3 δευτερόλεπτα – Μέρος 1ο

Η Ιωάννα άνοιξε με τόση δύναμη την πόρτα, που χτύπησε στον τοίχο που βρισκόταν πίσω, αφήνοντας ένα ανεπαίσθητο σημάδι.
Όλοι οι θαμώνες της καφετέριας την κοίταξαν. Άλλοι με απορία και άλλοι εκνευρισμένοι. Συνήθως εκεί μαζεύονταν φοιτητές για να μελετήσουν και η είσοδός της, ομολογουμένως, διατάραξε την ησυχία που επικρατούσε.
Ωστόσο, εκείνη συνέχισε με τον ίδιο, γεμάτο ένταση, ρυθμό. Έφτασε στο ταμείο και παρήγγειλε, τρέμοντας, έναν διπλό καπουτσίνο. Σκέτο. Πλήρωσε και περίμενε στα δεξιά της μπάρας για να παραλάβει τον καφέ της. Τα μάτια της σχεδόν βούρκωσαν και τότε ακούστηκε η παραγγελία της. Δεν άφησε να τρέξει ούτε δάκρυ, άρπαξε τον καφέ και βγήκε όλο νεύρα από την καφετέρια, αφήνοντας πίσω της πολλά αδιάκριτα ζευγάρια μάτια…

Έκατσε στο παγκάκι απέναντι, αν και είχε τσουχτερό κρύο, κάτι το οποίο από την πολλή ένταση δεν είχε προσέξει καν και περίμενε την καλύτερη της φίλη, την Ευαγγελία, ξεφυσώντας κάθε τόσο.
“Ακόμα και σήμερα έπρεπε να καθυστερήσεις;”, την ρώτησε όλο νεύρα, ενώ εκείνη πλησίαζε.
“Έχω κακή σχέση με το ρολόι, το ξέρεις! Αλλά άσε την αργοπορία μου τώρα! Τι έγινε ρε συ;”.
“Ο Πάρης! Ξύπνησε σήμερα με την διάθεση να με μειώσει πάλι! Πόσο τέλειος είναι εκείνος, πόσο αθλητικός και πόσο τεμπέλα εγώ. Πόσο κακό κάνω στο δέρμα μου που καπνίζω και πόσο λείο είναι το δικό του…”
“Κάτσε ρε μ@λ@κ@, γιατί θα τρελαθώ! Με κουβάλησες άρον άρον να μου πεις ένα από τα ίδια;”, την διέκοψε σχεδόν φωνάζοντας η Ευαγγελία. “Δεν σου έχω πει τόσες φορές ότι ο τύπος είναι νάρκισσος; Ότι έχει, χωρίς κανέναν λόγο εντωμεταξύ, τρομερά μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του; Κι εσύ, αντί να τον παρατήσεις με τον καθρέφτη του, κάθεσαι και αναλώνεσαι; Είπα κι εγώ…”, ανέβασε ακόμα περισσότερο τον τόνο της φωνής της και σήκωσε τα χέρια προς τα πάνω “Θα κλάψουμε που τον χώρισε και μετά θα πιούμε το καφεδάκι μας! Αλλά όχι!”.
Είχε σχεδόν λαχανιάσει από την ένταση, όταν είδε τα μάτια της Ιωάννας κόκκινα και μεγάλα δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά της. Μόνο τότε κατέβασε τον τόνο της φωνής της και έκατσε στο παγκάκι.

“Είμαι παγιδευμένη σε όλο αυτό… Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτόν… Είναι η συνήθειά μου… Κάθε μέρα θέλω να τον χωρίσω και κάθε μέρα κάτι με ‘κρατάει’ και δεν το κάνω. Και φτου κι απ’ την αρχή…”, είπε με αναφιλητά η Ιωάννα και χώθηκε στην αγκαλιά της φίλης της.

