Ο Ερμής έκανε την καθιερωμένη του διαδρομή για τη δουλειά χαμένος στις σκέψεις του για τα έξοδα του μήνα, όταν τον χαιρέτησε μία γυναίκα, αποκαλώντας τον με το όνομά του. Την παρατήρησε για ώρα, μέχρι να καταλάβει πως ήταν η Μαρία, η πρώτη του αγάπη. Είχε να τη δει κοντά 10 χρόνια, από τότε που χώρισαν. Σταμάτησε και έπιασαν την κουβέντα.
Η αλήθεια είναι, πως δυσκολεύτηκε να την αναγνωρίσει. Δεν είχε πια καμία σχέση με το χαμογελαστό κοριτσάκι με τα σιδεράκια και τα μεγάλα μυωπικά γυαλιά, ήταν πια γυναίκα. Το αθώο της καλοσυνάτο βλέμμα είχε αντικατασταθεί με ένα βλέμμα γεμάτο σκοτάδι, κούραση, θλίψη, φθορά… Τα μπλε της μάτια είχαν χάσει τη σπιρτάδα τους, δεν εξέπεμπαν πια λαχτάρα για ζωή. Ρυτίδες είχαν χαραχτεί στο μέτωπό της και κάτω από τα μάτια της, ο χρόνος δεν της είχε φερθεί καλά. Τα μαλλιά της δεν ήταν πια μαύρα καρέ, αλλά μακριά μέχρι τη μέση και κόκκινα, ίδιο χρώμα με τις χαρακiές που ακόμα κοσμούσαν τα χέρια της. Δεν είχε σταματήσει όπως φαίνεται αυτή την κακιά συνήθεια, τον αυτοτραυματισμό, παρόλο που είχε πια μεγαλώσει.
Το μυαλό του πήγε στις μέρες που την έκρυβε στην αγκαλιά του και της έδινε υποσχέσεις ότι θα την προφυλάσσει για πάντα από κάθε κακό. Δεν τα κατάφερε, εκείνη έφταιγε όμως, τον εγκατέλειψε. Τον άφησε μέσα σε μια νύχτα, λέγοντάς του πως η καρδιά της ήταν αλλού, είχε ερωτευτεί έναν άλλον άντρα. Πληγώθηκε πολύ, μα δε της κράτησε κακία, μονάχα ένα μεγάλο παράπονο, μιας και κατά κάποιο τρόπο την κατανοούσε. Κάποια στιγμή του είχε εκμυστηρευτεί πως θα ήθελε να ζήσει τα νιάτα της έντονα, αλλά την εμποδίζουν οι φοβίες της και οι συστολές της. Εκείνος ήταν ένας επίσης πολύ συνεσταλμένος νέος, οπότε δημιούργησαν μια ήσυχη σχέση, δε μπορούσε να τη βοηθήσει να «λυθεί» και να ζήσουν πιο περιπετειώδη. Στον άλλον άντρα πίστευε πως βρήκε αυτά που αναζητούσε. Ήταν μικρή, δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο άγριος είναι ο κόσμος και πόσες παγίδες κρύβονται πίσω από τα μεγάλα λόγια και τις υποσχέσεις.
Το τελευταίο του το εκμυστηρεύτηκε η ίδια εκείνη τη μέρα. Του είπε μάλιστα πως δεν έχει φτιάξει τη ζωή της, αφού έκανε επανειλημμένα λάθος επιλογές, για χρόνια την έλκυαν άντρες ασταθείς που στην αρχή της έταζαν «τον ουρανό με τα άστρα» και στο τέλος αφού έπαιρναν ό,τι ήθελαν, έβγαζαν τον πραγματικό τους εαυτό και τσαλαπατούσαν την αξιοπρέπειά της. Έπεσε πολλές φορές στην ίδια παγίδα, μέχρι να αντιληφθεί πως υπαίτιος δεν ήταν η τύχη, μα η ίδια και οι επιλογές της. Μα, πια είχε φθαρεί πολύ και κλείστηκε στον εαυτό της. Του ζήτησε συγγνώμη για τη συμπεριφορά της τότε, που δεν τον εκτίμησε και πως θα έδινε τα πάντα να είχε δίπλα της ένα καλό παιδί σαν αυτόν. Δέχτηκε τη συγγνώμη της, μα της είπε πως είναι πια αργά για αυτούς, γιατί είναι πλέον παντρεμένος και έχει δυο παιδιά και ότι την σκεφτόταν για χρόνια μέχρι να πάρει την απόφαση να προχωρήσει. Δεν είναι πια παιδιά όπως τότε, της θύμισε, μιας και έχουν πατήσει τα 30, αλλά προσπάθησε να της δώσει ελπίδα, λέγοντάς της πως είναι σίγουρος πως εκεί έξω υπάρχει κάποιος συμβατός μαζί της, περισσότερο από όσο ήταν εκείνος. Τα μάτια της γίναν υγρά και τον χαιρέτησε βιαστικά για να φύγει.
Εκείνος προχώρησε μελαγχολικά και πήγε στο περίπτερο να πάρει ένα πακέτο τσιγάρα και έναν αναπτήρα. Είχε κόψει το τσιγάρο εδώ και χρόνια, μα σε αυτή τη στιγμή το χρειαζόταν. Άναψε ένα και καθώς έπαιρνε τις πρώτες τζούρες, σκεφτόταν πως και τι δε θα έδινε να γινόταν και πάλι 17 χρονών και να ζούσε τη μαγεία του πρώτου του έρωτα. Πόσο γρήγορα πέρασε ο καιρός! Μια μέρα είσαι παιδί και πριν προλάβεις να ανοιγοκλείσεις τα βλέφαρά σου, είσαι ένας μεγάλος άντρας με ό,τι ευθύνες φέρει. Από τις σκέψεις του τον έβγαλε ένα τηλεφώνημα της γυναίκας του. Τον ρώτησε αν θα αργήσει, για να μην κρυώσει το φαγητό. Της είπε πως είναι στο δρόμο της επιστροφής, έσβησε το τσιγάρο του και σηκώθηκε βιαστικά για να φύγει.
Ιωάννα Χαντζαρά

One response to “Τυχαία συνάντηση”
[…] Μάνα είναι μόνο μία Τυχαία συνάντηση […]