Ο ζεστός καφές

«Πω πω! Και τι δεν θα έδινα να είχα τώρα έναν ζεστό καφέ!».

Κάθε μέρα. Την ίδια ώρα. Οι ίδιες λέξεις. Εκείνη να κάθεται στο γραφείο και να κοιτάζει τον υπολογιστή και εκείνος να την χαζεύει ενώ μιλάει με τις υπόλοιπες καθηγήτριες. Κάθε απόγευμα, την ώρα που έδυε ο ήλιος, έλεγε ακριβώς την ίδια πρόταση λες και περίμενε με κάποιον περίεργο τρόπο να εισακουστεί.

«Ελπίδα… Έλα! Η ώρα σου είναι… για πες το!»
«Ρε Δήμητρα γιατί κοροϊδεύεις;»
«Γιατί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα το πεις!»
«Έχεις δίκιο! Πω πω, και τι δεν θα έδινα τώρα για έναν ζεστό καφέ!», είπε η Ελπίδα και όλοι άρχισαν να γελούν.

Εκείνος όμως ανέκφραστος την κοιτούσε από το μπαλκόνι δίχως να μιλάει και δίχως να γελάει.

«Κύριε Νάσο, μπορείτε να περάσετε στην αίθουσα. Έχουν έρθει όλοι», του είπε η Ελπίδα και εκείνος την ευχαρίστησε κουνώντας το κεφάλι του. Έσβησε το τσιγάρο του και πήγε προς την αίθουσα διδασκαλίας, ακούγοντάς την ξανά να λέει εκείνη την πρόταση στους υπόλοιπους στο φροντιστήριο.

Όταν άδειασε ο χώρος υποδοχής και όλοι μπήκαν στις αίθουσες, η Ελπίδα έγειρε στην καρέκλα της και άρχισε μετά μανίας να ψάχνει στην τσάντα του μεσημεριανού της για μια κάψουλα. Μια μικρή ντεκαφεινέ για να πιει τον τελευταίο καφέ της ημέρας με την ησυχία της.

«Όχι ρε γαμώτο! Όχι! Τι γκαντεμιά είναι αυτή; Ε βέβαια… Όλα μαζεμένα σήμερα! Αλίμονο! Και τι ζήτησα; Έναν ρημαδόκαφέ!»
«Ελπίδα; Όλα καλά;»
«Αχ, Νάσο! Δεν σε είδα! Συγγνώμη! Πες μου…»
«Θα χρειαστώ μερικές φωτοτυπίες. Σελίδες 15-25 επί πέντε!»
«Αμέσως!», του είπε η Ελπίδα μηχανικά και άρχισε να εκτυπώνει τις φωτοτυπίες.

«Ελπίδα; Είσαι σίγουρα καλά;», τη ρώτησε ο Νάσος
«Όχι! Δεν είμαι! Έχω πιεστεί πολύ και ήθελα απλά να πιώ έναν καφέ και δεν γίνεται και φούντωσα και… Τι σου λέω και εσένα! Συγγνώμη!», απάντησε η Ελπίδα δίχως να τον κοιτάει και δίνοντάς του τις φωτοτυπίες. Ο Νάσος δεν μίλησε. Πήρε τις φωτοτυπίες και πήγε στην αίθουσά του.

«Πόσο χαζή είσαι ρε Ελπίδα; Πόσο χαζή; Τι σου έφταιγε ο άνθρωπος;», είπε η Ελπίδα από μέσα της και σωριάστηκε στην καρέκλα. Ήλπιζε να έμενε εκεί ήσυχη μέχρι να τελειώσει το οχτάωρό της.

Η Ελπίδα δούλευε σε ένα φροντιστήριο μέσης εκπαίδευσης γεμάτο παιδιά λυκείου και γυμνασίου. Είχε το γραφείο της, τα σημειωματάριά της, τα χρωματιστά στυλό της. Στο φροντιστήριο δούλευαν εννιά καθηγητές με τους οποίους πλέον ήταν φίλη. Όχι με όλους. Υπήρχε κάποιος που δεν μιλούσαν σχεδόν ποτέ, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Πήγαινε κάθε μέρα το μεσημέρι με τον καφέ της και σχεδόν πάντα μα πάντα την ώρα που έδυε ο ήλιος ζητούσε και έπινε έναν δεύτερο καφέ. Ζεστό πάντα.
Την αγαπούσε τη δουλειά της και με τους ανθρώπους εκεί είχε γίνει οικογένεια. Μοιράζονταν τα πάντα και πλέον όλοι γελούσαν με αυτό της το χούι με τον ζεστό τελευταίο καφέ.

«Ελπίδα; Ε… Ελπίδα!». Η Ελπίδα είχε χαθεί στις σκέψεις της και δεν είχε δώσει καμία σημασία στον άνθρωπο που ήρθε στο γραφείο της. Ευτυχώς δεν ήταν το αφεντικό της. Όχι ότι θα της έλεγε κάτι, απλά δεν ήθελε να δίνει λανθασμένη εικόνα στη δουλειά.
«Νάσο! Συγγνώμη! Συγγνώμη! Πες μου…»
«Εεεεε… τίποτα! Να… θα σχολάσω λίγο νωρίτερα αν δεν υπάρχει πρόβλημα. Είναι ενήμερος ο Λουκάς!»
«Ε, αφού είναι ενήμερος ο Λουκάς εμένα μου περισσεύει»
«Τι ώρα τελειώνουν τα μαθήματα σήμερα;»
«Σήμερα; Μισό λεπτό… Α! Όλοι τελειώνετε την ίδια ώρα και μένω μετά με τον Λουκά μέχρι κλείσιμο»
«Α! 19.30;»
«Ναι! Χρειάζεσαι κάτι άλλο από μένα;»
«Όχι όχι! Όλα καλά! Ευχαριστώ!»

Όση ώρα ο Νάσος έφευγε από το γραφείο της, η Ελπίδα τον παρατηρούσε. Πρώτη φορά είχαν μιλήσει τόσο πολύ. Ο Νάσος, ο καθηγητής της Ιστορίας, δεν της μιλούσε ποτέ. Από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε σε εκείνη τη δουλειά, αντάλλαζαν μόνο τα τυπικά και κρατούσαν τα προσχήματα. Περίεργος άνθρωπος ο Νάσος και πολύ όμορφος, όμως η εσωστρέφειά του τον έκανε ελάχιστα αντιπαθή. Προς τους άλλους, όχι προς την Ελπίδα! Η Ελπίδα ένιωθε ένα μικρό σκίρτημα στην καρδιά όταν τον έβλεπε, αλλά ποτέ δεν θα το παραδεχόταν.

Στις 19.30, όλες οι τάξεις άδειασαν και έμειναν στον χώρο του φροντιστηρίου η Ελπίδα και ο Λουκάς. Το αφεντικό. Έτσι ήταν εκείνη η μέρα. Πάντα έμεναν μόνοι τους. Στην ησυχία. Και πάντα, ειδικά εκείνη την ημέρα, η Ελπίδα απολάμβανε το καφεδάκι της. Βέβαια… δεν είχε κάψουλα για να φτιάξει και θυμόταν πολύ καλά ότι είχε φέρει ένα καινούργιο πακέτο πριν λίγες μέρες στο φροντιστήριο.

«Ελπιδάκιιιιιιιι!», την φώναξε ο Λουκάς από το γραφείο του. Εκείνη σηκώθηκε από τη θέση της και πήγε προς εκείνον.
«Έλα αφεντικό!»
«Σου έχω πει να μην… Τέλοσπάντων… Φεύγεις!»
«Ορίστε;»
«Τι ορίστε καλέ; Πάρε τα πράγματά σου και φύγε. Σχόλασες για σήμερα!»
«Λουκά, τι λες; Έχουμε ακόμα μέχρι τις 22.00»
«Θα κάτσω εγώ! Φύγε! Ρεπό! Αριβεντέρτσι! Αντιός! Πώς το λένε αλλιώς; Γεια σου! Τα λέμε αύριο!».

Η Ελπίδα είχε μείνει να τον κοιτάει με το στόμα ανοιχτό ενώ είχε βιδωμένα τα πόδια της στο πάτωμα.

«Ελπίδααααα! Φύγεεεεε! Τα λέμε αύριο!».