Η Ευαγγελία δεν μίλησε. Την αγκάλιασε σφιχτά και την άφησε να το βγάλει από μέσα της. Πρέπει να έκλαιγε τουλάχιστον ένα μισάωρο. Στερεύοντας πια από δάκρυα, σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε τη φίλη της.
“Συγνώμη…”
“Μην λες κουταμάρες! Γιατί ζητάς συγνώμη; Γι’ αυτό είναι οι φίλες! Καταλαβαίνεις όμως και μόνη σου, ότι αυτή η σχέση μόνο κακό σου κάνει. Σε έχει κρατήσει πίσω σε όλα! Στη σχολή, στα μαθήματα ζωγραφικής που τόσο σου αρέσουν, ακόμα και στις βόλτες με την παρέα… Πρέπει να πάρεις μια απόφαση. Για το καλό σου!”
Η Ιωάννα κούνησε καταφατικά το κεφάλι και της ζήτησε να φύγουν.

Σκέφτηκε πολύ καλά τα λόγια της φίλης της και όλη την ημέρα δεν πήρε ούτε ένα τηλέφωνο τον Πάρη. Ούτε και απάντησε στα δύο τηλεφωνήματα που δέχτηκε από εκείνον.
Ήθελε τον χρόνο της και για πρώτη φορά, θα τον έπαιρνε.

Ήδη, είχε περάσει με την Ευαγγελία το πρωί και είχε μαζέψει τα πράγματά της από το σπίτι του. Ήταν πολύ λίγα, μιας και δεν έμενε μόνιμα εκεί.

Ετοιμάστηκε κιόλας για να βγει το βράδυ με τις φίλες της, που είχε τόσο καιρό να δει, μιας και η χειραγώγηση του Πάρη είχε αποδώσει άψογα! Τώρα έβλεπε πιο καθαρά…

Φόρεσε ένα κολλητό μπλε φόρεμα, μπότες μέχρι το γόνατο, χρυσά αξεσουάρ και ένα μαύρο παλτό. Ίσιωσε τα μακριά μαύρα μαλλιά της, βάφτηκε (επιτέλους χωρίς επικρίσεις για τις ψεύτικες βλεφαρίδες!) και γεμάτη αυτοπεποίθηση, άφησε το κινητό σπίτι της και ξεκίνησε να βρει τα κορίτσια στο στέκι τους.

Η βραδιά ξεκίνησε με την ίδια να γεμίζει τύψεις τον εαυτό της για την στάση της προς τον Πάρη. Ώρες ώρες δεν άκουγε καν τι έλεγαν οι κοπέλες. Μέχρι που, από τις πολλές σκέψεις, ένιωσε τέτοια σκοτοδίνη, που τους είπε ότι θα βγει για λίγο έξω. Έβαλε το παλτό της, πήρε τη τσάντα της και έκατσε στο πεζούλι δίπλα από το μπαρ. Την άνοιξε, έβγαλε ένα τσιγάρο και μια φωτιά άναψε μπροστά στη μύτη της.

Σήκωσε όλο απορία το βλέμμα και είδε μπροστά της έναν άγνωστο άντρα. Αρνήθηκε ευγενικά και άναψε τελικά το τσιγάρο με τον δικό της αναπτήρα. Εκείνος, όμως, δεν έφυγε. Έκατσε δίπλα της και έβγαλε να στρίψει ένα τσιγάρο.

Η Ιωάννα έκανε μια γκριμάτσα αγανάκτησης, αλλά δεν σηκώθηκε να φύγει όπως υπολόγιζε. Κάτι τραβούσε το βλέμμα της πάνω του… Αφαιρέθηκε στο να τον παρατηρεί να στρίβει και πρόσεξε τα μακριά του δάχτυλα. Και το βλέμμα της ανέβηκε προς τα πάνω. Μακρύς κορμός, μεγάλες πλάτες κι ένα πρόσωπο με τόσο γλυκά μάτια και παράλληλα τόσο αυστηρά χαρακτηριστικά. Μέχρι που της χαμογέλασε. Εκεί ένιωσε στιγμιαία πως δεν υπήρχε τίποτα άλλο γύρω της. Μα γρήγορα τα λόγια του την ‘επανέφεραν’!
“Σάκης”, είπε και της πρότεινε το χέρι του.

Εκείνη ξεροκατάπιε, άπλωσε το χέρι της, το οποίο χάθηκε μέσα στο δικό του, και κατάφερε να ψελλίσει “Ιωάννα”.
“Χάρηκα”, της είπε και άφησε το χέρι της. Άναψε το τσιγάρο του και συνέχισε “Ξέρεις, οι γυναίκες είναι πολύ όμορφες όταν αφήνουν τον πραγματικό τους εαυτό να βγει προς τα έξω…”
Η Ιωάννα τον κοίταξε όλο έκπληξη.
“…κι εσύ είσαι πολύ όμορφη όταν νευριάζεις”, ολοκλήρωσε και τράβηξε μια τζούρα

Η Ιωάννα τον κοιτούσε με το στόμα ανοιχτό. Άλλαξε έκφραση μόνο όταν ένιωσε την στάχτη από το τσιγάρο που έκαιγε στα δάχτυλά της. Τινάχτηκε στιγμιαία και το πέταξε κάτω.
“Από το πρωί κατάλαβα ότι είσαι και ντροπαλή. Αυτό που δεν κατάλαβα είναι το ποιος μπορεί να κάνει τέτοια μάτια να κλαίνε…”, της είπε κοιτάζοντάς την και τότε η Ιωάννα κατέβασε το βλέμμα της και τα μάγουλα της κοκκίνισαν.

Ο Σάκης χαμογέλασε και κατάλαβε ότι την είχε φέρει σε δύσκολη θέση. Για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα, της πρότεινε να περπατήσουν. Από τη μια το γεμάτο κόσμο μαγαζι ήταν ανυπόφορο και από την άλλη το κρύο αρκετά αισθητό. Έτσι, σηκώθηκε όρθιος. Η Ιωάννα έμεινε πάλι να τον παρατηρεί. Όντως ήταν πολύ ψηλός, σε σχέση με τον Πάρη που δεν ξεπερνούσε το 1.65, με πιο αντρικά χαρακτηριστικά από του Πάρη, που είχε αυτό που λέμε ‘baby face’ και δύο καφέ μάτια που κοίταζαν βαθιά στην ψυχή της, χωρίς να υπάρχει καμία επίκριση για αυτό που είναι, σε αντίθεση με τον Πάρη που την κοιτούσε πάντα από πάνω μέχρι κάτω και της έκανε παρατηρήσεις για οτιδήποτε δεν του άρεσε. Η αλήθεια είναι πως πρώτη φορά μπήκε στη διαδικασία σύγκρισης ενός άλλου άντρα με τον Πάρη. Βέβαια, δεν είχε υπάρξει και κάποιος άλλος πριν αυτόν… Και το κατάλαβε!

“Λέω να πάω μέσα καλύτερα”, του απάντησε, ενώ τα βλέμματά τους δεν ξεκολούσαν.
“Ξέρεις, το πρωί που μπήκες σαν σίφουνας μέσα στο μαγαζί, μου τράβηξες την προσοχή! Ήθελα να έρθω αμέσως να σου μιλήσω, αλλά κατάλαβα ότι κάτι σοβαρό σε απασχολούσε και επιβεβαιώθηκα όταν χάθηκες, κλαίγοντας, στην αγκαλιά της φίλης σου. Τόσο δυναμική και τόσο ευαίσθητη μαζί. Θέλω να μου δώσεις την ευκαιρία να σε γνωρίσω”, ολοκλήρωσε και της έδωσε το χέρι του για να σηκωθεί.

Η Ιωάννα απόρησε ξανά πώς είναι δυνατόν κάποιος να την βλέπει ‘ετσι’! Χρειάστηκε μόλις 3 δευτερόλεπτα για να βγάλει τον Πάρη από το μυαλο της και να δώσει μια ευκαιρία στον Σάκη.

Έτσι, έπιασε το χέρι του και σηκώθηκε. Περπάτησαν δίπλα δίπλα αρκετή ώρα και μίλησαν για τα πάντα. Είχε καιρό να μοιραστεί με κάποιον το πάθος της για τις τέχνες, τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε στη σχολή, την αγάπη για τις φίλες της…
Ένιωθε για πρώτη φορά οτι κάποιος την ακούει και σέβεται τη γνώμη της!

Αγγελική Ανδριοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “3 δευτερόλεπτα – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading