Καθεστώς φόβου

Ο Σαούντ, ο τρίτος γιος της οικογένειας, γεννήθηκε στην Ελλάδα. Οι γονείς του, μαζί με τα δύο παιδιά τους τότε, άφησαν την Νιγηρία, στρίμωξαν λίγα ρούχα και πολλά όνειρα στις βαλίτσες τους και έκαναν πατρίδα τους την Ελλάδα, την Θεσσαλονίκη, ελπίζοντας σε ένα καλύτερο μέλλον. Η ζωή όμως, δεν αλλάζει με τα σύνορα και τον τόπο. Αλλάζει με τους ανθρώπους και τις συμπεριφορές. Και ο Σαούντ, ενώ γεννήθηκε στη χώρα μας, ενώ έμαθε την ελληνική γλώσσα πολύ καλά, ενώ ήταν πολύ καλός μαθητής, ενώ ήταν ένα διακριτικό, ευγενικό, φιλικό και χαμογελαστό παιδί, είχε κάτι που δεν του συγχωρούσε κανείς. Το δέρμα του ήταν μαύρο.

Δεν είχε όνομα. Για όλους ήταν ο “μαύρος”. Δεν μπόρεσε να εισχωρήσει ποτέ σε παρέες. Όχι γιατί δεν ήθελε ή δεν προσπάθησε. Τα μάτια του έσταζαν από λαχτάρα βλέποντας τα υπόλοιπα παιδιά να παίζουν μπάλα, κρυφτό, κυνηγητό. Μα πάντα στεκόταν σε μια γωνιά, αθόρυβα, πλέκοντας όνειρα ότι παίζει κι αυτός μαζί τους. Τον συμπεριελάμβαναν μόνο όταν τον κορόιδευαν, όταν τον έφτυναν κατάμουτρα και τον χλεύαζαν για το χρώμα του. Του φώναζαν να φύγει από κοντά τους, μη και τους λερώσει, μη και τους κολλήσει την βρωμιά της μαυρίλας του. Τον προκαλούσαν συνέχεια, τον έσπρωχναν και στη συνέχεια τίναζαν τα χέρια τους, τα ρούχα τους, με ύφος αηδίας που τον ακούμπησαν, του έβαζαν τρικλοποδιές, τραβούσαν την καρέκλα του θρανίου και έπεφτε κάτω, του πετούσαν την τσάντα του από το παράθυρο της τάξης, έβριζαν τους γονείς του που ήρθαν στην χώρα τους.

Ο Σαούντ τα ανεχόταν όλα και δεν αντιδρούσε. Όσο πολεμούσαν να τον κάνουν να λυγίσει, να κλάψει, εκείνος πείσμωνε. Δεν είδε ποτέ κανείς τους, ένα δάκρυ του. Αυτά, τα άφηνε να τρέχουν στο δωμάτιό του, όταν γυρνούσε σπίτι του και οι γονείς του έλειπαν ακόμα στις δουλειές τους. Έκλαιγε και ζητούσε βοήθεια από τον Χριστό, να του δίνει δύναμη. Ο Χριστιανισμός, άλλωστε, δεν είναι προτέρημα των λευκών. Τον Χριστό τον έχουμε μέσα μας και η πίστη, διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Όσο μεγάλωνε, ψήλωνε πολύ και ήταν μυώδης. Ο γυμναστής στο γυμνάσιο, του πρότεινε να ασχοληθεί με τον στίβο. Οι γονείς του, πάντα υποστηρικτικοί, τον έτρεχαν όπου χρειαζόταν. Έκανε καθημερινά προπόνηση. Ήταν ιδιαίτερα καλός στα εκατό μέτρα με εμπόδια και στο άλμα εις μήκος. Είχε αποκτήσει ένα καλογυμνασμένο σώμα που του έδινε αυτοπεποίθηση. Οι επιθέσεις προς το άτομό του, άρχισαν να μειώνονται. Δεν ήταν πια εύκολος στόχος. Βλέπεις, οι νταήδες, δεν τα βάζουν με ομοίους τους ή με πιο δυνατούς από αυτούς. Μόνο με όσους είναι του χεριού τους. Με όσους μπορούν να βλάψουν, τρέφοντας το εγώ τους. Αυτό το εγώ που τους τυφλώνει από κακία και έπαρση. Αυτό το εγώ που νομίζουν ότι τους μετατρέπει στα μάτια των άλλων σε κάτι υπερδύναμο, μα ποιος ξέρει ποια κόμπλεξ και πόση κατωτερότητα είναι καταχωνιασμένα στα έγκατα της ψυχής τους! Μειώνουν και τραμπουκίζουν άτομα ευάλωτα, που βρίσκονται σε σωματική ή ψυχική αδυναμία κι έτσι νιώθουν ισχυροί, καλύπτοντας την δική τους αδυναμία.

