Χειμώνας και το σπίτι παγωμένο. Δεν υπήρχαν λεφτά για ξύλα για το τζάκι. Είπε στη μεσαία της κόρη να φτιάξει λαδόσουπα. Να βουτήξουν και το χθεσινό ψωμί μέσα μήπως χορτάσουν λίγο. Δεν είχε κάτι άλλο να τους δώσει. Έξω από το παράθυρο ακουγόταν ο αέρας που χτυπούσε ανελέητα τα δέντρα. Όμως έπρεπε να βγει. Δεν μπορούσε να χάσει αυτή τη συνάντηση με τον διευθυντή της Πρόνοιας.
Αφού μάζεψε τα μαλλιά της σε ένα βιαστικό κότσο, φόρεσε το “καλό” μαύρο της φόρεμα και είπε στις κόρες της να προσέχουν τα αγόρια. “Μην αφήσετε κανένα να βγει έξω με τέτοιο κρύο.”. “Ωχ, πώς να κρατήσω μέσα τα αγόρια;” τη ρώτησε η μεγάλη κόρη της. Την κοίταξε σαν να της έλεγε “βρες τρόπο”. Είχε άλλα στο νου της. Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη και είδε μία γριά. Δεν ήταν ούτε 30, αλλά ήταν μία μαυροφορεμένη γριά. Δουλειά από παιδί στο εργοστάσιο, γάμος με τον άντρα που διάλεξε για εκείνη ο πατέρας της, μία γέννα σχεδόν κάθε χρόνο, πόλεμος, Κατοχή, κάποια μωρά πέθαναν και στο τέλος ο θάνατος του άντρα της. Να πώς έγινε γριά.
Τα μικρότερα παιδιά κλαψούριζαν και της τραβούσαν το φόρεμα, αλλά έφυγε, παραμερίζοντάς τα. Κατέβηκε βιαστικά στο δρόμο και βάδισε προς την πλατεία. Να μην αργήσει. Ίσως να της είχε καλά νέα. Ο αέρας τη χτυπούσε και στο πρόσωπο και άρχισε να δακρύζει. Όχι μόνο από τον αέρα. Τύλιξε το κεφάλι της καλύτερα με το μαύρο μαντήλι της και συνέχισε.
Έφτασε στην Πρόνοια. Σε αυτό το μεγάλο κτίριο στηρίζονταν τώρα οι ελπίδες της, αφού η τύχη που έτσι κι αλλιώς δεν είχε και ποτέ με το μέρος της στη ζωή της, την είχε πλέον εγκαταλείψει οριστικά με το θάνατο του άντρα της. Μπαίνοντας, κατευθύνθηκε στο γραφείο του διευθυντή και είπε στη γραμματέα του ότι έχουν κανονισμένη συνάντηση. Είχε βρεθεί ξανά εκεί την περασμένη βδομάδα μετά από προτροπή μίας γειτόνισσας που της είπε να του ζητήσει βοήθεια. Αφού του εξήγησε την κατάστασή της και ότι δεν είχε καθόλου λεφτά για να ζήσει τα παιδιά της παρόλο που δούλευε μεροκάματα ως πλύστρα όπου έβρισκε, ο διευθυντής τη ρώτησε τα ονόματα και τις ηλικίες όλων των παιδιών της και κρατούσε σημειώσεις σε ένα χαρτί. Εκείνη δεν μπορούσε να διαβάσει τι σημείωνε ο διευθυντής γιατί ήταν αγράμματη, αλλά είδε που κύκλωσε κάτι στο τέλος, όταν του έλεγε για το μικρό της γιο. Της είπε να ξανάρθει και θα της έχει νέα. “Η γραμματέας μου θα σας δώσει την ημερομηνία της επόμενης συνάντησής μας.”.
Και να που ήρθε η μέρα και με αγωνία βρέθηκε πάλι στο γραφείο του. Η γραμματέας της είπε να καθίσει σε μία καρέκλα και να περιμένει λίγη ώρα μέχρι να βγει η προηγούμενη κυρία. Είδε μία γνωστή φυσιογνωμία να βγαίνει κλαμένη από το γραφείο του διευθυντή. Από κάπου την ήξερε αλλά δεν θυμόταν σίγουρα. Μπορεί από το εργοστάσιο που δούλευε πριν παντρευτεί. Πάντως δεν ήταν από τη γειτονιά. Κι αυτή φορούσε μαύρα και ήταν σαν γριά. “Περάστε” της είπε η γραμματέας.
Ο διευθυντής καθόταν στο γραφείο του και της χαμογέλασε επιτηδευμένα. “Καλημέρα σας κυρία μου, κυρία…” και εκείνη είπε το επώνυμό της. Ο διευθυντής έψαξε σε μία στοίβα με χαρτιά και βρήκε εκείνο που ήθελε. “Λοιπόν… αφού μελέτησα την περίπτωσή σας, βρήκα μία εξαιρετική λύση για να σας βοηθήσω.”. Το πρόσωπό του έλαμπε και εκείνη τόλμησε να χαρεί ότι της είχε βρει κάποια λύση. Δηλαδή ότι θα της έδινε κάποια χρήματα ή κάποια δουλειά για εκείνη ή το μεγάλο της κορίτσι. Τα άλλα παιδιά θα μπορούσε να τα προσέχει η μεσαία της κόρη.
“Έχετε ένα αγοράκι 4 ετών, σωστά;”. Έγνεψε καταφατικά. “Δεν έχετε άλλο μικρότερο παιδί”. “Δεν έχω”. “Λοιπόν κυρία μου, υπάρχει ένα εξαιρετικό ζευγάρι ομογενών μας που ζει στην Αμερική και θέλει να υιοθετήσει ένα αγοράκι. Βέβαια ήθελαν πιο μικρό σε ηλικία, αλλά με μεγάλη προσπάθεια και παρακάλια δικά μου, δέχτηκαν το δικό σας το αγόρι μόλις τους είπα ότι είναι ορφανό από πατέρα και δεν έχετε να φάτε. Θα ζήσει εκεί μία ζωή χαρισάμενη και θα λάβει μόρφωση. Εξαιρετική λύση! Και θα σας δώσουν και κάποια χρήματα για να ζήσετε τα άλλα σας παιδιά. Πιστεύω θα σας φτάσουν για ένα μήνα, μέχρι να ορθοποδήσετε”. Η ταλαιπωρημένη γυναίκα του χαμογέλασε. Χαμογέλασε και εκείνος. Σκέφτηκε ότι θα της δώσει λίγα λεφτά και θα κρατήσει εκείνος τα πολλά. Το είχε κάνει πολλές φορές μετά τον πόλεμο. Πολλές οι χήρες, πολλά και τα ορφανά. Πολλές “εξαιρετικές λύσεις” και πολλά δολλάρια.
Τον κοίταξε στα μάτια χαμογελώντας και ξεκίνησε να μιλάει: “Είναι μία εξαιρετική λύση και…”. “Χαίρομαι που συμφωνούμε. Θα…”. “Μισό λεπτό” τον διέκοψε εκείνη. “Είναι μία εξαιρετική λύση και γι’ αυτό να τους δώσετε το δικό σας το παιδί. Εγώ δεν πουλάω το δικό μου!”. Τον κοίταξε ξανά στα μάτια και είδε θυμό στο βλέμμα του. “Τι πράγμα; Πώς τολμάτε;”. Δεν του απάντησε και αμέσως μετά βγήκε από το γραφείο, κλείνοντας την πόρτα με δύναμη. Δεν την έλεγαν τσάμπα γλωσσού τόσα χρόνια στη γειτονιά!
Έξω από την Πρόνοια βρήκε την προηγούμενη γυναίκα να κλαίει. “Πριν τον πόλεμο, δούλευες στο εργοστάσιο;”. Η γυναίκα έγνεψε καταφατικά. “Κι εγώ. Ααα από ‘κει σε ξέρω”. “Είμαι η Κική” της είπε η γυναίκα. “Θέλει να πουλήσει και το δικό σου το παιδί;”. Η γυναίκα έγνεψε καταφατικά κλαίγοντας. “Θα το δώσω. Ο άντρας μου πέθανε στον πόλεμο και πεινάμε”. Τη συναισθάνθηκε αλλά δεν μπορούσε να τη βοηθήσει. Την άγγιξε απαλά στον ώμο και μετά την άφησε εκεί και ξεκίνησε για το σπίτι.
Στο δρόμο σταμάτησε στο μπακάλικο. “Κυρ Γιώργο, δώσε μου βερεσέ 7 καραμέλες. Θα πληρώσω αύριο που θα πάω να πλύνω στης παπαδιάς”. Ο κυρ-Γιώργος της έδωσε τις καραμέλες, αν και πολύ αμφέβαλλε για το αν θα του έφερνε τα λεφτά την επόμενη μέρα, αλλά τη λυπήθηκε. Πολλές φορές της έδινε βερεσέ, αλλά δεν του έφερνε σχεδόν ποτέ τα λεφτά στην ώρα τους.
Μπήκε στο σπίτι και βρήκε τη μεγάλη της κόρη να κυνηγάει τον μικρό γύρω από το τραπέζι. Κράταγε ένα ποτήρι και φώναζε ότι θα το ρίξει κάτω. Τα υπόλοιπα μικρά γελούσαν και έτρεχαν κι αυτά γύρω-γύρω στο δωμάτιο. “Έλα ‘δώ μικρέ. Άσ’ το ποτήρι και θα σου δώσω καραμέλα”. Ο μικρός την κοίταξε με πονηριά και άφησε το ποτήρι στο τραπέζι. Του έδωσε μία καραμέλα και εκείνος ξετύλιξε το χαρτί με λαχτάρα. Καιρό είχε να φάει καραμέλα! Ήρθαν και τα άλλα παιδιά και τους έδωσε και τις δικές τους καραμέλες. Μία καραμέλα ήταν κάτι το εξαιρετικό γι’ αυτά και δεν περίμεναν τέτοια τύχη σήμερα!
Σε ένα άλλο σπίτι, σε μία άλλη γειτονιά. Η Κική κοίταξε το μικρότερο παιδί της. “Νικολάκη, έλα να σου πω. Αύριο…” ένας κόμπος στο λαιμό της δεν της επέτρεπε να μιλήσει. Συνέχισε με δυσκολία. “Αύριο θα πας ταξίδι με το βαπόρι”. Τα μάτια του αγοριού έλαμψαν! Δεν είχε ταξιδέψει ποτέ ξανά με βαπόρι!
MK

One response to “Mία εξαιρετική λύση”
Πολύ ωραίο, φέρνει ένα κόμπο στο λαιμό! Μπράβο σας