«Θέλω μες τα δυο της μάτια να κοιτάζω, μες τα δυο της μάτια να κοιτάζω, μέσα στα δυο της τα μάτια να κοιτάζω».
Ο Στέφανος γύρισε προς το ραδιόφωνο που έπαιζε το κομμάτι, αλήθεια πόσα χρόνια είχε να το ακούσει; Ήταν από τα αγαπημένα του… Θυμήθηκε πως το ίδιο κομμάτι έπαιζε τότε στο μπαράκι που συνάντησε την Έλενα. Τη στιγμή που το βλέμμα του έπεσε πάνω της, αισθάνθηκε μια ακαταμάχητη έλξη, ακόμη και προτού αντικρύσει το πρόσωπό της. Τα μακριά, ως τη μέση κατάμαυρα ίσια μαλλιά της, οι γυμνοί της ώμοι, το σώμα της που λικνιζόταν στον ρυθμό, τον προϊδέαζαν για την ομορφιά που θα αντίκρυζε όταν εκείνη θα γύριζε προς το μέρος του. Ωστόσο τίποτε από αυτά δεν ήταν αρκετό για να τον προετοιμάσει για τα δυο υπέροχα μπλε μάτια που στόλιζαν ένα πανέμορφο πρόσωπο. Όχι, δεν ήταν αυτό το ξεπλυμένο γαλάζιο, αλλά το μπλε μιας ανταριασμένης θάλασσας μέσα στην οποία λαχταρούσε να πνιγεί. Έμεινε ακίνητος και την κοίταζε, μαρμαρωμένος σχεδόν, μέχρι που η συνοδός του, εμφανώς ενοχλημένη τον σκούντησε και τον ρώτησε τι συμβαίνει. Εκείνος σαν να μην τρέχει τίποτε, της είπε ότι του φάνηκε ότι είδε έναν παλιό γνωστό και προσπαθούσε να διακρίνει μέσα από τους καπνούς και το σκοτάδι. Η Βέρα; Βάνα; Βάλια; Ούτε καν θυμάται το όνομά της, φάνηκε να αποδέχεται τη δικαιολογία του και η βραδιά συνεχίστηκε… Ούτε η Έλενα ήταν μόνη της… Εκτός από τις φίλες που την συνόδευαν, υπήρχε και ο ψηλός, Γιάννη αν δεν κάνει λάθος τον έλεγαν, με τον οποίο διατηρούσε δεσμό περίπου ένα χρόνο. Τα βλέμματά της όλα στον Γιάννη τα χάριζε εκείνο το βράδυ, γελούσε, χόρευε, έπινε. Ο Στέφανος αποφάσισε εκείνη τη στιγμή ότι η Έλενα ήταν εκείνη που έλειπε από τη ζωή του, εκείνη που τον συμπλήρωνε και ας μην είχαν ανταλλάξει ούτε κουβέντα. Ενόσω συνέχιζε να μιλά με την -αδιάφορη- πλέον συνοδό του, το μυαλό του προσπαθούσε να βρει τρόπο να την πλησιάσει. Σήμερα δεν ήταν σίγουρα η κατάλληλη μέρα…
Τις επόμενες ημέρες η ζωή του φάνταζε ανούσια. Σπίτι, δουλειά, σπίτι και πάλι από την αρχή. Υπέθεσε ότι μπορεί να την ξανασυναντούσε στο ίδιο μπαράκι, ίσως να σύχναζε εκεί και παράλληλα καταριόταν τον εαυτό του που δεν είχε βρει το θάρρος, αγνοώντας τους πάντες και τα πάντα, να της μιλήσει.
Ξεκίνησε λοιπόν να τηλεφωνεί σε γνωστούς, σε φίλους, σε συνεργάτες και να τους προτείνει έξοδο για ποτό. Κάθε βράδυ έκανε το μπαράκι στέκι του με διαφορετική παρέα. Του είχε γίνει κάτι σαν εμμονή. Όση ώρα καθόταν στα άβολα σκαμπό της μπάρας, το βλέμμα του διέτρεχε το χώρο μήπως την αντικρύσει. Ώσπου ένα βράδυ θαρρείς οι προσευχές του εισακούστηκαν. Η πόρτα άνοιξε και η ψιλόλιγνη φιγούρα της έκανε την εμφάνισή της. Μόνη.
Πλησίασε στο μπαρ, χαιρέτησε τον τύπο πίσω από την μπάρα και παρήγγειλε ποτό. Συννεφιασμένη και καπνίζοντας απανωτά τσιγάρα, ήταν σαν να προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της. Πόσο όμορφη ήταν, πόσο όμορφα τα μάτια της… Τόσο όμορφα όσο και σήμερα, αυτά τα μάτια που τον συντροφεύουν πλέον στη ζωή του. Που έχουν γίνει η ανάσα και η παρηγοριά του. Γυρνά και τα κοιτά. Καλημέρα αγάπη μου, της λέει, χωρίς να περιμένει απάντηση. Ξέρει ότι εκείνη η άτυχη στιγμή της στέρησε τη φωνή, τις αισθήσεις, την ικανότητά της να κινείται, να ζει. Αλλά αυτά τα μάτια παραμένουν πάντα ζωντανά… Σαν να του δείχνουν ότι τον αγαπούν, ακόμη κι αν εκείνη δεν μπορεί να το εκφράσει… Εκείνος τη φροντίζει όμως, φροντίζει για τις ανάγκες της, την αγκαλιάζει το βράδυ με όλο του το σώμα, ακόμη κι αν εκείνη δεν μπορεί να το νιώσει. Νιώθει ευτυχισμένος κάθε φορά που γυρίζει σπίτι, κάθε φορά που αντικρύζει αυτά τα μάτια…
Σιγά σιγά ξαναγυρίζει σε εκείνη τη μέρα, εκείνη τη μέρα που έφυγε με το φίλο του από το μπαρ και ξαναγύρισε μόνος του, κάθισε στο διπλανό σκαμπό και παρήγγειλε ακόμη ένα.
«Στέφανος» συστήθηκε. «Έλενα» απάντησε εκείνη. Και έτσι ξεκίνησαν όλα, με δυο κουβέντες. Προσπάθησε να της πιάσει την κουβέντα μιλώντας για χίλια δυο άσχετα, αλλά ήταν φανερό πως κάτι σοβαρό την απασχολούσε. Οι απαντήσεις της μετρημένες, μονολεκτικές, σαν να του έλεγε με το δικό της τρόπο, «παράτα με ήσυχη».
Κάποια στιγμή ένοιωσε ηττημένος, απογοητευμένος, αλλά οι σκέψεις που βασάνιζαν το μυαλό του, μπαίνοντας σε μια σειρά, τον βοήθησαν να καταστρώσει ένα εναλλακτικό σχέδιο. Σηκώθηκε από το σκαμπό, πλήρωσε το μπάρμαν και αφού καληνύχτισε, χάθηκε μες τη νύχτα.
Η Έλενα έμεινε να κοιτάζει το ποτήρι της, παρήγγειλε άλλο ένα κι άλλο ένα, και όταν είδε πως πέρασε η ώρα αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι. Η νύχτα είχε μια γλύκα και ο ουρανός ήταν γεμάτος από το φως του φεγγαριού. Άρχισε να περπατά αργά για να σκεφτεί, άναψε κι άλλο ένα τσιγάρο για συντροφιά.
Τότε στο επόμενο στενό εμφανίστηκε ο Στέφανος. Επέμενε να τη συνοδεύσει σπίτι γιατί ήταν αργά. Όσο αργά και να ήταν, η Έλενα προτιμούσε να περπατά μόνη της, παρά με έναν άγνωστο που εμφανίστηκε από το πουθενά. Ο Στέφανος ξεκίνησε να της μιλά για τον εαυτό του, για τη δουλειά του, για τη ζωή του. Και εκείνη υπολόγιζε πόση ώρα ακόμη χρειάζονταν για να βγουν στην λεωφόρο και ανατρίχιαζε από φόβο.
Την επόμενη στιγμή, ο Στέφανος άρχισε να της διηγείται το κοινό τους μέλλον, όπως το είχε ονειρευτεί, όπως το είχε σχεδιάσει. Τότε ήταν που η Έλενα άρχισε πραγματικά να φοβάται. Ο τύπος ήταν τρελός! Την είχε δει μια φορά και νόμιζε ότι ήταν το άλλο του μισό, έλεος, πόση παραφροσύνη! Ξαφνικά άρχισε να γελάει, ένα γέλιο υστερικό που δεν μπορούσε να το σταματήσει.
Ο Στέφανος προσβλήθηκε, θεωρούσε ότι με την εξομολόγησή του η Έλενα θα συνειδητοποιούσε πόσο ταιριαστοί ήταν. Άρχισε να την ταρακουνάει προκειμένου να σταματήσει επιτέλους να γελά, ούτε που κατάλαβε πώς το μαχαίρι βρέθηκε στο χέρι του και άρχισε να την μαχαιρώνει απανωτά, έχοντας το ένα του χέρι στο στόμα της για να μην ουρλιάξει. Όταν εκείνη σταμάτησε να αντιστέκεται, συνειδητοποίησε τι είχε κάνει. Έβαλε τα κλάματα και θρήνησε για τη χαμένη τους ευκαιρία. Έβαλε το μαχαίρι στην τσέπη και εξαφανίστηκε στο σκοτάδι.
Την επόμενη μέρα οι εφημερίδες έγραφαν για την άτυχη κοπέλα που βρέθηκε μαχαιρωμένη, καθώς και για τον αποτρόπαιο τρόπο που ο δολοφόνος της είχε αφαιρέσει τα μάτια…
Μαρία Κουμεντάκου