Με τον καιρό, τον άφησαν στην ησυχία του. Τα ειρωνικά βλέμματα δεν σταμάτησαν ποτέ. Συνέχιζε να είναι ένας μαύρος που δεν είχε θέση δίπλα τους, μα τους περνούσε όλους σχεδόν δύο κεφάλια και ήταν πολύ γυμνασμένος. Δεν ήταν πια ούτε ευάλωτος ούτε αδύναμος. Και αυτοί δεν είχαν πια εξουσία πάνω του.

Στην τρίτη γυμνασίου, στο σχολείο τους ήρθε ένα παιδί από την Δράμα, ο Στράτος. Ο μπαμπάς του στρατιωτικός, πήρε μετάθεση στην Θεσσαλονίκη. Ένα παιδί πολύ χαμηλών τόνων, με ιδιαίτερα λεπτή φωνή, με χαρακτηριστικά θηλυπρεπή. Δεν θύμιζε σε τίποτα τους μπρουτάλ συμμαθητές του, που σαν όπλο τους είχαν την βαρβατίλα, τον αντρισμό και πίστευαν πως είχαν το δικαίωμα να τον θεωρούν κατώτερό τους και να του ασκούν λεκτική, ψυχολογική και σωματική βία. Άλλο ένα εύκολο θύμα, που του κόλλησαν την ταμπέλα του πούσth και φυσικά, με τη δική τους λογική, έπρεπε να τον ξεφτιλίζουν. Μόνο που τώρα, ήταν μεγαλύτεροι και με εξελιγμένες μεθόδους εκφοβισμού. Τον σήκωναν σαν τσουβάλι, καθώς ήταν μικροκαμωμένος και πολύ ελαφρύς, τον πετούσαν στις βρύσες και τον έκαναν μούσκεμα, του έγραφαν στα ρούχα “είμαι πούσths”, του έκοβαν τούφες από τα μαλλιά, τον κλείδωναν στις τουαλέτες, του έβγαζαν το παντελόνι και τον άφηναν να κυκλοφορεί με το εσώρουχο κοροϊδεύοντάς τον ότι έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει τίποτα για να κρύψει το παντελόνι, τον χτυπούσαν, τον κλωτσούσαν. Το μαρτύριο του Στράτου συνεχιζόταν και εντός και εκτός σχολείου. Οι τύραννοί του, βρήκαν τον σάκο του μποξ που έβγαζαν όλο το μίσος τους.

Κάθε φορά που τον βασάνιζαν, τον απειλούσαν ότι αν μιλήσει, αν τους καρφώσει, θα τον περίμεναν χειρότερα. Ο Στράτος δεν ηθελε να μιλήσει στους γονείς του και για έναν ακόμα λόγο, πέρα από τις απειλές που δεχόταν. Ο μπαμπάς του, εκπαίδευε φαντάρους, τους μάθαινε πειθαρχία, τους έβαζε καψόνια και τα έλεγε με καμάρι στον ίδιο. Τι να του πει λοιπόν; Ότι ο γιος του είναι αδύναμος να τα βγάλει πέρα μόνος του; Ότι δεν του μοιάζει σε τίποτα και οτι υποφέρει στα χέρια των συμμαθητών του; Δεν ήταν σίγουρος αν τον κρατούσε ο φόβος ή η θλίψη. Πάντως σίγουρα ήταν ανώφελο να μιλήσει στον μπαμπά του.

Ένα βραδάκι, μέσα στις διακοπές του Πάσχα, ο Σαούντ γυρνούσε από προπόνηση όταν άκουσε φωνές και κλάματα από το παρκάκι κοντά στο γυμνάσιό τους. Επιτάχυνε το βήμα του και πολύ γρήγορα βρέθηκε απέναντι σε ένα σοκαριστικό θέαμα. Η γνωστή τετραμελής παρέα που ήταν ο φόβος και ο τρόμος τόσων παιδιών, αλλά και ο δικός του για πολλά χρόνια, είχαν δέσει τα μάτια του Στράτου, τον κρατούσαν οι δύο χειροπόδαρα, να μη μπορεί να ξεφύγει, ο τρίτος τον απειλούσε με μια γόπα τσιγάρου ότι θα την σβήσει πάνω στο σώμα του κι ο τέταρτος τραβούσε βιντεάκι με το κινητό. Όλοι μαζί χασκογελούσαν, τον χτυπούσαν, τον έφτυναν, του ζητούσαν να παραδεχτεί ότι είναι πούσths και τον τρομοκρατούσαν υπό την απειλή της γόπας.

Ο Σαούντ δεν έκανε δεύτερη σκέψη, δεν δίστασε. Όρμησε επάνω τους ουρλιάζοντας να τον αφήσουν ήσυχο. Σάστισαν και οι τέσσερις. Δεν είχαν συνηθίσει σε αντίδραση. Είχαν καταφέρει να σπείρουν τον φόβο σε όλους. Κανείς δεν ήθελε να τα βάλει μαζί τους. Και όσοι δεν αποτελούσαν θύματά τους, έκαναν σα να μην ήξεραν, σα να μη είδαν ποτέ τίποτα, σα να μην είχαν ακούσει ποτέ κάτι. Την αυτοκρατορία του φόβου που είχαν εδραιώσει, κανείς δεν μπορούσε να την ταρακουνήσει. Μέχρι εκείνη τη μέρα.

Ο Σαούντ είχε γίνει κατακόκκινος από οργή. Όταν έχεις ζήσει στο πετσί σου μια ίδια κατάσταση, κατανοείς απόλυτα. Φώναζε και απειλούσε ότι θα τους καρφώσει στον γυμνασιάρχη και στους γονείς αν δεν άφηναν ήσυχο τον Στράτο. Έδωσε και κάνα δυο γερές μπουνιές σε αυτόν που κρατούσε τα χέρια του Στράτου, με αποτέλεσμα να κάνουν πίσω και οι τέσσερις.
– Αυτό που έκανες, θα το πληρώσεις πολύ ακριβά!, με σφιγμένα τα δόντια από τον θυμό, ψέλλισε ο αρχηγός των νταήδων, με την γόπα ακόμα στο χέρι.
– Εξαφανιστείτε ΤΩΡΑ και μην ξαναπειράξετε τον Στράτο, θα έχετε να κάνετε μαζί μου!

Υπερασπίζοντας τον Στράτο, ένιωσε ότι επιτέλους υπερασπίστηκε τον ίδιο του τον εαυτό. Έστω και αργά. Είχε βρεθεί σε αυτή τη θέση και τότε δεν έκανε τίποτα. Μνήμες φαντάσματα, τόσο καιρό. Τώρα πήρε το αίμα τους πίσω και για τους δύο.
Έφευγαν και συνέχιζαν να φτύνουν κακία και απειλές, ανάμεσα σε χαχανητά δήθεν υπεροχής.

Ο Στράτος έτρεμε και έκλαιγε. Ο Σαούντ, τον χτυπούσε ενθαρρυντικά στον ώμο και του έλεγε συνέχεια, όλα τελείωσαν, όλα τελείωσαν. Κατά πόσο το πίστευε, δεν το ήξερε ούτε ο ίδιος. Ο Στράτος τον κοιτούσε με ευγνωμοσύνη κι ας ήταν τα μάτια του κατακόκκινα από το κλάμα. Είχε φοβηθεί πολύ και αυτό δεν αξίζει σε κανένα παιδί, σε κανέναν άνθρωπο.

Η χρονιά, τελείωσε χωρίς να τον ξαναενοχλήσουν. Στο λύκειο ευτυχώς χωρίστηκαν. Έτσι, έπαψε να είναι το παιχνίδι τους. Όταν κάπου κάπου τους συναντούσε στην πόλη, οι παλμοί του ανέβαιναν. Το καθεστώς φόβου, δεν σταμάτησε ποτέ.

Με τον Σαούντ, πήγαν στο ίδιο λύκειο και γενικά, έκαναν πια πολύ παρέα. Ποτέ δεν ξέχασε ότι τον έσωσε εκείνη τη μέρα από τα χειρότερα. Ποτέ δεν ξέχασε ότι ένας άνθρωπος που είχε δεχτεί την ίδια αντιμετώπιση από εκείνους, χωρίς δισταγμό, έσπευσε να τον βοηθήσει. Ένας μαύρος, μέσα σε τόσους άσπρους, του άπλωσε το χέρι.

Τέσσερα χρόνια μετά, ο Σαούντ πρωτοετής φαρμακευτικής και ο Στράτος πρωτοετής ψυχολογίας, έπιναν τον καφέ τους στην παραλία της Θεσσαλονίκης όταν ένας εκκωφαντικός θόρυβος έκανε όλους γύρω, να τρομάξουν. Πολύ κοντά από ‘κει που βρίσκονταν οι δύο φίλοι, μαζεύτηκε κόσμος. Ένα αμάξι, είχε χτυπήσει μια μηχανή μεγάλου κυβισμού. Ο Σαούντ θέλησε να πλησιάσει μήπως κάποιος χρειάζεται βοήθεια. Έτρεξαν και οι δύο μαζί στο σημείο. Ο μοτοσικλετιστής, αιμόφυρτος, φώναζε για βοήθεια και κάποιοι έσπευσαν. Ο Στράτος κοκάλωσε. Σαν ένα βαρίδι στο πόδι, να μη του επέτρεπε να προχωρήσει άλλο. Σα να προσπαθούσε να προχωρήσει, μα κάτι τον εμπόδιζε. Ο Σαούντ πιο ψύχραιμος, με ένα νεύμα του, θαρρείς τον ξεκλείδωσε. Σήκωσαν την μηχανή από πάνω του που τον είχε εγκλωβίσει. Μόνο τότε άνοιξε τα μάτια του ο τραυματίας, καταϊδρωμένος και αντίκρυσε τα δύο θύματα του. Ο πόνος, η αιμορραγία και το σοκ δεν άφηνε περιθώρια για κουβέντες. Το βλέμμα του ακόμα και σε τούτη τη στιγμή, που αυτοί οι δύο άνθρωποι που κάποτε υπέφεραν στα χέρια του, τον βοηθούσαν, ήταν κενό, χωρίς ίχνος μεταμέλειας. Ούτε καν τους ευχαρίστησε.

Τον παρέλαβαν οι τραυματιοφορείς και τον έβαλαν στο ασθενοφόρο. Τον ακολούθησαν στο νοσοκομείο. Χρειάστηκε να δώσουν και αίμα. Κανένα βαρίδι δεν τους εμπόδισε. Καμιά πικρή ανάμνηση. Όσα λεπτά διήρκησε η αιμοδοσία, από το μυαλό του καθένα ξεχωριστά, πέρασαν οι εικόνες βίας που έζησαν από αυτό το άτομο. Στη βία, απάντησαν με το αίμα τους.

Η ζωή και τα παιχνίδια της. Η ζωή και τα μαθήματά της. Βεβαιώθηκαν από τους γιατρούς ότι δεν διατρέχει κίνδυνο κι έφυγαν.

Δεν τους ευχαρίστησε ποτέ. Όποτε τους συναντούσε μετά από κείνο το πρωινό, κατέβαζε το κεφάλι. Από ντροπή; Από δειλία; Ποιος ξέρει; Το ευχαριστώ και το συγνώμη θέλουν τόλμη για κάποιους. Το ευχαριστώ και το συγνώμη δεν είναι για όλους δυστυχώς.

Ο Σαούντ, άνοιξε το δικό του φαρμακείο, είχε τρεις υπαλλήλους που τους θεωρούσε οικογένεια και οι πελάτες του τον αγαπούσαν πολύ. Πρόσφερε την βοήθειά του σε όποιον είχε ανάγκη, ήταν αιμοδότης και ο εθελοντισμός σε όλα τα επίπεδα, είχε κυρίαρχο ρόλο στη ζωή του.

Ο Στράτος άνοιξε το δικό του ιατρείο και προσπαθούσε με αγάπη, υπομονή και νοιάξιμο να γιατρεύει τις ψυχές. Τα δικά του τραύματα, του πήρε πολλά χρόνια να τα επουλώσει. Μα τα κατάφερε. Οι ασθενείς του, τον έβλεπαν σαν σωτήρα τους. Είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη.

Ο νταής- αρχηγός, ήταν γνωστός στο αστυνομικό τμήμα και στη φυλακή για απόπειρα βιασμou, παράνομη οπλοκατοχή, βιaioπραγία, ναρκwτiκa.

Η φιλία τους, εξελίχθηκε σε κουμπαριά. Ο Σαούντ τον πάντρεψε με την εκλεκτή της καρδιάς του και την ίδια μέρα βάφτισε και την κόρη τους.

Η μικρή, ήταν πολύ περήφανη για τον μπαμπά της και τον νονό της. Από μια σταλιά, έμαθε κι από τους δυο τους, ότι δεν βάζουμε ταμπέλες σε κανέναν.
Έμαθε από δύο άτομα που δέχθηκαν τόση κακία, τόση επίθεση, να σπέρνει αγάπη. Να βλέπει με τα μάτια της ψυχής και να μη μένει στο χρώμα του δέρματος ή στη λεπτή φωνή κάποιου.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading