστος δεν είχε κακούς σκοπούς, οπότε δοκίμασε να ζητήσει βοήθεια, αλλά από τα τρεμάμενα χείλη του βγήκε μόνο ο ήχος των λίγων δοντιών του που κροτάλισαν μεταξύ τους. Σε μια δεύτερη απέλπιδα προσπάθεια, το μυαλό του έδωσε εντολή στο αριστερό χέρι του να υψωθεί προς τον άγνωστο, αλλά κι αυτό ήταν ανέφικτο.
Την επόμενη στιγμή, προσπάθησε να χαμογελάσει, καθώς ο άγνωστος έσκυβε και έπιανε τον Έλντερ από την πλάτη και ανασήκωνε το γερασμένο σώμα του.
«Πεθαίνεις» άκουσε τον άγνωστο να λέει με ξενική προφορά. «Σύντομα, δεν θα είσαι τίποτα παραπάνω από ένα άδειο κουφάρι».
Αυτό ήταν το πρώτο πλήγμα που υπέστη η αρχική του εντύπωση (ότι ο άγνωστος θα ήταν ένας καλός Σαμαρείτης), ενώ το κακό συνεχίστηκε όταν, πρώτα ένιωσε να του βγάζει ο άλλος το πανωφόρι του και στη συνέχεια επειδή μύρισε μια αποφορά που εξαπολυόταν από τους πόρους του κορμιού του αγνώστου. Ο Έλντερ δεν είχε προλάβει να νιώσει έτσι κατά την επίθεση από τους άλλους, μα τώρα φοβήθηκε πραγματικά. Αναρωτήθηκε ποιος να ήταν αυτός ο τόσο καλοντυμένος άντρας. Γιατί ανέδυε μια τόσο άσχημη μυρωδιά; Και γιατί έβγαζε το πανωφόρι ενός ετοιμοθάνατου γέρου άστεγου; Τι θα του έκανε; Τι άλλο έμενε να πάθει ο Έλντερ;
«Δεν έχει σημασία αν θα μείνεις με ή χωρίς το πανωφόρι σου» είπε ο άγνωστος. «Το σώμα σου δεν θα αντέξει το κρύο. Και… Τι έχουμε εδώ;» Ο άντρας παραμέρισε τα χέρια του Έλντερ από την ανοιχτή πληγή. «Ω!» έκανε. Έβγαλε ένα συριγμό και τότε ο Έλντερ, παρά το κρύο, γούρλωσε τα μάτια, γιατί ο άγνωστος άνοιξε το στόμα του και εμφάνισε δύο σειρές με αιχμηρά δόντια και μια διχαλωτή γλώσσα που συσπόταν. Ο άντρας έσκυψε το κεφάλι προς την κοιλιά του Έλντερ, ο οποίος δεν μπορούσε να δει τι του έκανε ο άλλος, μα άκουσε ήχους σαν να ρουφούσε ο άλλος το καυτό τσάι του, ενώ ταυτόχρονα κατάλαβε ότι ο άγνωστος έσπαγε παγωμένα κομμάτια με τα δόντια του.
Όταν ο άγνωστος σήκωσε το κεφάλι, το χλομό δέρμα γύρω από το στόμα του ήταν κατακόκκινο και το χαμόγελό του ήταν τόσο μεγάλο, σαν να ήταν απίστευτα ευλύγιστα τα χείλη του. Ο Έλντερ συνειδητοποίησε με φρίκη ότι ο άλλος δεν είχε σπάσει μόνο την παγωμένη κρούστα που είχε δημιουργηθεί στο γερασμένο κορμί, μα είχε γευτεί συγκεκριμένα το αίμα που είχε βγει από την πληγή και που προφανώς είχε γίνει σαν κρύσταλλο.
«Θ-Θεέ…» μπόρεσε να ψελλίσει ο Έλντερ. «Τι;… τι;… τι είσαι;…»
Ο άγνωστος τον κοίταξε. Τώρα δε χαμογελούσε όσο πριν. «Είμαι ο σωτήρας σου» απάντησε. «Αν θες να ζήσεις, βέβαια». Ο άντρας χάιδεψε πατρικά τα λίγα άσπρα μαλλιά που είχε ο Έλντερ. «Πες μου το όνομά σου».
«Ε-Έλντερ. Με… με λένε Έλντερ Μπ-Μπλέικλι».
«Θέλεις να ζήσεις για λίγο ακόμα, Έλντερ Μπλέικλι; Θέλεις να ζήσεις και να σκο… να ρωτήσεις αυτούς που σε έβλαψαν γιατί το έκαναν; Είμαι σίγουρος ότι θα θέλεις να τους αντικρίσεις για μια ακόμα φορά και να…»
«Όχι. Όχι, δεν… Θα με… θα με βλάψουν… ξανά» απάντησε με πικρία ο Έλντερ. «Μου είπαν ότι… δεν με… θέλουν εδώ. Με προσέβαλαν. Αλλά δεν… δεν τους κρατάω κακία. Δεν πρέπει».
Ο άντρας ένευσε και έσκυψε σε απόσταση αναπνοής από το κεφάλι του Έλντερ. Ψιθύρισε στο αυτί του «Σε αδίκησαν, Έλντερ, έτσι δεν είναι; Σε έβλαψαν χωρίς να τους ενοχλήσεις, σωστά;»
«Σω-σωστά».
«Τότε γιατί να μην τους ζητήσεις το λόγο; Γιατί να μη φροντίσεις να τιμωρηθούν; Ό,τι έκαναν σε εσένα, θα το κάνουν και σε άλλους, Έλντερ. Δεν θες να σώσεις άλλους συνανθρώπους σου από έναν τόσο φρικτό θάνατο;»
Ο Έλντερ πήγε να απαντήσει, αλλά πλέον δυσκολευόταν πάρα πολύ να ανασάνει. Τα μάτια του έκλειναν και με το ζόρι τα μισάνοιγε. Σάλιο έσταξε από τα χείλη του και αποκρυσταλλώθηκε. «Εγώ…» ψιθύρισε μονάχα.
Ο άγνωστος ταρακούνησε τον Έλντερ και του είπε «Έλντερ, άκουσέ με. Δεν έχουμε πολύ χρόνο. Μπορώ να σε σώσω, μπορώ να σου δώσω ζωή. Αλλά όχι αν δεν το θέλεις πραγματικά. Οπότε σε ρωτάω, Έλντερ, θέλεις να ζήσεις;»
Ο Έλντερ δεν μίλησε.
«Απλά, κούνα το κεφάλι σου, αν δεν μπορείς να μιλήσεις. Ένα νεύμα αρκεί. Λοιπόν, θέλεις να ζήσεις;»
Κι ο Έλντερ κατένευσε.
Και, πριν ρίξει το κεφάλι του και χάσει τις αισθήσεις του, πρώτα άκουσε τον άλλο να λέει «Ωραία» και έπειτα κάτι έκανε στο σώμα του.
Όταν ξύπνησε, αντιλήφθηκε αμέσως τη διαφορά. Δεν ήταν πια ηλικιωμένος ή αδύναμος. Δεν έπαιρνε άλλες ρηχές ανάσες, μήτε ένιωθε άρρωστος. Δεν ήταν πλέον ο ίδιος άνθρωπος. Σηκώθηκε με περισσή ευκολία από έδαφος και ατένισε το σώμα του. Δεν ήταν γυμνός, αλλά φορούσε ένα ένδυμα που δεν ήταν δικό του παλιότερα: φορούσε το μαύρο παλτό που κρατούσε στα χέρια του ο άλλος, ο άγνωστος, ο οποίος πια δεν ήταν άγνωστος του Έλντερ. Όχι, τώρα άκουγε τη φωνή του στο μυαλό του και έβλεπε όσα είχε ζήσει αυτό το ον. Κάποτε είχε ένα όνομα και καταγόταν από μια χώρα της ανατολικής Ευρώπης, αλλά δεν ήταν άνθρωπος εδώ και αιώνες. Είχε γίνει ένα πλάσμα που κυκλοφορούσε τις νύχτες και που τρεφόταν με αίμα. Περιφερόταν από πόλη σε πόλη και από χώρα σε χώρα με την άμαξά του, αναζητώντας τροφή και συντρόφους, για να ξεκινήσει τη δική του επανάσταση απέναντι σε όσους τον είχαν εξορίσει από τον κόσμο των ζωντανών. Αλλά επειδή δεν υπήρχαν πλέον οι ίδιοι οι υπαίτιοι, αυτός θα τιμωρούσε τους απογόνους τους, αφανίζοντας το είδος τους και φέρνοντας στην γη ένα άλλο, πολύ πιο ισχυρό. Δυστυχώς, ο στρατός του ήταν πολύ μικρός ακόμα, καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι αρνούνταν την αιώνια ζωή που τους προσέφερε, ωστόσο εκείνος συνέχιζε να ψάχνει στα χαμηλότερα στρώματα της ανθρωπότητας, εκεί που βασίλευαν η δυστυχία, ο φόβος και η έλλειψη ελπίδας. Έψαχνε ανθρώπους σαν τον Έλντερ Μπλέικλι, που αποζητούσαν κάθε βοήθεια που θα τους δινόταν.
Κι ο Έλντερ δεν είχε σκοπό να απορρίψει την προσφορά του. Νιώθοντας δύναμη να κυλάει στις φλέβες του, άγγιξε το μαύρο παλτό που του είχε δώσει το ον, ο άγγελός του –τι άλλο θα μπορούσε να είναι, δηλαδή; Το εξωτερικό ύφασμα ήταν τραχύ, ένα είδος πανοπλίας, ώστε να μην το διαπερνάνε οι ριπές της φύσης. Όμως, από μέσα, το απαλό βαμβάκι ήταν σκισμένο σε διάφορα καίρια σημεία, όπου είχαν προστεθεί μυτερές αιχμές, οι οποίες διαπερνούσαν το κορμί όποιου το φορούσε. Από τη στιγμή που ένας άνθρωπος γινόταν ακόλουθος του όντος, έβαζε το μαύρο παλτό και υποχρεωνόταν να το φοράει αιωνίως. Οι αιχμές ήταν διαποτισμένες με το αίμα του υπεράνθρωπου όντος, οπότε διατηρούσαν τον άνθρωπο ζωντανό, αλλά, αν το έβγαζε, τότε οι αιχμές θα άφηναν ακάλυπτο κορμί και το αίμα θα χανόταν και ο άνθρωπος θα πέθαινε.
“Έλντερ Μπλέικλι”, ακουγόταν η φωνή του αγγέλου στο μυαλό του, “από τώρα και στο εξής μου ανήκεις. Κάνεις ό,τι σου λέω. Με υπακούς χωρίς να με αμφισβητείς. Είσαι πολύ πιο ισχυρός από τους άλλους ανθρώπους, αλλά όχι περισσότερο από εμένα. Αν με ακολουθήσεις πιστά, όπως αναμένω να πράξεις, τότε η αιώνια ζωή θα γίνει και δική σου. Ως τότε, όμως, πρέπει να ξεφορτωθείς όσα σε βαρύνουν, έτσι ώστε να μην έχεις περισπασμούς να σε απασχολούν. Πήγαινε, βρες αυτούς που σε σκότωσαν και τιμώρησε τους όπως θα σου υποδείξω”.
«Ναι, αφέντη μου» απάντησε ο άνθρωπος που κάποτε ήταν ο καλοκάγαθος Έλντερ Μπλέικλι, μα που πια είχε διαποτιστεί με τη μοχθηρία του καινούριου Κυρίου του. Άρχισε να περπατάει στους χιονισμένους δρόμους της πόλης, μη δίνοντας σημασία στους λίγους περαστικούς που έβρισκε στο διάβα του.
Βρήκε τους τέσσερις δυνάστες που τον είχαν βλάψει, ακολουθώντας τις φωνές τους, που τις άκουγε ολοκάθαρα, παρότι δεν τους είχε κοντά του. Ήταν μαζεμένοι σε μια παμπ και έπιναν το ένα ποτήρι μπίρα μετά το άλλο, περιστοιχισμένοι από άλλους μεθύστακες νεαρούς και γυναίκες που ενδιαφέρονταν πιότερο για τα λεφτά που είχαν στην τσέπη, παρά για τα φιλιά τους. Ο Έλντερ μπήκε στην ολοφώτιστη παμπ ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα. Δεν κοίταξε κανέναν άλλο, παρά μόνο εκείνους τους τέσσερις. Κάποιος τον έβρισε και του φώναξε να κλείσει την πόρτα, αλλά ο Έλντερ δεν του έδωσε σημασία. Προχώρησε στο ζεστό εσωτερικό, αδιαφορώντας για τον πυκνό καπνό από τα τσιγάρα, την ξινή μυρωδιά της μπίρας και τον κακόφωνο τενόρο που έπαιζε ένα κομμάτι στο πιάνο, και έφτασε στο τραπέζι που είχαν στρογγυλοκαθίσει οι δολοφόνοι του. Εκείνοι, νέοι, υγιείς, με ακριβά ρούχα, τον κοίταξαν με γουρλωμένα μάτια, προσπαθώντας να ξεδιαλύνουν στο θαλασσοδαρμένο μυαλό τους αν έβλεπαν καλά ή αν τους γελούσαν τα μάτια τους. Πώς μπορούσε να ζει; Ήταν όντως αυτός ο γέρος άστεγος ή κάποιος που του έμοιαζε; Και πού βρήκε ένα τόσο ωραίο μαύρο παλτό;
«Τι έγινε, παλικάρια; Κάνετε σαν να είδατε φάντασμα» τους περιγέλασε. Όταν δεν του απάντησαν, συνέχισε «Είπατε ότι δεν με θέλετε». Χαμογέλασε διαβολικά. «Ότι δεν έχω θέση ανάμεσά σας, ότι είμαι άστεγος, γέρος, άρρωστος, βρομιάρης και άχρηστος». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Λοιπόν, θέλω να το συζητήσουμε ξανά, γιατί την πρώτη φορά μιλήσατε μόνο εσείς και έχω να σας πω δυο λόγια και εγώ».
«Μα εσύ;…» έκανε να πει ένας τους.
«Τι εγώ; Πώς γίνεται να ζω;»
«Σε…» πήγε να πει ο δεύτερος.
«Με τι; Με σκοτώσατε;»
«Ήσουν…» σκέφτηκε φωναχτά ο τρίτος.
«Ήμουν. Αλλά όχι πια».
«Δεν γίν…» φώναξε ο τέταρτος.
«Κάνεις λάθος. Όλοι σας κάνετε λάθος. Και τα λάθη πληρώνονται, παλικάρια μου». Ο Έλντερ έσφιξε τις γροθιές του. «Μερικά λάθη πληρώνονται πολύ, πολύ ακριβά».
Η αστυνομία θα αργούσε να έρθει και, όταν θα έφτανε το επόμενο πρωί, θα έβρισκε μόνο ένα διαλυμένο μαγαζί, που βρωμοκοπούσε και που ήταν γεμάτο νεκρούς ή τραυματίες. Αλλά δεν θα έβρισκε μήτε τον υπαίτιο για το κακό που συνέβη, ούτε τα τέσσερα βασικά θύματά του. Η έρευνα θα αποδεικνυόταν για πολλές μέρες άκαρπη, καθώς δεν υπήρξε κανένας μάρτυρας που να είδε τον ηλικιωμένο με το μαύρο παλτό να φορτώνει τέσσερις νέους άντρες σε μια κλειστή άμαξα, την οποία αργότερα θα οδηγούσε ο ίδιος έξω από την πόλη. Κι όταν ακόμα θα έβρισκαν πεταμένα τα πτώματα των τεσσάρων αντρών, αυτά ήταν τόσο ξεσκισμένα από δόντια άγριου ζώου, που κανένας δεν θα έδινε σημασία σε δύο τρύπες που είχε ο κάθε νεκρός στο λαιμό του.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Σέλντον Κρότον (1811-1894) γεννήθηκε στο Μάντσεστερ, όπου και έζησε μόνιμα με την σύζυγό του. Τα τρία τέκνα του ζευγαριού ζουν σε άλλες πόλεις με τις δικές τους οικογένειες, αλλά, όταν μπορούσαν, επισκέπτονταν τους γονείς τους. Ο Σέλντον εργάστηκε επί χρόνια στη βιομηχανία βαμβακιού που αναπτύχθηκε στην πόλη, αλλά, εξαιτίας ενός σοβαρού τραυματισμού το 1866, αποσύρθηκε. Έκτοτε ανακάλυψε το διάβασμα και αργότερα αποφάσισε ότι έχει να πει και ο ίδιος τις δικές του ιστορίες (εκ των οποίων δημοσιεύτηκαν στο Weird Literature «Το Σπίτι των Λέικς», «Ο Ήλιος που φωτίζει», «Η Πόλη θυμάται», «Ο δάσκαλος», «Το ταξίδι του Άντον Λίμπι», «Ο θάνατος των Ντάφι» και «Το μαύρο παλτό»). Απεβίωσε γαλήνια στον ύπνο του στις 22 Οκτωβρίου του 1894.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