Εκείνη έκανε μεταβολή και πήγε στο γραφείο της. Πήρε την τσάντα και το μπουφανάκι της και πριν φύγει ρώτησε ξανά… «Λουκά; Είσαι σίγουρος;», μα ο Λουκάς αντί να της απαντήσει χαμογέλασε και την χαιρέτησε κουνώντας το χέρι. Η Ελπίδα έκλεισε την πόρτα πίσω της, μα όλο αυτό της είχε έρθει ξαφνικό.

Κατεβαίνοντας τις σκάλες σιγοτραγουδούσε το αγαπημένο της τραγούδι. Μόλις έφτασε στην εξώπορτα άρχισε να ψάχνει στην τσάντα τα κλειδιά του αμαξιού και το πορτοφόλι της. Αφού δεν έπινε καφέ στη δουλειά, θα τον έπινε στο αμάξι.

«Δεν θα τα χρειαστείς!», της είπε μια φωνή και η μυρωδιά του ζεστού καφέ έφτασε στα ρουθούνια της. Σήκωσε το κεφάλι της ψηλά και είδε τον Νάσο να κρατάει δύο ποτήρια ζεστό καφέ και να της χαμογελάει.

«Τι είναι αυτό;»
«Ο καφές σου! Ο τελευταίος καφές της ημέρας την ώρα που δύει ο ήλιος!»
«Οοορίστε;»
«Ο καφές σου! Θα τον πιούμε κάνοντας βόλτα στο πάρκο!»
«Εμείς;»
«Γιατί θες κι άλλους;»

Η Ελπίδα αντί να απαντήσει, πήρε τον καφέ της και ήπιε την πρώτη γουλιά με απόλυτη ευχαρίστηση.

«Πάμε;», της είπε ο Νάσος και την έπιασε από το χέρι.
«Περίμενε… Περίμενε… Εγώ και εσύ για καφέ; Γιατί; Και επίσης, πώς ξέρεις τον καφέ που πίνω; Και πώς έτυχε να φύγαμε και οι δύο την ίδια ώρα και…»
«Ελπίδα μου! Αχ! Ωραία ήμουν προετοιμασμένος για αυτό! Θα σου εξηγήσω τα πάντα σε ένα λεπτό και μετά φεύγουμε. Λοιπόν, ξέρω πώς πίνεις τον καφέ σου γιατί έχουμε παραγγείλει άπειρες φορές επάνω και το θυμόμουν. Προχωράω… Έτυχε να σχολάσουμε την ίδια ώρα γιατί είναι και ο Λουκάς στο κόλπο. Σε άφησε να φύγεις σήμερα γιατί σχολούσα και εγώ νωρίς και ήθελα να πιούμε μαζί έναν καφέ…»

«Ε! Ναι! Ok! Αλλά γιατί;»
«Γιατί αυτό δεν κάνουν δύο άνθρωποι που αρέσουν ο ένας στον άλλον με σκοπό να γνωριστούν καλύτερα;»
«Τι;»
«Ναι σωστά… μ@λακία μου! Γεια σου Ελπίδα, είμαι ο Νάσος και μου αρέσεις από την πρώτη στιγμή που σε είδα. Είμαι όμως κότα και έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να γίνω αντιπαθητικός στα μάτια σου. Ε, το είπα στον Λουκά και το στήσαμε μαζί μπας και καταφέρω να σου δείξω ποιος είμαι πραγματικά…»

Κόκκαλο η Ελπίδα. Οριακά δεν της έπεσε το ποτήρι από τα χέρια!

«Πάμε;»
«Συγνώμη! Δεν σε νοιάζει αν μου αρέσεις;», του είπε η Ελπίδα μέσα στη σύγχυσή της.
«Ωραία! Σου αρέσω;»
«Πολύ!», του είπε η Ελπίδα και εκείνος τη φίλησε απαλά και πεταχτά στα χείλη.
«Πάμε; Έχουμε να πούμε πολλά!»

Η Ελπίδα χαμογέλασε και πέρασε το χέρι της στο δικό του. Στο ένα χέρι τον Νάσο και στο άλλο χέρι τον ζεστό καφέ της. Τον τελευταίο. Εκείνον που έπινε όταν έδυε ο ήλιος.
Αυτός ο καφές ποτέ ξανά δεν θα είναι ο ίδιος…

Κατερίνα Μοχράνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading